- Είναι αναγκαία και γιατί η Οικονομική Δικαιοσύνη;
- Είναι αναγκαία και γιατί η Οικονομική Ισότητα;
Προτού προχωρήσουμε στην απάντηση τους καλό θα ήταν να ορίσουμε τις έννοιες «Οικονομική Δικαιοσύνη» και «Οικονομική Ισότητα».
Περί Οικονομικής Δικαιοσύνης.
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι, αν θέλουμε να είμαστε ουσιαστικοί, δύσκολη καθώς σε μεγάλο βαθμό κινείται στα όρια της ταυτολογίας. Προφανώς και η Οικονομική Δικαιοσύνη είναι αναγκαία, γιατί όπου δεν «βασιλεύει» (ισχύει) η Δικαιοσύνη υπάρχει χώρος για την εκδήλωση κοινωνικών αναταραχών εξαιτίας της απουσίας της και της αντίστοιχης Κοινωνικής Αδικίας. Αυτή η απάντηση δεν βοηθά και πολύ στο σημερινό μας θέμα γιατί δεν μας πάει μακρύτερα απ’ αυτό που ήδη διατυπώθηκε. Γνωρίζουμε ότι το «αναγκαίο» είναι το ελάχιστο που πρέπει να υφίσταται προκειμένου κάτι να είναι λειτουργικό. Κατ’ ανάγκη και εφ’ όσον θεωρούμε ότι κάποια πράγματα πρέπει να λειτουργούν (και μάλιστα ικανοποιητικά) το «αναγκαίο» αντιστοιχεί στο «επιθυμητό». Έτσι αντικαθιστώντας το «αναγκαία» με το «επιθυμητή» η ερώτηση μας διαμορφώνεται σε:
«Είναι επιθυμητή και γιατί η Οικονομική Δικαιοσύνη;».
Η πρώτη απάντηση και στη νέα αυτή ερώτηση είναι η ίδια με πρίν. Η Δικαιοσύνη (μαζί με την Αλληλεγγύη) είναι η συγκολλητική ουσία της Κοινωνίας. Το κρίσιμο όμως ζήτημα είναι τι περιεχόμενο δίνουμε στην «Δικαιοσύνη» και μάλιστα στο πεδίο της Οικονομίας (οικονομικής δραστηριότητας). Προφανώς με την ερώτηση που θέσαμε παραπάνω εννοούμε την δίκαιη μοιρασιά του «κοινωνικού προϊόντος» το οποίο μετράται μέσω του Α.Ε.Π. σε ετήσια βάση.
Τώρα όμως εκτός από τον ορισμό του περιεχομένου της «Δικαιοσύνης» πρέπει να ορίσουμε και το «κοινωνικό προϊόν». Για λόγους που θα γίνουν κατανοητοί σε λίγο αφήνω στην άκρη τον ορισμό του περιεχομένου της «Δικαιοσύνης» και θα προχωρήσω στον ορισμό του «κοινωνικού προϊόντος».
«Κοινωνικό προϊόν» είναι το προϊόν στην παραγωγή του οποίου συνεισέφεραν όλα τα μέλη της Κοινωνίας. Προφανώς η συνεισφορά δεν ήταν ισομερής (της ίδιας βαρύτητας) καθώς μόνο στην θεωρία και σε ακραίες καταστάσεις θα μπορούσαν όλοι οι κλάδοι/τομείς της Οικονομίας να συνεισφέρουν ακριβώς το ίδιο ποσοστό στο Α.Ε.Π. της Χώρας. Στην πράξη το «κοινωνικό προϊόν» αντιστοιχεί στα φορολογικά έσοδα μιας χρονιάς και μάλιστα στην διαφορά τους (αύξηση) σε σχέση με την προηγούμενη. Τα φορολογικά αυτά έσοδα αντιστοιχούν στον Φ.Π.Α., στον Φ.Μ.Υ. και στον Φόρο Εισοδήματος Νομικών Προσώπων (εφ’ όσον τα Φυσικά Πρόσωπα έχουν φορολογηθεί μέσω του Φ.Μ.Υ.).
Τώρα τίθεται το πρακτικό ζήτημα της μοιρασιάς, το οποίο για ν’ απαντηθεί πρέπει να οριστεί το περιεχόμενο της «Δικαιοσύνης». Η πρώτη απάντηση είναι η μοιρασιά να γίνει διανέμοντας το «κοινωνικό προϊόν» σε ίσα μερίδια. Πιθανόν ο τρόπος αυτός να είναι ο ενδεδειγμένος όταν κόβουμε Βασιλόπιτα και ειδικά όταν θέλουμε όλοι να έχουν τις ίδιες πιθανότητες να κερδίσουν το φλουρί. Σ’ όλες όμως τις άλλες περιστάσεις δεν ακολουθείται ο ίδιος κανόνας. Όλοι μας έχουμε εμπειρία από οικογενειακά τσιμπούσια στα οποία οι μερίδες των παιδιών ήταν μεγαλύτερες και πιο προσεγμένες από αυτές των ενηλίκων. Άρα το μοίρασμα σε ίσα μερίδια δεν είναι η απάντηση που θέλουμε γιατί με τον τρόπο αυτό δεν αλλάζει ουσιαστικά η κατάσταση κανενός απ’ όσους μετέχουν στη μοιρασιά, αφού οι οικονομικές μεταξύ τους ανισότητες παραμένουν οι ίδιες με πρίν.
Άρα η διανομή του «κοινωνικού προϊόντος» πρέπει να γίνει με τρόπο που να οδηγεί μακροπρόθεσμα στην Οικονομική Ισότητα. Έτσι όμως και πάντα όσο αφορά την διανομή του «κοινωνικού προϊόντος» η κοινωνικά επιθυμητή επιλογή ταυτίζει την δίκαιη μοιρασιά με την επιδίωξη της Οικονομικής Ισότητας (δηλαδή την μείωση των οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των πολιτών).
Περί Οικονομικής Ισότητας.
Η απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα μπορεί να δοθεί με την ίδια προσέγγιση. Φυσικά και είναι αναγκαία/επιθυμητή η επιδίωξη της Οικονομικής Ισότητας. Βέβαια στην πράξη αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί ποτέ. Μπορεί όμως (και πρέπει) να επιδιώκεται έτσι ώστε μέσω της επιδίωξης της ν’ ανεβαίνει το βιοτικό επίπεδο αυτών που είναι στη βάση (και στο περιθώριο) της κοινωνικής πυραμίδας μειώνοντας το χάσμα μεταξύ των ρετιρέ και των υπογείων. Για να επιτευχθεί η Οικονομική Ισότητα πρέπει η διανομή του «κοινωνικού προϊόντος» να γίνει ανάλογα με τις ανάγκες των «μη προνομιούχων» και τελικά για το καλό όλων (την Κοινωνική Ειρήνη).
Ακόμη και αν η Οικονομική Ισότητα δεν είναι στην πράξη επιτεύξιμη, ωστόσο δεν είναι καθόλου άχρηστη ως επιδίωξη (σκοπός) η οποία θα πρέπει να νοηματοδοτεί τις πράξεις μας. Το αντίθετο μάλιστα. Συνεπώς θα πρέπει η διανομή του «κοινωνικού προϊόντος» να γίνεται σε πρώτο βαθμό με βάση τις ανάγκες κάθε κατηγορίας πολιτών και σε δεύτερο ανάλογα με τις ανάγκες κάθε πολίτη ξεχωριστά. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να υπηρετηθεί το πνεύμα της Οικονομικής Ισότητας και να εξασφαλιστεί (σε κάποιο βαθμό και ανάλογα με τις γενικότερες οικονομικές συνθήκες) η κοινωνική ειρήνη. Ταυτόχρονα η διανομή του «κοινωνικού προϊόντος» μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργεί μια αίσθηση κοινωνικής ευδαιμονίας σαν και αυτή που απολαμβάνουν οι μικρές πληθυσμιακά χώρες της Σκανδιναβίας οι οποίες αποτελούν για πολλούς το ιδεώδες πρότυπο αναφοράς.
Στη συνέχεια θα δούμε το πώς μπορούν να εφαρμοστούν αυτά στην πράξη.
Η εφαρμογή στην πράξη της Οικονομικής Ισότητας.
Η εφαρμογή στην πράξη της Οικονομικής Ισότητας (όπως άλλωστε και κάθε μέτρου) απαιτεί δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι η ύπαρξη των αναγκαίων υλικοτεχνικών υποδομών. Η δεύτερη είναι και η σπουδαιότερη και αφορά στην πολιτική απόφαση (βούληση) να εφαρμοστούν. Αφήνοντας στην άκρη την πρώτη προϋπόθεση την οποία και για άλλους λόγους θεωρούμε αυτονόητη (ειδικά στη σημερινή εποχή) θ’ ασχοληθούμε με την δεύτερη και ειδικότερα με το πώς θα πρέπει να πάρει «σάρκα και οστά».
Δεν χρειάζεται η εφαρμογή πολιτικών που προάγουν την Οικονομική Ισότητα να γίνει σε κλίμα έντασης καθώς τα μέτρα αυτά είναι συνολικά καλά για την Οικονομία και από αυτά κερδίζουν όλοι. Η μεγάλη όμως πρόκληση είναι ο τρόπος με τον οποίο θ’ αποφασιστεί η διανομή και ο οποίος πρέπει να μεγιστοποιεί τα άμεσα αλλά και τα μελλοντικά οφέλη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένα μέρος του θα διανέμεται άμεσα και το υπόλοιπο θα επενδύεται για την κάλυψη μελλοντικών αναγκών.
Προκειμένου να περάσουμε στην πρακτική εφαρμογή των μέτρων αυτών θα πρέπει να ορίσουμε ένα όριο «αξιοπρεπούς διαβίωσης» το οποίο θα είναι ανάλογο για κάθε περίπτωση (από τον άγαμο ως την πολύτεκνη οικογένεια). Το όριο αυτό το οποίο θα πρέπει ν’ αναθεωρείται τακτικά και θα πρέπει ν’ αντιστοιχεί στο κόστος συντήρησης της εργατικής/υπαλληλικής/επιχειρηματικής (για τους ελεύθερους επαγγελματίες) δύναμης. Στο κόστος αυτό δεν περιλαμβάνονται μόνο η διατροφή και η ένδυση/υπόδηση (δηλαδή τα βασικά για την συντήρηση) αλλά και εκτίμηση για το κόστος που αντιστοιχεί στην αναψυχή και αυτό γίνεται γιατί η δυνατότητα αναψυχής/διασκέδασης επηρεάζει την ποιότητα και την ποσότητα της απόδοσης του εργάτη/υπαλλήλου/επιχειρηματία.
Ακολούθως το εισόδημα που έχει προσδιοριστεί μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να συγκρίνεται με το διάμεσο για κάθε κατηγορία εισόδημα (για το οποίο έχουμε μιλήσει πολλές φορές). Η σύγκριση αυτή θα δώσει το μέτρο της αύξησης των εισοδημάτων αυτών που βρίσκονται κάτω από το όριο που θέσαμε προηγουμένως. Η σκοπιμότητα είναι το διάμεσο εισόδημα να ισούται με το όριο που έχει τεθεί. Στην περίπτωση που το διάμεσο εισόδημα είναι ήδη μεγαλύτερο από το όριο «αξιοπρεπούς διαβίωσης» ο στόχος θα πρέπει να είναι ολοένα και περισσότερα εισοδήματα να τείνουν (φτάνουν) το διάμεσο το οποίο για την περίσταση θ’ αποτελεί το όριο «αξιοπρεπούς διαβίωσης» για κάθε αντίστοιχη κατηγορία. Για να είναι όμως αντικειμενικό και αποδοτικό αυτό το σύστημα θα πρέπει τα δηλωθέντα εισοδήματα να είναι τα πραγματικά και να μην αποκρύπτεται τίποτα.
Αφού έχουμε θέσει τους κανόνες πρέπει ν’ αποφασιστεί πόσο από το «κοινωνικό προϊόν» κάθε χρονιάς θα διατίθεται για την άμεση καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου όσων βρίσκονται κάτω από το όριο «αξιοπρεπούς διαβίωσης» για κάθε κατηγορία και πόσο θα επενδύεται για το μέλλον. Αυτή είναι μια κατεξοχήν πολιτική απόφαση και η λήψη της θα επηρεάσει άμεσα και τις οικονομικές προσδοκίες για τις περιόδους που θ’ ακολουθήσουν. Είναι προφανές ότι όσο μεγαλύτερο ποσοστό του «κοινωνικού προϊόντος» διανέμεται άμεσα τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η βραχυπρόθεσμη αύξηση του Α.Ε.Π. η οποία με την σειρά της θα οδηγεί και σε μεγαλύτερο «κοινωνικό προϊόν» για τις επόμενες περιόδους μέσω της λειτουργίας των πολλαπλασιαστών. Δεν θα πρέπει όμως να παρασυρθούμε από την γοητεία των αριθμών και ν’ αγνοήσουμε την ανάγκη αποταμίευσης. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή έχει σχέση με την κυβερνητική οικονομική πολιτική δεν έχει ιδιαίτερη σημασία να επεκταθούμε άλλο στο παρόν κείμενο.
Η τελευταία αλλά όχι λιγότερο κρίσιμη (ίσως μάλιστα η κρισιμότερη) απόφαση είναι οι τομείς στους οποίους θα διανεμηθεί άμεσα και έμμεσα το «κοινωνικό προϊόν» είτε ως βοήθημα είτε ως αποταμίευση καθώς και οι μεταξύ τους ποσοστώσεις. Η απόφαση αυτή θα κρίνει και τους τρόπους με τους οποίους θα γίνει η διανομή (ως επιδοματική ενίσχυση, ως φορολογική πίστωση, ως επιστροφή Φόρου Εισοδήματος κ.λ.π.). Στο προηγούμενο κείμενο μου έγινε λόγος για το ότι τα μέτρα με τα οποία θα επιχειρηθεί ν’ ανακουφιστούν όσοι πλήττονται περισσότερο από την «εσωτερική υποτίμηση» θα πρέπει να ιδωθούν συνολικά και όχι ανά κατηγορία. Ο συνδυασμός τους (φορολογικά, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά) θα πρέπει να οδηγεί σε καλυτέρευση της θέσης όσων πλήττονται περισσότερο. Αυτός θα πρέπει να είναι ο κανόνας δεδομένου ότι στην πράξη δεν είναι εύκολος ο μεταξύ τους διαχωρισμός. Το μικρότερο εισόδημα μπορεί ν’ αναπληρωθεί από πίστωση η οποία να μπορεί να χρησιμοποιηθεί αν και εφ’ όσον παραστεί ανάγκη (π.χ. μεγαλύτερη κάλυψη ιατρικού κόστους ή δωρεάν χορήγηση των αναγκαίων). Φυσικά η πίστωση στην οποία θα καταφεύγει κάποιος όταν παραστεί ανάγκη θα καλύπτεται από το προϊόν που θα παράγουν τα κεφάλαια που θα έχουν αποταμιευτεί. Με τον τρόπο αυτό μεγαλώνει το ποσοστό του «κοινωνικού προϊόντος» το οποίο αποταμιεύεται. Σε κάθε περίπτωση αυτή είναι μια καθαρά πολιτική απόφαση η οποία όμως συνεκτιμά και την επίπτωση (όφελος ή επιβάρυνση) στα Δημόσια Οικονομικά.
Πρέπει να είναι προφανές μέχρι το σημείο αυτό ότι η έννοια της Δικαιοσύνης ταυτίζεται (ή πρέπει να ταυτίζεται) τουλάχιστον από άποψη περιεχομένου με εκείνη της Ισότητας όσον αφορά την διανομή του «κοινωνικού προϊόντος» της Οικονομίας. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η διανομή να γίνει με πνεύμα Δικαιοσύνης (δηλαδή σύμφωνα με τις ανάγκες καθενός) έτσι ώστε να επιτευχθεί η Κοινωνική Ισότητα. Σε πρακτικό επίπεδο και για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι απαραίτητα το επόμενα βήματα:
- Η ύπαρξη των απαραίτητων υλικοτεχνικών υποδομών.
- Η πολιτική βούληση.
- Ορισμός επιπέδου «αξιοπρεπούς διαβίωσης» για κάθε περίπτωση.
- Εύρεση του «διάμεσου εισοδήματος» και σύγκριση του με το επίπεδο «αξιοπρεπούς διαβίωσης».
- Ορισμός του ποσοστού του «κοινωνικού προϊόντος» το οποίο θα διανέμεται άμεσα και εκείνου που θ’ αποταμιεύεται για μελλοντική χρήση.
- Καθορισμός των τομέων στους οποίους θα διανεμηθεί τι «κοινωνικό προϊόν». Με τον τρόπο αυτό θα καθορισθούν και οι τρόποι διανομής του (π.χ. μέσω της φορολογίας) καθώς και οι ανά τομέα ποσοστώσεις.
Έχοντας αναφερθεί μέχρι εδώ στο πλαίσιο του συστήματος διανομής του «κοινωνικού προϊόντος» πρέπει ν’ αναφερθούμε στους κινδύνους οι οποίοι έστω και θεωρητικά ελλοχεύουν και για την αντιμετώπιση των οποίων θα πρέπει το Κράτος να είναι έτοιμο.
Ενδεχόμενοι κίνδυνοι από την διανομή του «κοινωνικού προϊόντος».
Ανεξαρτήτως της πολιτικής τοποθέτησης κάποιου είναι ανάγκη όταν σχεδιάζεται ένα σύστημα η λειτουργία του οποίου στοχεύει στην εξομάλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων να λαμβάνονται υπ’ όψη οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι όσο απίθανοι και αν φαίνονται σε πρώτη ανάγνωση. Οι κίνδυνοι στους οποίους θ’ αναφερθώ στο κεφάλαιο αυτό είναι γνωστοί σαν «ηθικοί».
Ο «ηθικός κίνδυνος» είναι ένα από τα πλέον αγαπημένα θέματα των νέο-φιλελεύθερων οι οποίοι αρέσκονται να τον χρησιμοποιούν όταν θέλουν να επιχειρηματολογήσουν εναντίον μιας παροχής από το Κράτος στους πολίτες. Ο «ηθικός κίνδυνος» υφίσταται και σε στις υπόλοιπες παροχές (π.χ. επιδοτήσεις στους επιχειρηματίες) ωστόσο σπανιότατα ή και ποτέ δεν θ’ ακούσετε κάποιον νέο-φιλελεύθερο να επιχειρηματολογήσει αρνητικά σχετικά μ’ αυτές τις παροχές (οι οποίες δίνονται υποτίθεται για την αύξηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας).
Ο «ηθικός κίνδυνος» συνίσταται στην αθέτηση των υποχρεώσεων κάποιων οι οποίοι «κακόμαθαν» εξαιτίας μιας αντίστοιχης «καλομεταχείρισης» κυρίως από την πλευρά του Κράτους. Οι παροχές οι οποίες δημιουργούν τον «ηθικό κίνδυνο» στα μάτια του νέο-φιλελεύθερου εξυπηρετούν αποκλειστικά την πελατειακή σχέση των κυβερνώντων με τους ψηφοφόρους τους οποίους αν αφήσουν «ατάιστους» θα πάνε στους δίπλα. Επιπρόσθετα αν και οι παροχές αυτές αυξάνουν το διαθέσιμο για κατανάλωση εισόδημα (άρα και την οικονομική δραστηριότητα) οι νέο-φιλελεύθεροι τις θεωρούν αντιπαραγωγικές. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν συχνότερα είναι κυρίως δύο. Το ένα είναι ο ισχυρισμός ότι μέσω των παροχών αυτών αυξάνεται το Δημόσιο Χρέος άρα και η φορολογική επιβάρυνση για την εξυπηρέτηση του. Το άλλο είναι ο ισχυρισμός ότι τα λεφτά αυτά θα μπορούσαν να κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις μέσω των οποίων θ’ αυξηθεί η απασχόληση και πάει λέγοντας.
Δεν υπάρχει λόγος ν’ ασχοληθώ με τα επιχειρήματα αυτά επί μακρόν γιατί όπως έχει αναφερθεί και σε προηγούμενα κείμενα της σειράς αυτής οι νέο-φιλελεύθεροι (όχι όμως μόνον αυτοί) χρησιμοποιούν κάθε φορά από την Οικονομική Θεωρία και εμπειρία μόνον ότι τους συμφέρει. Έτσι παραγνωρίζουν την λειτουργία των πολλαπλασιαστών όταν τα χρήματα δίνονται κατευθείαν στους πολίτες. Ακόμη και όταν παραδέχονται τα οφέλη από την απευθείας χορήγηση ανταπαντούν πως τα οφέλη θα είναι μικρής διάρκειας (μέχρι να ξοδευτούν όλα τα λεφτά), ενώ αν τα ίδια ποσά δίνονταν ως φθηνή οικονομική ενίσχυση στους επιχειρηματίες εκείνοι θα τ’ αξιοποιούσαν καλύτερα δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας οι οποίες θ’ απέφεραν πολλαπλάσια στην Εθνική Οικονομία και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Προφανώς σκόπιμα παραγνωρίζουν τον «ηθικό κίνδυνο» από πλευράς των επιχειρηματιών οι οποίοι θα μπορούσαν να τσεπώσουν τα λεφτά και να «την κάνουν» αφήνοντας υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και απλήρωτους προμηθευτές, πιστωτές, Δημόσιο και εργαζόμενους. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα στο παρελθόν που τεκμηριώνουν αυτού του είδους τον κίνδυνο από την πλευρά των επιχειρηματιών/εργοδοτών. Ωστόσο θα ήταν πολύ περίεργο αν οι νέο-φιλελεύθεροι έπαιρναν διαφορετική θέση γιατί πρώτον δεσμεύονται απόλυτα στην υποστήριξη του (ψευδούς) αξιώματος ότι η Οικονομία αυτορυθμίζεται και δεύτερον γιατί οι επιχειρηματίες είναι η οικονομική και κοινωνική ομάδα της οποίας τα συμφέροντα προνομιακά υπερασπίζονται.
Επί της ουσίας ο «ηθικός κίνδυνος» συνίσταται:
- στην απροθυμία όσων εισπράττουν τις παροχές να μην επιδιώκουν την περαιτέρω βελτίωση της οικονομικής θέσης τους ψάχνοντας εργασία (στην περίπτωση που είναι άνεργοι) γιατί οι παροχές είτε από μόνες τους είτε σε συνδυασμό με άλλα εισοδήματα τους εξασφαλίζουν το επιθυμητό γι’ αυτούς επίπεδο διαβίωσης,
- στην προσπάθεια απόκρυψης των πραγματικών τους εισοδημάτων προκειμένου να είναι (ή να συνεχίσουν να είναι) δικαιούχοι των παροχών.
Ο δεύτερος κίνδυνος είναι εύκολα αντιμετωπίσιμος και η αντιμετώπιση του σχετίζεται με την υλικοτεχνική υποδομή και την διασύνδεση των πληροφοριακών συστημάτων του Δημοσίου και των τραπεζών.
Ο πρώτος είναι μεν υπαρκτός αλλά ταυτόχρονα και σχετικός. Ναι, κανείς δεν μπορεί (και δεν θα έπρεπε) ν’ αποκλείσει το ενδεχόμενο να υπάρξει αριθμός δικαιούχων των παροχών αυτών οι οποίοι λαμβάνοντες τις για μια σχετικά μεγάλη χρονική περίοδο (π.χ. μακροχρόνια άνεργοι) να συνηθίσουν στην κατάσταση αυτή και να μην επιδιώξουν την βελτίωση της θέσης τους. Στα κράτη με ισχυρό κοινωνικό κράτος το σύνολο των επιδομάτων που λάμβαναν οι άνεργοι είναι χαμηλότερο σε σχέση με τον «βασικό μισθό». Βέβαια στα κράτη αυτά υπάρχουν και άλλες πλήν των επιδομάτων ανεργίας παροχές με τις οποίες εξασφαλίζεται ένα «αξιοπρεπές» επίπεδο διαβίωσης.
Φυσικά είναι διαφορετικό να μιλάμε για Βόρειο-Ευρωπαίους οι οποίοι έχουν ουσιαστικά διαφορετικές συνήθειες από εμάς. Ο καθορισμός του ύψους των παροχών σ’ επίπεδο χαμηλότερο του «βασικού μισθού» πιθανόν να μην είχε την ίδια επιτυχία, ειδικά αν συνεχίζει να είναι εύκολη η απόκτηση εισοδημάτων από «μαύρη εργασία» (αδήλωτη). Δεδομένου ότι με την διανομή του «κοινωνικού προϊόντος» επιθυμούμε να μειώσουμε την Οικονομική και άρα και την Κοινωνική Ανισότητα και όχι να δημιουργήσουμε μια γενιά (η οποία πιθανόν να διαιωνίζεται) δικαιούχων κοινωνικών επιδομάτων, πρέπει η προσέγγιση στην περίπτωση μας να είναι διαφορετική.
Παραπάνω επιχειρηματολόγησα σχετικά με την άμεση (για ξόδεμα) και έμμεση διανομή του «κοινωνικού προϊόντος». Η έμμεση διανομή αφορά τόσο στην αποταμίευση και αξιοποίηση μέρους του «κοινωνικού προϊόντος» όσο και στην εξασφάλιση πίστωσης για κάθε δικαιούχο αν και όταν αυτός την χρειαστεί. Η πίστωση αυτή θα μπορούσε ν’ αφορά από την παροχή δωρεάν (χωρίς την καταβολή χρημάτων από τον δικαιούχο) ιατρικών ή/και ασφαλιστικών υπηρεσιών ως την χρηματοδότηση επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Επειδή πρώτιστη επιδίωξη του Κράτους είναι (ή θα έπρεπε να είναι) η εξασφάλιση εργασίας για όλους τους υπηκόους του (άρθρο 22 του Συντάγματος) θα μπορούσε (μάλλον θα έπρεπε) να συνδεθεί η κάλυψη της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των δικαιούχων με την επιβεβαιωμένη αναζήτηση από αυτούς εργασίας ή με την χρησιμοποίηση τους σε κοινωφελή εργασία. Δεδομένης της παροχής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (πιθανόν να συνδεθεί και η συνέχιση της χορήγησης επιδομάτων ανεργίας και πρόνοιας) με την παροχή κοινωφελούς εργασίας στην περίπτωση αυτή δεν θα είχαμε «αναγκαστική εργασία» (αγγαρεία) την οποία απαγορεύει το Σύνταγμα (άρθρο 22 παρ. 4). Σημειώνω ότι η παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ασφαλιστικών-συνταξιοδοτικών υπηρεσιών μπορεί και πρέπει να συνεχίζεται και σ’ αυτούς που βρίσκουν «κακοπληρωμένες» θέσεις εργασίας και να παρέχεται συμψηφιστικά με τις κρατήσεις που γίνονται για λογαριασμό τους. Η συνέχιση των παροχών αυτών και μετά την εύρεση εργασίας γίνεται στα πλαίσια της παροχής κινήτρων για την κάλυψη των χαμηλόμισθων θέσεων εργασίας.
Οι υπηρεσίες τις οποίες θα μπορούσαν να προσφέρουν οι δικαιούχοι των επιδομάτων (ανεργίας και πρόνοιας) αλλά και της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης είναι γνωστές ως «Κοινωνική Οικονομία» και είναι οι υπηρεσίες περίθαλψης όσων έχουν ανάγκη (π.χ. ηλικιωμένων χωρίς άμεσους συγγενείς). Με τον τρόπο αυτό δεν υφίσταται όχι μόνο «ηθικός κίνδυνος» αλλά ούτε καν ο κίνδυνος όσοι από τους δικαιούχους έχουν τα προσόντα και την θέληση να επιδιώξουν κάποια απασχόληση είτε ως μισθωτοί, είτε ως εργοδότες, είτε τέλος ως αυτοαπασχολούμενοι. Όσοι δεν έχουν την ίδια με τους προηγούμενους επιθυμία ή προσόντα θα συνεχίσουν την ζωή τους προσφέροντας εκτός από κοινωφελείς υπηρεσίες υπηρεσία και στην Οικονομία, αφού αυτοί αποτελούν είτε λόγω ηλικίας, είτε προσόντων, είτε τέλος ψυχολογίας το λιγότερο αποδοτικό εργατικό-υπαλληλικό δυναμικό.
Αναλόγως και των προγραμματικών δηλώσεων (επιδιώξεων) της κυβέρνησης είναι πιθανό να επανέλθουμε πιο αναλυτικά στο ζήτημα, είτε με αυτόνομο κείμενο, είτε στα πλαίσια γενικότερου κειμένου που θ’ αφορά την κυβερνητική οικονομική πολιτική.
3 Οκτώβρη 2015
παρατηρητής 1.