Ωστόσο, όπως στη ζωή έτσι και στην οικονομική δραστηριότητα τίποτα δεν μπορεί να συνεχίζετε επ’ αόριστον και ατιμώρητα. Το συνεχώς αυξανόμενο δημόσιο έλλειμμα (ανεξάρτητα από τις λύσεις που κατά καιρούς εφαρμόστηκαν) έχει οδηγήσει σε πληθώρα Δολλαρίων τα οποία στην πράξη δεν έχουν άλλη αξία εκτός αυτής της κατανάλωσης εντός των Η.Π.Α. Μιας κατανάλωσης η οποία δεν είναι απεριόριστη και για μια σειρά από λόγους μπορεί ν’ αρχίσει να φθίνει και μάλιστα σύντομα.
Εκτός των Η.Π.Α. ο υπόλοιπος πλανήτης χρειαζόταν το Δολλάριο ως ένα διεθνές νόμισμα εξαιτίας της σταθερότητας των επιτοκίων στις Η.Π.Α. Προκειμένου ν’ αγοράζουν ακριβά τεχνολογικά επιτεύγματα από εκείνες έπρεπε να πληρώνονται για τις εξαγωγές τους τόσο στις Η.Π.Α. όσο και στον υπόλοιπο κόσμο σε Δολλάρια τα οποία προσέλκυαν και μέσω του τουρισμού. Η σταθερότητα ενός νομίσματος είναι αποτέλεσμα των συνθηκών (οικονομικών και κοινωνικών) που υπάρχουν σε μια χώρα. Επιπλέον, ένα νόμισμα είναι τόσο σταθερό όσο περισσότεροι το χρησιμοποιούν στις συναλλαγές τους. Στην περίπτωση του κόσμου όπως τον ξέρουμε μέχρι σήμερα τόσο το Δολλάριο, όσο η Λίρα, το Μάρκο, το Γαλλικό και Ελβετικό Φράγκο και εσχάτως το Ευρώ λειτούργησαν (και λειτουργούν) ως «αποθεματικά νομίσματα». Δηλαδή, ως τα νομίσματα που οι Κεντρικές Τράπεζες των υπολοίπων χωρών κρατούσαν στα θησαυροφυλάκια τους για τις διεθνείς συναλλαγές τους όπως και για να στηρίξουν την ισοτιμία του δικού τους νομίσματος προκειμένου να παραμείνει σχετικά σταθερό το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών τους εξαιτίας των σταθερών επιτοκίων των χωρών τους.
Εύλογα θα μπορούσε κάποιος ν’ αναρωτηθεί γιατί δεν έγινε προσπάθεια να βρεθεί κάποιο καλύτερο και σταθερότερο μέσο συναλλαγών από το Δολάριο των Η.Π.Α. Δεν θα μπορούσε (και μάλιστα θα έπρεπε) όλα τα νομίσματα να έχουν κάλυμμα σε χρυσό όπως και παλαιότερα; Αντικειμενικά «σωστή» απάντηση δεν υπάρχει στην ερώτηση αυτή. Και δεν υπάρχει γιατί ούτε καν στη θεωρία δεν έχει απαντηθεί. Στην προσπάθεια μας να δώσουμε μια απάντηση θα πρέπει να κάνουμε μια σειρά από αυθαίρετες επιλογές. Ωστόσο, πριν το επιχειρήσουμε πρέπει να κάνουμε ένα ταξίδι στον χρόνο.
Από την αυγή του χρόνου ως νομίσματα χρησιμοποιήθηκαν τα κοχύλια, το ήλεκτρο, χάντρες και φυσικά τα μέταλλα: χαλκός, ασήμι και χρυσάφι. Με την πάροδο του χρόνου χάλκινα κόβονταν για τις πολύ μικρές αξίες, ενώ τα ασημένια για όλες τις υπόλοιπες. Τα χρυσά νομίσματα κόβονταν τόσο για τις μεγάλες αξίες όσο και για αξίες για τις οποίες χρησιμοποιούνταν ασημένια. Ο κυρίως ρόλος τους ήταν αυτός του θησαυρισμού. Στο κάτω-κάτω μόνον οι πλούσιοι μπορούσαν να τα έχουν στην κατοχή τους σε μεγάλες ποσότητες. Όλοι οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να κρατάνε στην άκρη παρά μόνο ελάχιστα γιατί τα εισοδήματα τους δεν επαρκούσαν για ν’ αποταμιεύουν (άλλωστε η αποταμίευση γίνεται σε βάρος της κατανάλωσης).
Το κακό για το Κράτος με τα χάλκινα, τ’ ασημένια και τα χρυσά νομίσματα είναι πως κοστίζουν. Επιπλέον όταν η τιμή του χρυσού ανέβαινε πάνω από την ονομαστική τους αξία τα χρυσά νομίσματα τα έλιωναν και τα πουλούσαν ως μέταλλο. Οι αυξομειώσεις στην τιμή των συγκεκριμένων εμπορευμάτων διατάρασσαν την νομισματική πολιτική. Επιπλέον, η αξία ενός χρυσού νομίσματος καθοριζόταν από την αξία ενός προτύπου. Στην περίπτωση μας της Λίρας Στερλίνας της Μεγάλης Βρετανίας. Το ίδιο τ’ όνομα: Στερλίνα (sterling) σημαίνει «γνήσιος». Άρα όλα τα υπόλοιπα χρυσά νομίσματα έπρεπε να καθορίσουν την πραγματική τους αξία με βάση το βάρος της Στερλίνας. Με το ίδιο βάρος είχαν την ίδια αξία▪ με μικρότερο ήταν υποτιμημένα σε σχέση μ’ αυτή. Βέβαια, ο καθορισμός των 22 καρατίων καθαρότητας 916,7‰ και των 7,3224 γρ. (συν. βάρος 7,98 γρ.) είναι αυθαίρετος.
Ο διμεταλλισμός (χρήση ασημένιων και χρυσών νομισμάτων) όπως και το κάλυμμα σε χρυσό μας άφησαν οριστικά χρόνους μετά τον Α’ Π.Π. Εκείνη την περίοδο και μέχρι τον Β’ Π.Π. (τον «μεσοπόλεμο») οι παγκόσμιες οικονομικές συναλλαγές επανήλθαν στα προ-ιστορικά χρόνια. Δεδομένου ότι δεν υπήρχε κανένα αξιόπιστο «παγκόσμιο νόμισμα» (και οι Η.Π.Α. δεν είχαν ακόμη κυριαρχήσει οικονομικά) οι συναλλαγές γίνονταν με «εκκαθαρίσεις» (clearing). Δηλαδή, η Ελλάδα συμφωνούσε με την Γερμανία μια κοινά αποδεκτή ισοτιμία ανάμεσα σε Δραχμή και Μάρκο. Στη συνέχεια η Γερμανία παράγγελνε τις ποσότητες των εμπορευμάτων που ήθελε τα οποία πλήρωνε στους παραγωγούς/εμπόρους η Χώρα μας. Αντίστοιχα συνέβαιναν και για τις εισαγωγές της Ελλάδας από την Γερμανία. Στο τέλος το υπόλοιπο που υπήρχε στη μια χώρα έπρεπε να καλυφθεί με εξαγωγές στην άλλη μέχρι να μηδενιστεί. Με τον τρόπο αυτό οι πληρωμές γίνονταν στο νόμισμα της χώρας εξαγωγής και έτσι δεν υπήρχε ανάγκη για συνάλλαγμα.
Μετά τη λήξη του Β’ Π.Π. η «Συμφωνία του Μπρέτον Γούντς» επανέφερε τον «χρυσό κανόνα» (βλέπε εδώ). Εστιάζοντας στις σταθερές με τον χρυσό ισοτιμίες των νομισμάτων (τα οποία όμως με εξαίρεση το Δολλάριο δεν ήταν μετατρέψιμα σε χρυσό) βλέπουμε το δέντρο αλλά χάνουμε το δάσος. Η επιτυχία του συστήματος ήταν οι σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες οι οποίες καθορίζονταν μόνο από τις Κεντρικές Τράπεζες κάθε χώρας ανάλογα με τις ανάγκες της νομισματικής πολιτικής της. Ωστόσο, η μετατρεψιμότητα του Δολλαρίου σε χρυσό σε συνδυασμό με την ελεύθερη διακύμανση της «αγοράς συναλλάγματος» έδωσαν τη «χαριστική βολή» στο συγκεκριμένο σύστημα.
Άρα, επανερχόμενος στο ερώτημα σχετικά με ένα σταθερό και καλύτερο μέσο συναλλαγών εκτός Δολλαρίου, η λύση είναι κάθε νόμισμα να έχει κάλυμμα σε χρυσό χωρίς όμως να είναι μετατρέψιμο σε αυτό; Πιθανόν στην θεωρία, αλλά στην πράξη για τον καταναλωτή τι σημαίνει αυτό; Τι αλλάζει σε σχέση μ’ ότι ισχύει σήμερα; Μήπως σήμερα οι Κεντρικές Τράπεζες κάθε χώρας δεν έχουν χρυσό στα θησαυροφυλάκια τους και δεν συνεχίζουν ν’ αγοράζουν (τι τον θέλουν); Ωστόσο, το Ευρώ δεν έχει κάλυμμα σε χρυσό. Ακόμη κι αν είχε τι θα σήμαινε αν δεν θα μπορούσες ν’ ανταλλάξεις τα Ευρώ σου με ουγκιές χρυσού;
Δεδομένου ότι ο χρυσός είναι εμπόρευμα και η τιμή του επηρεάζεται εκτός από την προσφορά και τη ζήτηση και από τις εκτιμήσεις για το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας οι αυξομειώσεις της θα ευνοούσαν ή θ’ ανέτρεπαν την νομισματική πολιτική μιας χώρας. Το ζήτημα για μια χώρα είναι η χρησιμοποίηση του δικού της νομίσματος στις συναλλαγές των πολιτών της. Ωστόσο, για να συμβεί αυτό πρέπει οι πολίτες της να έχουν εμπιστοσύνη στο νόμισμα τους. Γιατί μπορεί στην πράξη να ισχύει η «αναγκαστική κυκλοφορία» (χωρίς κάλυμμα και μετατρεψιμότητα σε χρυσό) αλλά όταν υπάρχει ένα καλύτερο (προτιμότερο) μέσο συναλλαγών, τότε αυτό κυριαρχεί στην οικονομική δραστηριότητα όπως έγινε στην Ελλάδα με τη χρυσή Λίρα μετά τον Β’ Π.Π. (βλέπε εδώ).
Στην υιοθέτηση της σύνδεσης με τον χρυσό των εθνικών νομισμάτων υπάρχει ένα πρακτικό πρόβλημα και αυτό είναι της αξιοπιστίας. Πόσο χρυσό κατέχει πράγματι μια χώρα; Ποιος μπορεί να επιβεβαιώσει τα νούμερα που η Κεντρική Τράπεζα ανακοινώνει ότι κατέχει; Τι σημαίνει για τους πολίτες η σύνδεση του νομίσματος τους με τον χρυσό αν δεν μπορούν να το ανταλλάξουν μ’ αυτό; Άρα, η σύνδεση των εθνικών νομισμάτων με τον χρυσό δεν στοχεύει στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, αλλά στις διεθνείς συναλλαγές και έμμεσα μέσω αυτών επηρεάζει και το κόστος διαβίωσης (αφού ισχυρό νόμισμα σημαίνει φθηνότερες εισαγωγές, αλλά και ακριβότερες εξαγωγές). Η εξισορρόπηση αυτή οδηγεί τους BRICS στην αναλογία 40%-60%, δηλαδή 40% σε χρυσό και 60% στα νομίσματα των χωρών-μελών (βλέπε εδώ). Σημειώνεται πως η συγκεκριμένη ιστοσελίδα είναι ρωσόφιλη όσο δεν παίρνει. Παρ’ όλα αυτά μια προσεκτική ανάγνωση όλου του κειμένου αποκαλύπτει πως η από-δολλαριοποίηση δεν είναι ούτε εύκολη ούτε γρήγορη διαδικασία.
Προφανώς το 40% που αφορά την κάλυψη σε χρυσό του νομίσματος των BRICS θ’ αφορά την Τράπεζα που έχουν ιδρύσει. Ωστόσο, εκεί που θα γίνει μάχη είναι το μερίδιο καθενός εθνικού νομίσματος στο υπόλοιπο 60%. Αυτό το 60% θα είναι αναμφισβήτητα προϊόν διαπραγμάτευσης μεταξύ των κρατών. Μιας διαπραγμάτευσης που θα πρέπει να εξισορροπήσει αφ’ ενός την εικόνα που κάθε κράτος έχει για τον εαυτό του με την δυναμική της οικονομίας του σε σχέση πάντα με τις επιδιώξεις της εξωτερικής πολιτικής του. Στο σημείο αυτό τα πράγματα περιπλέκονται γιατί:
- Η Κινεζική οικονομία είναι μεγαλύτερη της Ρωσικής και για την ώρα και της Ινδικής (για αυτές της Βραζιλίας και της Ν. Αφρικής ούτε λόγος να γίνεται).
- Από άποψη δυναμικής οι οικονομίες της Ρωσίας και της Κίνας αρχίζουν να φθίνουν και οι προοπτικές τους δεν είναι ευοίωνες για το άμεσο μέλλον, την στιγμή που η Ινδική οικονομία γίνεται δέκτης επενδύσεων των Η.Π.Α. που εγκαταλείπουν την Κίνα.
- Οι επιδιώξεις της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας, Κίνας και Ινδίας είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Η Κίνα εκμεταλλευόμενη την αδυναμία της Ρωσίας εξαιτίας του «Πολέμου της Ουκρανίας» «βάζει πόδι» στη Σιβηρία η οποία δέχεται ορδές Κινέζων οικονομικών μεταναστών (και η οποία στο παρελθόν ανήκε στην Κίνα). Την ίδια ώρα η αντιπαλότητα της Κίνας με την Ινδία συνεχίζεται χωρίς καμία από τα δύο να φαίνεται να υποχωρεί. Επιπλέον, κανένα μέλος των BRICSδεν επιθυμεί να «βάλει πλάτη» στο «φαραωνικό σχέδιο» της Κίνας για τον «νέο Δρόμο του Μεταξιού» μέσω του οποίου οι Κινέζοι επιθυμούν να εκμεταλλευτούν προς ιδίων όφελος τις πρώτες ύλες μιας σειράς χωρών της Αφρικής.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως για να υπάρχει ένα κοινό νόμισμα πρέπει να υπάρχει και μια συν-αντίληψη σχετικά με την ταυτότητα και τους στόχους. Τέτοια συν-αντίληψη δεν υπάρχει στους BRICS και αν ποτέ υπάρξει θα πάρει χρόνο. Σίγουρα η βάση της δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ο αντι-Αμερικανισμός. Ένας αντι-Αμερικανισμός που στις παρούσες συνθήκες δεν είναι διόλου πρακτικός. Η αντίληψη της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν πως η «Δύση» και ειδικά οι Η.Π.Α. βρίσκονται σε σήψη (και σύντομα θα καταρρεύσουν, οπότε μπορούν ευκολότερα να τις αμφισβητήσουν) είναι η ίδια που είχαν η Φασιστική Ιταλία, η Ναζιστική Γερμανία και η μιλιταριστική Ιαπωνία πριν την έκρηξη του Β’ Π.Π. Τότε το «Τριμερές Σύμφωνο» (γνωστότερο ως «Άξονας») ηττήθηκε και αφού όπως ισχυρίζεται ο Μάρξ η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα γιατί να μην πέσουν έξω στις εκτιμήσεις τους και τώρα; Συνεπώς, ο αντι-Αμερικανισμός δεν πρέπει (και δεν μπορεί) ν’ αποτελέσει πυξίδα αμιγώς οικονομικών αποφάσεων.
Για παράδειγμα στην τελευταία Διάσκεψη των BRICS στο Καζάν οι συμμετέχοντες ειδοποιήθηκαν πως εξαιτίας των κυρώσεων δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις κάρτες τους οπότε και θα έπρεπε να έχουν μετρητά. Εκεί θα προμηθεύονταν Ρούβλια τα οποία όμως δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν. Φυσικά για ν’ αγοράσουν Ρούβλια θα έπρεπε να δώσουν είτε Ευρώ είτε Δολλάρια, δηλαδή «σκληρό συνάλλαγμα».
Αντί επιλόγου έχει νόημα να γίνουν κάποιες επισημάνσεις:
- Τα νομίσματα επιτυγχάνουν ή αποτυγχάνουν στον ρόλο τους τόσο εξαιτίας αντικειμενικών παραμέτρων όπως τα οικονομικά μεγέθη μιας οικονομίας όσο και εξαιτίας της εμπιστοσύνης ή της έλλειψης της σ’ αυτά. Είναι απόλυτα λογικό οι πολίτες αδύναμων οικονομικά κρατών να μην εμπιστεύονται τα δικά τους νομίσματα σε σχέση με άλλα. Π.χ. οι Έλληνες μετά τον Β’ Π.Π. κανόνιζαν τις οικονομικές τους συναλλαγές με βάση τη χρυσή Λίρα Αγγλίας και όχι την Δραχμή, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε την «μαύρη αγορά» στη Σοβιετική Ένωση που λειτουργούσε με το Δολλάριο ως μόνο έγκυρο νόμισμα αγνοώντας το Ρούβλι.
- Η δύναμη κάθε εθνικού νομίσματος εξαρτάται από το είδος της οικονομίας της χώρας του. Για παράδειγμα το νόμισμα των Η.Π.Α. θα είναι πάντα προτιμότερο από εκείνα της Ρωσίας και της Κίνας όσο αυτές είναι κατά βάση εξαγωγικές και δεν αναπτύσσουν σημαντικά την εσωτερική τους κατανάλωση. Οι Η.Π.Α. παράγουν τεχνολογικά προηγμένα προϊόντα των οποίων η ποιότητα είναι πολύν καλύτερη των αντίστοιχων Ρωσικών και Κινεζικών. Έτσι οι Η.Π.Α. από τη μια έχουν μεταβληθεί σε μια οικονομία του τριτογενούς τομέα και από την άλλη είναι εξαγωγέας τόσο προηγμένων οπλικών συστημάτων όσο και αγροτικών προϊόντων. Επιπλέον δεν εισάγουν πλέον πετρέλαιο, αφού η εγχώρια παραγωγή τους επαρκεί για τις δικές τους ανάγκες. Από την άλλη η Ρωσία εκτός από σιτάρι και λιπάσματα εξάγει πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ενώ εισάγει πρώτες ύλες αναγκαίες για την παραγωγή μέτριας ως κακής ποιότητας οπλικών συστημάτων. Τέλος η Κίνα εξάγει φθηνά προϊόντα στις προηγμένες χώρες τα οποία για να κατασκευάσει εισάγει πετρέλαιο, ενώ τα οπλικά της συστήματα είναι χειρότερα των Ρωσικών τα οποία και αντιγράφει. Πρέπει επιπλέον να σημειωθεί πως η Κίνα χρηματοδότησε μεγάλα έργα της δανειζόμενη σε Δολλάρια από «επενδυτές» οι οποίοι δεν έχουν πλέον λόγο να επενδύουν σ’ αυτή με την ίδια ένταση χρηματοδοτώντας το έλλειμμα της (το οποίο είναι 3 φορές το Α.Ε.Π. της).
- Τα εθνικά νομίσματα είναι κι αυτά εμπορεύματα των οποίων η τιμή καθορίζεται από τις αγορές νομισμάτων. Συνεπώς, επιδίωξη κάθε χώρας είναι η αύξηση της ζήτησης του νομίσματος της από τις αγορές μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η χρηματοδότηση της οικονομικής της δραστηριότητας. Είναι αμφίβολο αν στα επόμενα χρόνια αλλάξει σημαντικά η ζήτηση για Γιουάν ή Ρούβλια τόσο που να ωφελήσει τα δύο Κράτη. Γι’ αυτό άλλωστε και για τις συναλλαγές τους με το εξωτερικό οι BRICSθα εφαρμόζουν την «εκκαθάριση».
Μερικά πράγματα ευκολότερα λέγονται-διακηρύσσονται παρά γίνονται. Η λήξη της μονοκρατορίας του Δολλάριου δεν είναι μακριά. Ωστόσο, δεν πρόκειται να γίνει με τον τρόπο που κάποιοι αντι-Αμερικανοί ονειρεύονται. Για παράδειγμα το Δολλάριο (αλλά και όλα τα υπόλοιπα) θ’ αντικαταστήσει ένα νέο υβριδικό παγκόσμιο νόμισμα από το Δ.Ν.Τ. στο οποίο θα συμμετέχουν σε κάποιο ποσοστό όλα τα εθνικά νομίσματα με το Δολλάριο φυσικά να έχει το μεγαλύτερο μερίδιο από κάθε άλλο. Σε κάθε περίπτωση το κυρίαρχο ζήτημα για την οικονομία κάθε χώρας δεν είναι ποιο νόμισμα χρησιμοποιεί ως αποθεματικό, αλλά τι παράγει, τι εισάγει και τοι εξάγει. Πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από την χρήση του Δολλαρίου ως αποθεματικό νόμισμα είναι αυτό που από το 1977 ονομάζεται «η Ολλανδική ασθένεια» (Dutch Disease) που θ’ αποτελέσει το θέμα του επόμενου κειμένου.
09 Νοέμβρη 2024
«πουθενάς 1».