Η σημερινή κυβέρνηση εξαιτίας και της προηγούμενης αντιπολιτευτικής τακτικής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι αιχμάλωτη της πραγματικότητας. Στην ουσία σύρεται από αυτήν και «αναγκάζεται» να κάνει πράγματα που θεωρητικά αντιτίθενται στις πολιτικές αρχές της. Γευόμενη τους καρπούς της υποτιθέμενης διαπραγμάτευσης και έχοντας υποχρέωση να επιμερίσει τον λογαριασμό στην κοινωνία νομοθετεί όχι με βάση τις πολιτικές αρχές της αλλά τις εισηγήσεις των «υπηρεσιακών παραγόντων» (όπως ονομάζονται τα στελέχη των υπουργείων τα οποία διορίζονται και δεν εκλέγονται όπως η πολιτική ηγεσία). Ακόμη και όταν τα μέτρα έχουν μια ιδεολογική χροιά (π.χ. ο Φ.Π.Α. στην Ιδιωτική Εκπαίδευση) έχουν πρόβλημα ως προς την κοστολόγηση τους (οπότε και υπάρχει υστέρηση σε σχέση με τους στόχους).
Έχοντας αντί της διαγραφής του χρέους υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχει απεγκλωβιστεί (αν και όχι εντελώς) από την πλήρως αποτυχημένη διαπραγματευτική του τακτική. Στην πρώτη της θητεία η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-ΑΝ.ΕΛ. επεδίωξε να τραβήξει σε μάκρος την διαπραγμάτευση μέχρι να εξαντληθεί ο χρόνος, έτσι ώστε να εκβιάσει την πλευρά των δανειστών. Όταν αυτή η τακτική απέτυχε προσπάθησε ν’ αποδράσει μέσω του δημοψηφίσματος (το οποίο προσπάθησε να χάσει αλλά δεν τα κατάφερε). Αφού απέτυχε και αυτός ο σχεδιασμός κατέστη αναγκαία η «κωλοτούμπα» Τσίπρα και η μετάλλαξη του σε μνημονιακό (λόγω ανάγκης). Ωστόσο θα ήμασταν προκλητικά αφελείς αν νομίζαμε πως ότι συνέβη στα τέλη Ιούνη ήταν τυχαίο (απρογραμμάτιστο). Έχει γίνει πλέον προφανές ότι η επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων (οι οποίοι για την προστασία των τραπεζών ήταν απολύτως απαραίτητοι) εξυπηρέτησε τους σχεδιασμούς «υπηρεσιακών παραγόντων» οι οποίοι αλλιώς θα είχαν μεγάλες δυσκολίες όταν θα προσπαθούσαν να επιβάλλουν την κατάργηση των πληρωμών με μετρητά και την χρήση μόνο ηλεκτρονικών μέσων (χρεωστικών και πιστωτικών καρτών καθώς και e-banking). Χωρίς κεφαλαιακούς ελέγχους πως θ’ αυξάνονταν τα πελατολόγια των τραπεζών (άρα και οι προμήθειες τους) από μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που τρέχουν να βάλουν μηχανήματα ηλεκτρονικών πληρωμών; Ακόμη καλύτερα αν μπορούσαν να χρεωθούν στους δανειστές (παρότι τους επέβαλε η Ελληνική κυβέρνηση).
Έτσι έχουμε μια κυβέρνηση η οποία παίρνει τα πλέον σκληρά μέτρα φροντίζοντας όμως παράλληλα να τα επενδύει με κάποιου τύπου «ιδεολογικά» επιχειρήματα. Όταν δε και αυτά δεν αρκούν τότε είτε γίνεται προσπάθεια να φορτωθούν στους προηγούμενους (που έφεραν τα πράγματα ως εδώ) είτε επιστρατεύεται το επιχείρημα της «συνυπευθυνότητας» (το Μνημόνιο-3 το ψήφισε και η αντιπολίτευση και συνεπώς δεν πρέπει ν’ ασκεί τώρα κριτική). Τα παραδείγματα δυστυχώς είναι πολλά και εκτείνονται από το ζήτημα της επιβολής του Φ.Π.Α. στην Ιδιωτική Εκπαίδευση ως το ποιους ψηφοφόρους αφορά η επιβολή του. Η ανευθυνότητα (και η λεκτική ελαφρότητα) όπως επίσης και η κακεντρέχεια του Υπουργού Παιδείας είναι πλέον παροιμιώδης (αν και για να είμαστε δίκαιοι μας είχε δώσει πλήθος προειδοποιήσεων το προηγούμενο διάστημα) αποδεικνύοντας ότι η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχει εκτός από την πραγματικότητα να ξεπεράσει και το χρόνιο κόμπλεξ που την διακατέχει έναντι των άλλων πολιτικών δυνάμεων. Δεν είναι δα και εύκολα διαχειρίσιμη η άνοδος από το 4% στο 36%. Βέβαια την ίδια στάση με την κυβέρνηση έχουν και οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. οι οποίοι μέχρι σχετικά πρόσφατα ευχαριστιούνταν επειδή ο Τσίπρας ανάγκασε την αντιπολίτευση να ψηφίσει το Μνημόνιο-3 (λές και αυτοί θα μείνουν ανεπηρέαστοι από αυτό)!.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως δουλειά δεν γίνεται. Δεν γίνεται να υποστηρίζει κυβερνητικός βουλευτής ότι «Δεν στέλνουν οι ψηφοφόροι μας τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία (διαχωρίζοντας προφανώς τα φροντιστήρια από τα ιδιωτικά σχολεία) και άρα δεν τους αφορούν αυτά τα μέτρα». Ακόμη και αν αυτό ίσχυε όταν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν στο 4% είναι πολύ δύσκολο να ισχύει σήμερα. Άσε που είναι πρακτικά αδύνατο (αλλά και επικίνδυνα αντιδημοκρατικό) να διαχωρίσεις τους ψηφοφόρους σου από τους υπόλοιπους πολίτες και έτσι να τους εξαιρέσεις από την επιβολή κάποιων μέτρων. Το χειρότερο δεν είναι όσα μέχρι τώρα έχουν λεχθεί, αλλά ότι η κυβέρνηση συναισθανόμενη το αδιέξοδο στο οποίο η ίδια με ευθύνη της έχει περιέλθει και την κατακραυγή από την εφαρμογή των μέτρων αποφασίζει να επιμερίσει σ’ όλη την κοινωνία το κόστος από την μη εφαρμογή του Φ.Π.Α. σε φροντιστήρια και ιδιωτικά σχολεία, ακυρώνοντας στην πράξη όλα τα λογίδρια και τους δεκαρικούς του Υπουργού Παιδείας σχετικά με την Δημόσια και την Ιδιωτική Εκπαίδευση και τα εισοδήματα που έχουν όσοι στέλνουν τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία (ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Τσίπρας). Και όλα αυτά σε μια χώρα στην οποία από την Ανεξαρτησία της και μετά οποιοδήποτε εκπαιδευτικό ίδρυμα (πλήν Α.Ε.Ι. και αυτά κατά περιόδους) διακρίθηκε για την ποιότητα της εκπαίδευσης του ήταν είτε ιδιωτικό είτε ιδρύθηκε με ιδιωτικά κεφάλαια. Βέβαια πίσω από την δήθεν υποστήριξη της Δημόσιας Εκπαίδευσης και την υποβάθμιση της αντίστοιχης Ιδιωτικής κρύβονται και άλλες σκοπιμότητες οι οποίες όμως δεν είναι του παρόντος αν και σχετίζονται με την «προσέλκυση επενδύσεων».
Συνεπώς έχουμε μια κυβέρνηση η οποία άγεται και φέρεται από την πραγματικότητα χωρίς να έχει κάποιο έλεγχο της κατάστασης ή να την καθορίζει. Σε μια τέτοια κατάσταση (όπως μας έχει διδάξει και το παρελθόν) η κυβέρνηση αποκόπτεται από την κοινωνία, κλείνεται στον εαυτό της, σφιχταγκαλιάζεται με τους «υπηρεσιακούς παράγοντες» (από τους οποίους και εξαρτάται όλο και περισσότερο) και επαναλαμβάνει μονότονα το ίδιο τροπάρι προσπαθώντας να πείσει όσους περισσότερους ψηφοφόρους μπορεί για όσο περισσότερο γίνεται. Η διακυβέρνηση μιάς τέτοιας κυβέρνησης δεν έχει πολιτικό-ιδεολογικό χαρακτήρα αλλά μάλλον διαχειριστικό-διεκπεραιωτικό (όπως η δεύτερη τετραετία Σημίτη) δημιουργώντας την εντύπωση (ακόμα περισσότερο στην εποχή μας) ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές (πολιτικές, ιδεολογικές) διαφορές μεταξύ των κομμάτων.
Επανερχόμαστε λοιπόν στο ερώτημα που θέσαμε στο κείμενο μας της 13ης Γενάρη 2015 (το οποίο ανέβηκε σε 2 μέρη, βλέπε εδώ & εδώ) σχετικά τόσο με την οικονομική πολιτική όσο και τις προσδοκίες των πολιτών σχετικά μ’ αυτή. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε να είναι η ίδια που δίναμε ήδη από τις 9 Φλεβάρη (βλέπε εδώ) όταν σχολιάζαμε την δυνατότητα άσκησης μιας «διαφορετικής» δημοσιονομικής πολιτικής. Αν όμως ο πολίτης/ψηφοφόρος δεν μπορεί να ελπίζει σε μια διαφορετική δημοσιονομική πολιτική (ειδικά αυτή την περίοδο), τότε σε τι μπορεί να ελπίζει βάσιμα; Η απάντηση είναι απλή και συνοψίζεται στο εξής:
«Ο πολίτης μπορεί να ελπίζει βάσιμα στην σοβαρότητα με την οποία η κυβέρνηση θα συμπεριφερθεί και θ’ αντιμετωπίσει τα ζητήματα.»
Η σοβαρότητα με την οποία η κυβέρνηση θα πρέπει ν’ αντιμετωπίζει τα ζητήματα πρέπει να επιδεικνύεται τόσο στα λόγια όσο και στα έργα της. Κυβέρνηση η οποία αποδεικνύεται επιπόλαιη στα λόγια είναι δύσκολο (αν όχι αδύνατο) ν’ αποδειχθεί σοβαρή (υπεύθυνη) στις πράξεις της. Παραμερίζοντας το ζήτημα του Φ.Π.Α. στην Ιδιωτική Εκπαίδευση (το οποίο εξελίχθηκε σε σήριαλ και τραυμάτισε την όποια αξιοπιστία της κυβέρνησης) αναρωτιέσαι αν υπάρχει κάποιο άλλο ζήτημα στο οποίο οι κυβερνητικοί χειρισμοί ν’ αποδεικνύονταν περισσότερο επιτυχημένοι.
Δυστυχώς μόνον αν είσαι «βαμμένος» (για οποιονδήποτε λόγο) κυβερνητικός μπορείς να βρείς έναν τομέα με θετικό πρόσημο για την κυβέρνηση. Το πλέον κρίσιμο πεδίο κυβερνητικής πολιτικής είναι προφανώς το οικονομικό, τόσο γιατί εκεί κρίνεται η μελλοντική εξέλιξη της Εθνικής Οικονομίας (άρα και των Δημόσιων Οικονομικών) όσο και η εκκαθάριση των ιδιωτικών χρεών μέχρι την είσοδο στην Ύφεση. Και στα δύο επιμέρους πεδία η κυβέρνηση έχει αποτύχει οικτρά.
Η μελλοντική εξέλιξη της Εθνικής Οικονομίας μας έχει υποθηκευθεί (στην καλύτερη περίπτωση πήγε πίσω) εξαιτίας της ανερμάτιστης «οικονομικής πολιτικής» της πρώτης περιόδου ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Η Κυβέρνηση στην προ΄σπάθεια της να δρέψει μεγαλύτερα πολιτικά οφέλη στο μέλλον έκανε ότι και όσο μπορούσε για να χειροτερέψει τις οικονομικές επιδόσεις των προηγούμενων. Αντίστοιχο της η προσπάθεια αυτή είχε την περίφημη «Απογραφή» που έκανε ο Κώστας Καραμανλής το 2004 και με την οποία δημιούργησε (και στην δικιά του κυβέρνηση) μεγάλο πρόβλημα στη συνέχεια τραυματίζοντας ανεπανόρθωτα την όποια αξιοπιστία είχε το Ελληνικό Κράτος. Μόνο που η τακτική Τσίπρα-Βαρουφάκη ξεπερνά κατά πολύ το επίτευγμα των Καραμανλή-Αλογοσκούφη.
Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα η απαρίθμηση περιπτώσεων από τις οποίες προκύπτει ότι η Κυβέρνηση δεν είναι σοβαρή. Αρκούν μόνο δύο παραδείγματα:
Η πρόσφατη εισαγωγή τροπολογίας σύμφωνα με την οποία οι φορολογούμενοι για να έχουν για τα εισοδήματα του 2015 την μείωση από τον φόρο ύψους 2.100 Ευρώ (όπως ισχύει κλιμακωτά για εισοδήματα μέχρι 42.000 Ευρώ) θα έπρεπε να έχουν μαζέψει αποδείξεις ίσες με το 10% του εισοδήματος τους. Στην περίπτωση αυτή η Κυβέρνηση (η οποία κυβερνά από τον Φλεβάρη) κατάλαβε το τραγελαφικό του πράγματος και απέσυρε τελικά την τροπολογία έχοντας όμως προλάβει να γελοιοποιηθεί.
Το δεύτερο παράδειγμα αφορά τις δηλώσεις Τσίπρα σχετικά με τον ρόλο του Δ.Ν.Τ. στο Ελληνικό Πρόγραμμα. Υποτίθεται ότι μέχρι πρόσφατα το Δ.Ν.Τ. ήταν το μόνο που υποστήριζε την Ελληνική θέση για «κούρεμα» του Χρέους. Εξ’ ου και το φλέρτ με την Λαγκάρντ. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και ο προηγούμενος διοικητής του Ταμείου (του οποίου η Ελλάδα είναι ιδρυτικό μέλος και πληρώνει σ’ αυτό ετήσια συνδρομή από την ίδρυση του) Στρός Καν είχε στην ατζέντα του την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο το Ταμείο αντιμετωπίζει τις χώρες που ζητούν την βοήθεια του, αλλά δεν πρόλαβε να κάνει κάτι σημαντικό γιατί τον «έφαγε» το σεξουαλικό σκάνδαλο που στήθηε (και γι’ αυτόν τον λόγο) σε βάρος του. Θα ήταν πολιτική αφέλεια (για να το πούμε ευγενικά) να θεωρεί η Ελληνική Κυβέρνηση ότι η μη συμμετοχή του Δ.Ν.Τ. (σε αντίθεση μ’ αυτή της Γερμανίας) και η αντικατάσταση του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα οδηγούσε σε καλύτερα αποτελέσματα. Στο κάτω-κάτω όπως έχουμε γράψει και παλαιότερα το ζήτημα δεν είναι οι συμμετέχοντες αλλά το γεγονός ότι η ακολουθούμενη συνταγή είναι κοινή καθώς αυτή διδάσκεται στις Οικονομικές Σχολές. Η διαφορά είναι ότι κάποιες φορές υπάρχουν ανοιχτόμυαλοι οικονομολόγοι (Κέυνς, Γκαλμπραίηθ) που διδάσκουν ορθότερες επιστημονικά προσεγγίσεις, οι οποίες παρά την επιστημονική τους αρτιότητα δεν είναι δημοφιλείς σ’ όσους ελέγχουν την ροή του χρήματος. Συνεπώς το κέρδος (αν υπάρχει) από τη μη συμμετοχή του Δ.Ν.Τ. είναι αμελητέο. Καταντά μάλιστα αστεία η θέση της Ελληνικής Κυβέρνησης όταν αυτή δεν έχει πρόβλημα να εφαρμόσει μέτρα από την «εργαλειοθήκη του Ο.Ο.Σ.Α.».
Ενδεχομένως να υπέθετε κάποιος πως το πρόβλημα βρίσκεται σε ένα-δύο πρόσωπα των οποίων η αντικατάσταση θα οδηγούσε σε ομαλοποίηση της διακυβέρνησης, η οποία θα γινόταν περισσότερο αξιόπιστη. Ωστόσο αυτό είναι λάθος κάτι που αποδεικνύεται και από τον τρόπο με τον οποίο λύθηκε το ζήτημα των «κόκκινων δανείων». Η προσέγγιση που επιλέχθηκε (όπως το είχαμε προεξοφλήσει σ’ αυτό μας το κείμενο, βλέπε ειδικότερα την 7η & 8η παράγραφο από την αρχή) ήταν αυτή που εξασφαλίζει πλήρως τα συμφέροντα των τραπεζιτών.
Η προνομιακή αντιμετώπιση των τραπεζιτών έναντι της κοινωνίας αποδεικνύει περίτρανα ότι οι ιδεολογικές αρχές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχουν πάει έναν μακρυνό περίπατο και ενδέχεται να χάσουν τον δρόμο μόλις πέσει το φώς και να χαθούν. Η λύση είναι η ίδια από την Αρχαιότητα (γιατί οι οικονομικές κρίσεις υπήρχαν ανέκαθεν) και έχουν μόνο ένα φάρμακο, το οποίο στον σημερινό κόσμο των χωρίς σύνορα μεταφορών κεφαλαίου και της παγκόσμιας κυριαρχίας των τραπεζιτών δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Το φάρμακο αυτό είναι η αναστολή (πάγωμα) των ήδη πριν την κρίση υφιστάμενων χρεών για μια 10ετία (όσο χρειάζεται για να επανακάμψουν οι προηγούμενοι ρυθμοί μεγέθυνσης του Α.Ε.Π.) και το κόψιμο (κυκλοφορία) νέου χρήματος. Εξυπακούεται ότι τα χρέη που δημιουργούνται μετά την εκδήλωση της κρίσης εξυπηρετούνται κανονικά, ενώ το επίπεδο των τιμών προϊόντων και υπηρεσιών πρέπει να ελέγχεται και να έχει λογικές διακυμάνσεις. Αλλά είπαμε αυτά δεν μππορούν να τα κάνουν οι κυβερνήσεις από την δεκαετία του ’50 και μετά, γι’ αυτό και επιλέγουν παντού και πάντα να διασώζουν πρώτες τις τράπεζες. Απλά στην παρούσα κρίση ακριβώς εξαιτίας του παγκόσμιου χαρακτήρα της και της μεταξύ τους διασύνδεσης των τραπεζικών και πιστωτικών ιδρυμάτων το κόστος ήταν (και συνεχίζει να είναι) υπέρογκο, τόσο το οικονομικό όσο και το κοινωνικό/ανθρώπινο.
Από τα παραπάνω γίνεται πρόδηλα φανερή η έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού τόσο στον κόμμα όσο και στην Κυβέρνηση. Και αν μεν η Κυβέρνηση έχει τους «υπηρεσιακούς παράγοντες» των Υπουργείων στους οποίους μπορεί να στραφεί για την παραγωγή της Κυβερνητικής πολιτικής, αυτό όμως δεν ισχύει για το κόμμα. Ένα κόμμα το οποίο κουβαλά το ιδεολογικό βάρος του «επιστημονικού σοσσιαλισμού» και του συνεχούς αναμασήματος τσιτάτων και ιδεολογικών-θεωρητικών θέσεων οι οποιες στην καλύτερη περίπτωση είναι παρωχημένες (αν δεν είναι πλέον και λάθος). Επιπρόσθετα στο συγκεκριμένο κόμμα (ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) ποτέ δεν μπόρεσε να ληφθεί μια ξεκάθαρη απόφαση από ένα όργανο για ένα συγκεκριμένο ζήτημα, μόνο και μόνο για να μην στενοχωρηθούν κατά καιρούς κάποιοι.
Έτσι ακόμα και αν μια επιτροπή κατέληγε σε ένα κοινό προγραμματικό κείμενο, αυτό είναι πολύ αμφίβολο αν θα μπορούσε να περάσει αυτούσιο από την Κεντρική Επιτροπή, την Πολιτική Γραμματεία ή το Συνέδριο. Στο κάτω-κάτω η Αργώ δεν μπόρεσε να περάσει ακέραια από τις Συμπληγάδες Πέτρες θα τα καταφέρουν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.; δυστυχώς δεν φαίνεται πως η κατάσταση αυτή μπορεί στο μέλλον ν’ αλλάξει. Γι’ αυτό και για όσο χρονικό διάστημα είναι στην αρχή αυτή η Κύβέρνηση (μέχρι να παραδώσει σε μια Οικουμενική/Τεχνοκρατών) το μόνο που μπορεί να περιμένει κάποιος είναι να νομοθετεί (και εφαρμόζει πιστά) όσα της παραγγέλνουν οι Γερμανοί. Η ειρωνεία σ’ αυτό είναι ότι η επιτυχία του Τσίπρα σε βάρος του «παλαιού πολιτικού συστήματος» οφειλόταν εν μέρει στην αντι-Γερμανική ρητορεία του. Ποιός να σας το ‘λεγε ότι θα εξελισσόταν σε πιστό του υπηρέτη.
Αντί επιλόγου θα σημειώσω δύο περιστατικά που αποδεικνύουν ότι η σημερινή Κυβέρνηση όχι μόνο δεν είναι σοβαρή αλλά και δεν πρόκειται να σοβαρευτεί.
Το πρώτο είναι μια πολύ πρόσφατη είδηση. Αφορά στην πρόθεση του Προέδρου της Βουλής να συστήσει Επιτροπή που θα διερευνήσει την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών (βλέπε εδώ). Προφανώς σ’ αυτή την Κυβέρνηση δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς φτηνό λαϊκισμό προσπαθώντας σε κάθε περίπτωση να ρίξουν την ευθύνη στους προηγούμενους. Έτσι συστήνουν Επιτροπή (και όχι Εξεταστική) για να διερευνήσουν τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών χωρίς να αισχύνονται για όσα μόλις πρόσφατα υπέγραψαν (και θα εφαρμόσουν) σχετικά. Το χειρότερο είναι ότι στο ζήτημα αυτό ο αχώνευτος και εριστικός κατά τ’ άλλα Άδωνις Γεωργιάδης έχει απόλυτο δίκιο σε όσα έχει πεί σχετικά. Η τελευταία ανακεφαλαιοποίηση είναι υπόδειγμα κακοδιαχείρισης, ειδικά αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι η Κυβέρνηση έχει δικαίωμα να πουλήσει τις μετοχές των τραπεζών που κατέχει σε τιμή χαμηλότερη της τιμής αγοράς τους απ’ αυτήν.
Συνεπώς φρονίμως ποιούν και δεν συστήνουν Εξεταστική Επιτροπή γιατί αλλιώς θα έπρεπε να στείλουν τους εαυτούς τους κατηγορούμενους για απιστία, παράβαση καθήκοντος κ.λ.π. Ευτυχώς γι’ αυτούς η εσχάτη προδοσία δεν τεκμηριώνεται στην περίπτωση αυτή.
Το δεύτερο περιστατικό είνια παλαιότερο αλλά πάντα επίκαιρο. Όταν συζητούνταν στη Βουλή το Νομοσχέδιο γαι τις τηλεοπτικές άδειες Υπουργός (δεν έχει σημασία ποιός) μίλησε για κανάλια-ζόμπι που ζούν εξαιτίας του δανεισμού. Αν πάρουμε στα σοβαρά την δήλωση του αυτή (και δεν εντάσσεται στις συνήθεις «αριστερές» μπουρδολογίες τις οποίες λένε απευθυνόμενοι στο κοινό τους) προκύπτουν δύο τινά:
- Νοιώθει άσχημα (άβολα) με το MEGA το οποίο δεν γλύφει τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και είναι υπερδανεισμένο ή
- Πουλάει λίγη αγριάδα προκειμένου να διαπραγματευτεί μαζί τους καλύτερα.
Σε κάθε όμως περίπτωση το κλείσιμο μιας επιχείρησης (του MEGA στην περίπτωση μας) μπορεί να οδηγεί τους κομπλεξικούς σε ξεχαρμάνιασμα αλλά σχεδόν ποτέ δεν επηρεάζει τα «μεγάλα κεφάλια» (τους μετόχους) οι οποίοι εξαιτίας και της νομοθεσίας μένουν προστατευμένοι στα ρετιρέ τους. Αυτοί που επηρέαζονται είναι μόνον οι εργαζόμενοι, κάποιοι από τους οποίους πιθανόν να είναι και ψηφοφόροι του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Το χειρότερο όμως είναι ότι μίλησε «για κανάλια-ζόμπι που ζούν από τον δανεισμό» ξξεχνώντας ότι είναι Υπουργός μιας Κυβέρνησης υπερχρεωμένης Χώρας η οποία στέκεται στα πόδια της εξαιτίας των δανεικών (τα οποία λαμβάνονται για να πληρώνονται οι Δημόσιοι Υπάλληλοι και για να ανακεφαλαιοποιούνται οι τράπεζες).
Αλλά είπαμε, αν εννοούσαν αυτά που έλεγαν ίσως και να μπορούσαμε να τους πάρουμε στα σοβαρά. Θα ήταν βέβαια και πάλι επικίνδυνοι, αλλά τουλάχιστον θα ήταν σοβαροί. Ενώ τώρα... απλώς μπουρδολογούν.
12 Δεκέμβρη 2015
παρατηρητής 1.