Εκτύπωση αυτής της σελίδας

ΨΗΦΟΣ ΣΤΑ 17: Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ «ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ» ΚΑΙ «ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ». (ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΙΚΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑΣ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΨΗΦΟΣ ΣΤΑ 17: Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ «ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ» ΚΑΙ «ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ».
(ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΙΚΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑΣ)

Είναι γνωστό ότι η Ελληνική Γλώσσα είναι η μοναδική στον κόσμο που διαθέτει μιά ξεχωριστή λέξη για κάθε έννοια που μπορεί να σκεφτεί κανείς. Παρ’ όλο όμως τον πλούτο της δεν λείπουν οι (σκόπιμες;) παρεξηγήσεις, συνηθέστερη των οποίων είναι η σύγχυση της «υποχρέωσης» με το «δικαίωμα». Βάση για την παρεξήγηση –όσο αφορά τουλάχιστον τις λέξεις- είναι συνηθέστερα η αμάθεια εκείνων που αντιμετώπισαν αρχικά την κατάσταση. Από κεί και πέρα το μόνο που απαιτείται για να παγιωθεί ένας αρχικά λανθασμένος χαρακτηρισμός είναι να μην αναρωτηθεί κανείς σχετικά μ’ αυτόν. Είτε επειδή υποθέτει ότι εκείνοι που αποφάσισαν σχετικά στο παρελθόν κάτι παραπάνω ήξεραν από αυτόν, είτε επειδή δεν θέλει να τους εκθέσει.

Υπάρχουν πολλές σπαζοκεφαλιές, αλλά μεταξύ τους τρείς ξεχωρίζουν. Αυτές αφορούν ερωτήματα όπως:

  • Η κότα έκανε το αβγό ή το αυγό την κότα;
  • Γεννιόμαστε όλοι οι Άνθρωποι Ελεύθεροι ή υπάρχουν «εκ φύσεως» δούλοι;
  • Είναι η ψήφος δικαίωμα ή υποχρέωση;

Παραμερίζοντας τα δύο πρώτα ας δούμε το τρίτο από αυτά.

Η ψήφος είναι ο τρόπος έκφρασης της θέλησης των πολιτών σχετικά με τα πρόσωπα που θα τους κυβερνήσουν. Η ψήφος είναι «κατάκτηση» των πολιτών, των οποίων η μόνη υποχρέωση στο παρελθόν ήταν να είναι δημιουργικοί μεν αλλά ήσυχοι και πειθήνιοι (να μην δημιουργούν προβλήματα στον Βασιλέα) πολίτες. Αυτή μαζί με την υποχρεωτική στράτευση και την απρόσκοπτη πληρωμή των φόρων τους ήταν η βασική τριάδα των υποχρεώσεων του καλού πολίτη/υπηκόου.

Από την άποψη τόσο του πολίτη όσο και του Μονάρχη αρχικά και της Κυβέρνησης μιας «σύγχρονης Δημοκρατίας» ο πολίτης έχει κάποια βασικά δικαιώματα χωρίς τον σεβασμό των οποίων δεν θα υπήρχε λαός να κυβερνήσουν (υπηρετήσουν) Βασιλείς και Κυβερνήσεις. Τα βασικότερα των δικαιωμάτων αυτών είναι:

  • Δικαίωμα στην Ζωή.
  • Δικαίωμα στην Ελευθερία.
  • Δικαίωμα στην Εργασία.

Όταν τα τρία παραπάνω δικαιώματα είναι σεβαστά και ικανοποιούνται σε μεγάλο βαθμό τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο πολίτης τυγχάνει μάλλον «καλής διακυβέρνησης». Συνεπώς μπορούμε να προσθέσουμε και ένα τέταρτο βασικό Δικαίωμα αυτό της «καλής Διακυβέρνησης» χωρίς την οποία ο πολίτης είναι αδύνατο να ευτυχήσει (αν κάτι τέτοιο είναι πράγματι δυνατόν).

Προκειμένου όμως να επιτευχθεί η «καλή Διακυβέρνηση» πρέπει να καταβάλλεται συνεχής προσπάθεια να λειτουργεί το σύστημα της «Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας» του οποίου θεμέλιος λίθος είναι η συνεχής και η μέγιστη δυνατή συμμετοχή του πολίτη. Σ’ αυτό το σημείο ξεκινά μια συνεχής και πολυετής προσπάθεια εξαπάτησης του πολίτη από τους επαγγελματίες της πολιτικής και το αντίστροφο. Σήμερα μας ενδιαφέρει μόνο μια από τις όψεις αυτής της εξαπάτησης και συγκεκριμένα η άποψη ότι: «Η ψήφος είναι δικαίωμα του πολίτη».

Ειλικρινά δεν θα μπορούσε να έχει ειπωθεί μεγαλύτερη βλακεία από αυτή. Ποτέ στην Ιστορία της Ανθρωπότητας η επιλογή κάποιας πλευράς δεν ήταν Δικαίωμα του πολίτη. Ήταν πάντα Υποχρέωση του. Δικαίωμα του πολίτη είναι να διατυπώνει την γνώμη του ή το να επιλέγει πώς να περνά τον χρόνο του και όχι αν θα ψηφίσει. Γιατί «ψηφίζω» σημαίνει «επιλέγω» και γιατί μέσω της «επιλογής» μου εκδηλώνω την θέληση μου για το τι πρέπει να γίνει. Αυτό γίνεται «ηλίου φαεινότερο» από τον τρόπο που αντιμετώπιζαν οι Αρχαίοι Αθηναίοι (και όχι μόνο) το θέμα αυτό.    

Είναι γνωστό από τα σχολικά μας χρόνια ότι για τους Αρχαίους Αθηναίους περισσότερο επικίνδυνος πολίτης σε μια εμφύλια διαμάχη ήταν αυτός που σκόπιμα δεν εκδηλωνόταν με μια από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, περιμένοντας να δεί πως θα καταλήξει η διαμάχη. Αναφέρομαι στους γνωστούς μας Ο.Φ.Α. (Όπου Φυσά ο Άνεμος).

Όταν στην Αρχαία Αθήνα υπήρχε δυστοκία στην εξασφάλιση της αναγκαίας απαρτίας για να συνεδριάσει και να λάβει αποφάσεις η Εκκλησία του Δήμου, τότε οι Άρχοντες διέταζαν συγκεκριμένα άτομα να μαζέψουν το απαραίτητο πλήθος με τον εξής τρόπο:

Έδεναν σκοινιά και από τις δύο πλευρές της εισόδου και μ’ αυτά τριγύριζαν στην αγορά επιχειρώντας να περιορίσουν μέσα σ’ αυτά όσο γίνεται περισσότερους πολίτες. Επιπρόσθετα κάποιοι που είχαν μαζί τους κόκκινη μπογιά έραναν με αυτή όσους τύχαινε να βρίσκονται επιτόπου, αναγκάζοντας τους να πάνε στη Συνέλευση αφού πλέον ως στιγματισμένοι δεν μπορούσαν εύκολα να διαφύγουν της υποχρέωσης τους αυτής.

Ακόμα όμως και αν δεν υπήρχαν τα δύο παραπάνω περιστατικά να μας αποδείξουν ότι η ψήφος δεν είναι δικαίωμα αλλά υποχρέωση δεν θα έπρεπε να γεννάται τέτοιο ζήτημα αφού η απλή ανάγνωση και μόνο του Συντάγματος είναι διαφωτιστικότατη. Παρά τα όσα ορίζει το Σύνταγμα στο άρθρο 29 στην ουσία η ψήφος είναι υποχρέωση αφού προβλέπονται από την εκλογική νομοθεσία ποινές αν δεν τηρηθεί αυτή η υποχρέωση. Οι μόνες εξαιρέσεις που δέχεται ο νομοθέτης είναι είτε η ηλικία, είτε η μεγάλη απόσταση από την εκλογική περιφέρεια του πολίτη η οποία καθιστά αδύνατη την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής. Το γεγονός ότι εδώ και καιρό δεν επιβάλλονται οι προβλεπόμενες ποινές για την μη εκπλήρωση της υποχρέωσης δεν σημαίνει ότι η ψήφος είναι δικαίωμα εφ’ όσον δεν τιμωρούμαι που δεν ψηφίζω (δηλαδή έχω το δικαίωμα αν θέλω να μην ψηφίσω).

Συνεπώς η κουβέντα σχετικά με την ψήφο στα 17 δεν αφορά την παροχή ενός δικαιώματος σ’ έναν έφηβο αλλά την επιβολή μιας υποχρέωσης. Μιας υποχρέωσης όπως η στράτευση ή η υποβολή της Φορολογικής Δήλωσης για την μη εκπλήρωση των οποίων επιβάλλονται ποινές. Για έναν έστω και λίγο συνειδητοποιημένο 17άρη «η ψήφος από τα 17» σημαίνει την μεταφορά κατά ένα έτος νωρίτερα μιας υποχρέωσης η οποία θα τον ακολουθεί μέχρι τον θάνατο του (με την προϋπόθεση ότι θα είναι σωματικά σε θέση να την εκπληρώνει).

Όσοι διαφωνούν με την «ψήφο από τα 17» χρησιμοποίησαν μεταξύ άλλων ένα λάθος επιχείρημα. Υποστήριξαν ότι είναι λάθος να ψηφίζει ένας 17άρης όταν για ένα έγκλημα θα δικαζόταν από «δικαστήριο ανηλίκων» και θα τύγχανε ειδικότερης (θεωρητικά ευνοϊκότερης) μεταχείρισης. Οι σύγχρονες κοινωνίες αναγνωρίζουν το δικαίωμα ειδικότερης μεταχείρισης σε συγκεκριμένες κατηγορίες μειονεκτούντων πολιτών όπως οι πνευματικά, ψυχικά και σωματικά ασταθείς και οι παιδιά/έφηβοι. Οι τελευταίοι αντιμετωπίζονται ειδικά εξ’ αιτίας των έντονων σωματικών και ψυχικών μεταβολών που περνούν και οι οποίες οφείλονται κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) στις ορμονικές αλλαγές τους.

Από την άποψη αυτή οι 17άρηδες δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικοί από τους 18άρηδες οι οποίοι έχουν το δικαίωμα (που όμως είναι υποχρέωση) να επιλέγουν ένα από πολλά μακρόστενα χαρτάκια για να το βάλουν σ’ έναν φάκελο και ύστερα να το ρίξουν σ’ ένα κλειδωμένο με λουκέτο κουτί από διαφανές πλαστικό εκτελώντας το δικό τους κομμάτι από την τελετουργία της ψηφοφορίας. Το μυαλό των 18άρηδων δεν έχει πήξει (ωριμάσει) περισσότερο μέσα στον έναν παραπάνω χρόνο που τους χωρίζει από τους 17άρηδες. Η μόνη διαφορά που θα μπορούσε να έχει η επιβολή της υποχρέωσης της «ψήφου από τα 17» είναι η προσθήκη λίγων παραπάνω ψήφων στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που ψυχορραγεί πολιτικά.

Η λογική πίσω από τη συγκεκριμένη επιλογή είναι απλή. Καθώς στην μεγάλη τους πλειοψηφία οι πολίτες είναι ανιστόρητοι και απληροφόρητοι για πολλά ζητήματα, προσεγγίζουν την υποχρέωση της ψήφου διαισθητικά. Το ντύσιμο, το στυλ, η αρρενωπότητα, η έκφραση είναι στοιχεία που από την Αρχαιότητα κιόλας μπορούσαν να εξασφαλίσουν την νίκη ακόμα και ενός φαύλου πολιτικού.

Για παράδειγμα ο Κων/νος Καραμανλής ψηφιζόταν πολύ από τις γυναίκες όχι γιατί αυτές τον καταλάβαιναν όταν μιλούσε (με τα χρόνια αυτό χειροτέρεψε) αλλά επειδή απέπνεε μια κατά το κοινώς λεγόμενο «βαρβατίλα» (αρρενωπότητα). Το «μετεφηβικό» και «νεανικό» εκτός συμβάσεων (αρνούμαι να ντυθώ επίσημα) στυλ του Τσίπρα έχει δομηθεί προκειμένου να τον κάνει οικείο στους άνω των 18 έναντι των αντιπάλων του. Για έναν αρκούντως θυμωμένο (όχι με τον εαυτό του αλλά με τους άλλους που υποτίθεται τον κορόιδεψαν) πολίτη ο Τσίπρας είναι προτιμότερος όχι μόνο επειδή δεν έχει ξανακυβερνήσει αλλά και γιατί είναι πιο προσιτός από τον «βαρύμαγκα» Βαγγέλη και τον «φλώρο» (παιδί από πολιτικό τζάκι) Κυριάκο.          

Για ν’ αποδειχτεί όμως στην κάλπη μια τέτοια κίνηση επιτυχημένη θα πρέπει οι 17άρηδες να πάνε «μονοκούκι» (όλοι συλλήβδην) να ψηφίσουν ΣΥ.ΡΙΖ.Α., κάτι που δεν είναι καθόλου σίγουρο. Γιατί ψηφίζοντας τον νέο και αντισυμβατικό Αλέξη επιλέγεις μαζί και κάποια απροσδιορίστου ηλικίας στελέχη όπως τον Φλαμπουράρη και την Αναγνωστοπούλου έχοντας την αίσθηση ότι μαζί με τον «καλό» αναγκάστηκες να «φορτωθείς» και τον «κατιμά».

Σε κάθε περίπτωση τέθηκε ήδη το θέμα του ποιοι και με ποιες προϋποθέσεις δικαιούνται να υποχρεούνται να ψηφίζουν, το οποίο και θα παραμείνει ανοικτό για καιρό ακόμα. Μη παραξενευτείτε αν παρατηρηθεί σταδιακά μια «οπισθοδρόμηση» σ’ ότι αφορά τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληροί ο πολίτης/ψηφοφόρος. Στο παρελθόν η υποχρέωση της ψήφου επιβαλλόταν μόνο σ’ όσους είχαν περιουσία, το ύψος της οποίας διέφερε αναλόγως των εκάστοτε κοινωνικών συνθηκών.

Όποια όμως και να είναι η μελλοντική εξέλιξη στο θέμα αυτό, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν αφορά την ηλικία αλλά τις εμπειρίες του πολίτη. Προσωπικά θεωρώ ότι μπορούν να βρίσκονται στην ίδια μοίρα ένας 17άρης και ένας 45άρης από την άποψη των εμπειριών. Για τον μεν 17άρη είναι μάλλον προφανές ότι λόγω ηλικίας οι εμπειρίες του από την «πραγματική ζωή» είναι ανύπαρκτες, αφού δεν έχει ακόμα εργασιακή εμπειρία. Για τον 45άρη όμως δεν είναι προφανές, οπότε και θα πρέπει να εξηγηθώ.

Έστω 45άρης καθηγητής σε Οικονομική Σχολή Πανεπιστημίου, αρθρογράφος και με εργασιακή εμπειρία σε Ιδρύματα και Ινστιτούτα τα οποία χρηματοδοτούνται μέσω δωρεών και χορηγιών από μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ο εν λόγω 45άρης δεν έχει δουλέψει ποτέ στον ιδιωτικό τομέα (αν και υπεραμύνεται της σημασίας του), ούτε και έχει ιδρύσει κάποια πετυχημένη (με όρους της αγοράς) εταιρεία. Μετά την αποφοίτηση του από την Οικονομική Σχολή ξένου Πανεπιστημίου οι καθηγητές του εντυπωσιασμένοι από το πάθος με το οποίο αναμασά πιστά το περιεχόμενο των βιβλίων του (την ουσία του οποίου ουδέποτε μπήκε στον κόπο ν’ αμφισβητήσει) τον βάζουν στο κύκλωμα και τον κάνουν έναν απ’ αυτούς. Του αναθέτουν δηλαδή κάποιες από τις παραδόσεις τους προκειμένου αυτοί να έχουν λίγο παραπάνω χρόνο για τους εαυτούς τους. Έτσι ο σημερινός 45άρης μας μεταλαμπαδεύει τις (θεωρητικές μόνο) γνώσεις του για την Οικονομία στην επόμενη γενιά φοιτητών παράγοντας έτσι την νέα φουρνιά οικονομολόγων η οποία θα είναι πιστό αντίγραφο (με λίγες εξαιρέσεις) των προηγούμενων.

Μετά τα προηγούμενα αγαπημένε μου αναγνώστη, είσαι σίγουρος ότι ο 45άρης μας ξέρει περισσότερα για την «πραγματική ζωή» από τον 17άρη και πως η ψήφος του μετρά περισσότερο; Είναι όντως σε θέση να κάνει τη «σωστή» επιλογή;        

 

20 Αυγούστου 2016
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 5986 φορές