Συνεπώς σε κάθε φορολογική/δημοσιονομική αλλαγή («μεταρρύθμιση») η «αγορά» (δηλαδή, οι φορολογούμενοι) αναμένεται ν’ αντιδράσει με τέτοιο τρόπο ώστε την επομένη της λήψης των νέων μέτρων να είναι σε θέση να λειτουργήσει όσο πιο αποδοτικά γίνεται. Από ψυχολογική άποψη ο φορολογούμενος συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο που συμπεριφέρεται αυτός ο οποίος θεωρεί ότι τιμωρείται άδικα ή υπερβολικά για κάτι. Ως εκ τούτου προσπαθεί με κάθε τρόπο ν’ αποφύγει όσο μπορεί την «τιμωρία». Αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους:
- Ο ένας είναι ο «παράνομος», δηλαδή η φοροδιαφυγή.
- Ο άλλος είναι ο «νόμιμος», δηλαδή η φοροαποφυγή.
Στην πράξη η «αγορά» χρησιμοποιεί και τους δύο, είτε τον καθένα ξεχωριστά είτε συνδυαστικά. Τα πλέον πρόσφατα δεδομένα επιβεβαιώνουν πλήρως αυτή την λογική εκτίμηση.
Αν τα δεδομένα αντιστοιχούν στ’ αποτελέσματα, τότε κατ’ ανάγκη οι τρόποι αντίδρασης αντιστοιχούν στα αίτια. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να έχουμε υπ’ όψη πως η αντίδραση της «αγοράς» στοχεύει στην κατά το δυνατόν ομαλή συνέχιση της λειτουργίας της. Μ’ αυτό εννοούμε την οικονομική ασφυξία που προκαλείται τόσο εξ’ αιτίας της (υπερ)φορολόγησης όσο και εξ’ αιτίας της προείσπραξης του Φόρου Εισοδήματος. Ειδικά η προείσπραξη είναι πολύ μεγάλη πληγή για τους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις καθώς πλήττει την ρευστότητα τους και αφορά σε πωλήσεις που ακόμη ΔΕΝ έχουν διενεργηθεί. Με τον τρόπο αυτό το Κράτος γίνεται «συνεταίρος» (και μάλιστα χωρίς να έχει μετοχές ή εταιρικά μερίδια) κάθε επαγγελματία.
Για παράδειγμα:
Έστω ελεύθερος επαγγελματίας ο οποίος μετά την εκκαθάριση της δήλωσης του οφείλει Φόρο Εισοδήματος 6.000 Ευρώ. Με βάση τον Νόμο οφείλει να πληρώσει άλλα 6.000 ως προκαταβολή Φ.Ε. για την επόμενη χρήση (η οποία κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης Φ.Ε. βρίσκεται στο μέσον). Θεωρώντας ότι τα φορολογητέα του εισοδήματα όπως επίσης και οι κλίμακες με τα ποσοστά φορολόγησης παραμένουν σταθερά μέχρι την συνταξιοδότηση του ο συγκεκριμένος ελεύθερος επαγγελματίας θα είναι σαν να έχει πληρώσει στο Δημόσιο μια «εγγύηση» 6.000 Ευρώ (την οποία και θα πρέπει να πάρει πίσω με την συνταξιοδότηση του).
Μπορεί σε κάποιους να φαίνεται «μικρό το κακό» (αφού θα την πάρει πίσω), αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν αποτελεί μια σοβαρή (αναλόγως του μεγέθους του φορολογούμενου μπορεί και κρίσιμη) εκροή ρευστού που επιβαρύνει την καθημερινή λειτουργία του επιχειρηματία. Μένει τώρα να δούμε πως λειτουργούν στην πράξη οι δύο τρόποι αντίδρασης της «αγοράς» στην (υπερ)φορολόγηση.
Σχετικά με τον πρώτο (τον παράνομο), δηλαδή την φοροδιαφυγή τα πράγματα είναι μάλλον απλά. ΔΕΝ δηλώνονται όλα τα εισοδήματα, δηλαδή ΔΕΝ εκδίδονται παραστατικά για όλες τις πωλήσεις/υπηρεσίες. Έτσι το Κράτος δεν μπορεί να έχει την πραγματική εικόνα για την συνολική οικονομική δραστηριότητα επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών. Φυσικά, για να γίνεται αυτό σημαίνει ότι συμφέρει και τους δύο συναλλασσόμενους. Τον μεν εκδότη/πωλητή γιατί θα φορολογηθεί για μικρότερο εισόδημα◦ τον δε λήπτη/αγοραστή επειδή η υπηρεσία/προϊόν του προσφέρεται σε χαμηλότερη τιμή. Μόνο αν ο λήπτης/αγοραστής είναι και ο ίδιος επιχειρηματίας/επιχείρηση προκειμένου να έχει όφελος από την έκπτωση της δαπάνης/αγοράς ώστε ν’ απαιτήσει την έκδοση του παραστατικού αυτό θα εκδοθεί. Σε κάθε άλλη περίπτωση και με δεδομένη την φορολογική νομοθεσία ΔΕΝ υπάρχει (φορολογικό) κίνητρο από τον λήπτη/αγοραστή, οπότε η φοροδιαφυγή «πάει σύννεφο».
Ωστόσο, υπάρχει και ο απόλυτα νόμιμος τρόπος της «φοροαποφυγής». Σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει μια πληθώρα λύσεων. Για παράδειγμα μέχρι πρόσφατα (γιατί η συλλογή παρόμοιων στοιχείων είναι δύσκολη) επιλεγόταν η λύση του μοιράσματος των πωλήσεων σε διάφορα Α.Φ.Μ. Δηλαδή, ο επιχειρηματίας είχε «ανοίξει» 2-3 Α.Φ.Μ. τα οποία ανήκαν σε πρόσωπα του άμεσου συγγενικού του περιβάλλοντος. Όταν έβλεπε πως οι πωλήσεις στο κύριο Α.Φ.Μ. πλησίαζαν ένα όριο, τότε εξέδιδε τα υπόλοιπα παραστατικά στα υπόλοιπα Α.Φ.Μ. ακολουθώντας την ίδια λογική. Στην περίπτωση αυτή αν και δηλώνεται όλος ο Τζίρος, ωστόσο το φορολογικό αποτέλεσμα ΔΕΝ είναι το ίδιο όπως αν δηλωνόταν όλος σ’ ένα Α.Φ.Μ.
Οι υπόλοιπες λύσεις έχουν να κάνουν με την πλήρη εκμετάλλευση όλων των δυνατοτήτων που παρέχει η Νομοθεσία προκειμένου να πληρωθεί μικρότερος φόρος και μικρότερη προείσπραξη. Από τα στοιχεία που επεξεργάζεται το Υπουργείο Οικονομικών προκύπτει ότι για την προηγούμενη Χρήση (2016) πολλοί ελεύθεροι επαγγελματίες επέλεξαν να ιδρύσουν Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρείες (Ι.Κ.Ε.). Οι Ι.Κ.Ε. είναι η πλέον απλή νομική μορφή εταιρείας και από φορολογικής άποψης είναι αντίστοιχη της Ε.Π.Ε. Δεδομένου ότι μπορεί να είναι από μονοπρόσωπη ως και πολυπρόσωπη η ίδρυση πάνω από 4.000 Ι.Κ.Ε. την προηγούμενη χρονιά αντιστοιχεί σε 4.000 ελεύθερους επαγγελματίες (κυρίως) το ελάχιστο ως κάτι παραπάνω από 10.000 άτομα (πόσο παραπάνω δεν είναι ακόμη γνωστό). Το όφελος είναι προφανώς φορολογικό.
Από τα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών προκύπτει πως με τον τρόπο αυτό το δηλωθέν εισόδημα για το 2016 ήταν αρκετά χαμηλότερο σε σχέση με το αναμενόμενο, επηρεάζοντας ανάλογα και τον φόρο που εισπράχθηκε. Αντίστοιχα ευρήματα υπάρχουν και για τον Φόρο Ακίνητης Περιουσίας. Εκεί, όμως, το Κράτος έχει μεγαλύτερη γκάμα επιλογών για να «διορθώσει» την κατάσταση από την αύξηση των αντικειμενικών αξιών ως την αλλαγή των συντελεστών φορολόγησης◦ οι οποίες, βέβαια, έχουν και το ανάλογο πολιτικό κόστος.
Η «λύση» από την άποψη του Κράτους ΔΕΝ είναι η αλλαγή του καθεστώτος και της φορολόγησης των Ι.Κ.Ε. Ακόμη και αν γινόταν, ακόμα και αν το Υπουργείο Οικονομικών την θεωρούσε επιτυχημένη ακόμα και τότε τα οφέλη θα ήταν μικρά και σε κάθε περίπτωση μικρότερα από το πολιτικό κόστος. Όπως, άλλωστε, έχει δείξει και το πρόσφατο παρελθόν σε κάθε σε κάθε προσπάθεια νέας φορολόγησης μιας αγοράς που είχε ήδη πληγεί βαρειά από την Διεθνή Οικονομική Κρίση οι εταιρείες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες αντιδρούν με όποιο τρόπο μπορούν. Από την μεταφορά της φορολογικής έδρας στο εξωτερικό (Βουλγαρία & Κύπρο) μέχρι και τις συναλλαγές μέσω Βουλγάρικων ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής.
Απ’ όλα τα παραπάνω είναι προφανές ότι για τους επιχειρηματίες πρώτα απ’ όλα έρχεται η επιβίωση της επιχείρησης τους και όχι η εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων τις οποίες αιφνιδιαστικά και κατά το δοκούν καθορίζει η Κυβέρνηση. Αν στα παραπάνω προσθέσουμε το σαμποτάζ που προκάλεσε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως αντιπολίτευση ζητώντας από τους πολίτες να μην πληρώνουν τους φόρους τους, τότε έχουμε την συνολική εικόνα του σήμερα. Γιατί όλη αυτή η ρητορική λειτούργησε απονομιμοποιητικά στο δικαίωμα του Κράτους να επιβάλλει έκτακτους φόρους και να είναι ταυτόχρονα σε θέση ν’ απαιτήσει την πληρωμή τους. Όταν όλα τα παραπάνω έχουν δημιουργήσει το κλίμα που υπάρχει σήμερα στους φορολογούμενους ούτε οι απειλές κατασχέσεων ούτε οποιαδήποτε άλλη ποινή είναι σε θέση να τους «συνετίσει» (εκφοβίσει).
Συμπερασματικά, παρά το γεγονός ότι γενικά η «αγορά» δεν θέλει πρόωρες εκλογές έχει -ωστόσο- μέσω της αντίδρασης της προεξοφλήσει ήδη την κυβερνητική αλλαγή. Η συγκεκριμένη Κυβέρνηση δυστυχώς για εκείνη και την προεκλογική ρητορεία της ΔΕΝ μπορεί ν’ αλλάξει πολιτική. Εγκλωβισμένη καθώς είναι στα τραγικά για την οικονομία αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης του 2015 και της επιβολής των κεφαλαιακών ελέγχων ΔΕΝ μπορεί ν’ αντιστρέψει ή και να σταματήσει την υπερφορολόγηση. Η «αγορά» έχει ήδη «ψηφίσει». Το κακό για την παρούσα Κυβέρνηση είναι πως η «ψήφος» δεν μετρά στο εκλογικό αλλά στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Η επίδραση της δεν φαίνεται στα εκλογικά ποσοστά αλλά στον Προϋπολογισμό του Κράτους.
Σημείωση: Για την σχετική τεκμηρίωση των παραπάνω διαβάστε εδώ, εδώ & εδώ.
04 Νοέμβρη 2017
παρατηρητήριο.