Είναι η «ανάπτυξη» ήδη εδώ;
Η απάντηση είναι κατά μεγάλο μέρος θέμα της οπτικής από την οποία εξετάζεται αυτό το ζήτημα. Προτού προχωρήσουμε να επαναλάβουμε ακόμη μια φορά ότι ο σωστός όρος είναι «μεγέθυνση» (growth) και όχι «ανάπτυξη» όπως έχει επικρατήσει στα Ελληνικά. Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο με υπογραφή τοπικής οργάνωσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (ενδεχομένως να κυκλοφόρησαν και από άλλες) στο οποίο απαριθμούνταν μια σειρά από παραμέτρους η βελτίωση των οποίων αποδείκνυε τον ερχομό της «ανάπτυξης».
Σύμφωνα με τον Κέυνς η βελτίωση των οικονομικών μεγεθών/δεικτών μετά από Ύφεση μπορεί να οφείλεται σε μια από τις δύο παρακάτω αιτίες:
- Είτε στην είσοδο της οικονομίας σε τροχιά «ανάπτυξης» (μεγέθυνσης του Α.Ε.Π.).
- Είτε στις προσδοκίες ότι η οικονομία θα μπεί σύντομα σε τροχιά «ανάπτυξης» (μεγέθυνσης του Α.Ε.Π.).
Στην πρώτη περίπτωση η αύξηση μεγεθών όπως οι επενδύσεις και η βιομηχανική παραγωγή αποδίδονται στην βελτίωση του οικονομικού κλίματος και της οικονομικής δραστηριότητας.
Στην δεύτερη η αύξηση των ίδιων μεγεθών ή και άλλων όπως η απασχόληση αποδίδεται στην προεξόφληση μελλοντικής «ανάπτυξης» (η οποία σε κάθε περίπτωση αναμένεται να επιβεβαιωθεί πολύ σύντομα).
Γενικά δεν υπάρχει κάποιο κοινά αποδεκτό θεωρητικό μοντέλο, καθώς οι επιχειρηματίες άλλοτε με τις αποφάσεις τους προπορεύονται της «ανάπτυξης» και άλλοτε ακολουθούν. Έτσι αναλόγως του κλίματος και των προσδοκιών παρατηρούμε άλλοτε η παραγωγή ν’ αυξάνει πριν την αύξηση της κατανάλωσης και άλλοτε να έπεται της αύξησης της κατανάλωσης.
(Για περισσότερα διάβασε το κλασικό έργο του «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Τόκου και του Χρήματος».)
Η βελτίωση των δεικτών που επικαλείται το φυλλάδιο της τοπικής Ν. Κόσμου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μπορεί να γεννά ελπίδες, αλλά ενδέχεται, επίσης, να είναι συγκυριακή. Γιατί προκειμένου η οικονομία να μπεί σε έναν κύκλο ανατροφοδοτούμενης «ανάπτυξης» θα πρέπει το κλίμα στην αγορά να έχει αλλάξει ουσιαστικά προς το καλύτερο. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι τόσο οι επιχειρήσεις όσο και οι τράπεζες έχουν προεξοφλήσει τις θετικές προοπτικές και οι μεν πρώτες είναι πρόθυμες ν’ αναλάβουν το ρίσκο νέων δανείων, οι δε δεύτερες ν’ αναλάβουν το ρίσκο να τις δανείσουν. Οι μεν δανείζονται για ν’ ανοίξουν τις δουλειές τους (να επεκταθούν) οι δε για να βγάλουν λεφτά από τους τόκους.
Ωστόσο η κατάσταση συνολικά του τραπεζικού τομέα σήμερα στην Χώρα μας είναι τουλάχιστον η ίδια με τον Ιούλη του 2015, αν δεν έχει χειροτερεύσει κιόλας. Η χειροτέρευση της κατάστασης των τραπεζών προκύπτει από το γεγονός ότι η ρευστότητα τους συνεχίζει (αργά αλλά σταθερά) να μειώνεται. Κι’ όλα αυτά σε πείσμα των συγχωνεύσεων και εξαγορών που έγιναν τα τελευταία χρόνια και υποτίθεται ότι θα είχαν ως αποτέλεσμα έναν πιο δυνατό τραπεζικό κλάδο. Και αυτό συμβαίνει ενώ σε τέσσερις μήνες συμπληρώνονται δύο χρόνια κεφαλαιακών ελέγχων (capital controls). Όμως για να βελτιωθεί η κατάσταση των τραπεζών πρέπει πρώτα να βελτιωθεί συνολικά η οικονομική κατάσταση της Χώρας, η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει την βελτίωση του κλίματος με τους δανειστές και πάει λέγοντας.
Συνεπώς οι δηλώσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας όχι μόνο αποδίδουν την διαμορφωμένη κατάσταση (και τους κινδύνους της) αλλά ήταν και υποχρέωση του ως Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας να τις κάνει. Η κατάσταση δεν πρόκειται σύντομα ν’ αλλάξει και αυτό το γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους η ίδια η Κυβέρνηση. Γι’ αυτό και επιτέθηκε στον Στουρνάρα που είπε τ’ αυτονόητα. Στο κάτω-κάτω εδώ και χρόνια ο ρόλος του Κεντρικού Τραπεζίτη είναι να «τραβά το αυτί της Κυβέρνησης όταν πάει να τα κάνει μαντάρα» και αυτό το γνωρίζουν όλοι.
Ωστόσο η τουλάχιστον άκομψη αντίδραση της Κυβέρνησης αποδεικνύει δύο πράγματα:
- Το πρώτο ότι οι δηλώσεις Στουρνάρα ήταν απολύτως σωστές (γι’ αυτό και πείραξαν την Κυβέρνηση).
- Το δεύτερο είναι ότι η Κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. δεν δύναται ν’ αποδεχθεί το πολιτικό κόστος της μη πολιτικής που ακολούθησε μέχρι τώρα. Μιας πολιτικής η οποία για πάνω από δύο χρόνια χαρακτηρίζεται από τη μια από ελάχιστα ουσιαστικά μέτρα, ενώ από την άλλη από περίσσεια αναβλητικότητα και κωλυσιεργία. Έτσι και αφού αναβάλλονται οι επώδυνες αποφάσεις εξανεμίζονται στο μεταξύ τα όποια οφέλη από την υπερφορολόγηση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την ελαχιστοποίηση της κατανάλωσης.
Οι (φρούδες) ελπίδες της σημερινής Κυβέρνησης αρχίζουν και τελειώνουν σε μια οποιουδήποτε τύπου «ελάφρυνση» του Δημοσίου Χρέους την οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως «διαβατήριο» για να βγεί στις «αγορές» για δανεικά. Δανεικά που θα χρησιμοποιήσει για να (εξ)αγοράσει ψήφους.
Αυτά όμως σχετικά με την «ανάπτυξη» που (σύμφωνα με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) είναι ήδη εδώ. Η «ανάπτυξη» (σωστότερα «μεγέθυνση»), ωστόσο, αποδεικνύεται από την αύξηση του Α.Ε.Π. (όπου το «Ε» αντιστοιχεί σε «Εγχώριο» και όχι «Εθνικό»), το οποίο τα τελευταία χρόνια μειώνεται συνεχώς. Αυτό όμως είναι το ζήτημα που θα σχολιάσουμε ευθύς αμέσως.
Το εισόδημα (Α.Ε.Π.) που έχει «χαθεί» τα τελευταία χρόνια οφείλεται όντως στα Μνημόνια;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι «ΟΧΙ». Η απώλεια του Α.Ε.Π. τα τελευταία χρόνια ΔΕΝ οφείλεται στα Μνημόνια. Οφείλεται στην Κρίση η οποία μετεξελίχθηκε σε Ύφεση. Ωστόσο όσα ακολουθούν έχουν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την μονολεκτική απάντηση.
Το Α.Ε.Π. (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) είναι ο μέσος όρος του συνόλου των αγορών και πωλήσεων αγαθών, προϊόντων και υπηρεσιών μέσα σ’ ένα ημερολογιακό έτος. Συνεπώς συμπεριλαμβάνει τόσο τα λεφτά που ξοδέψαμε άδικα (χωρίς να κάνουμε την δουλειά μας) όσο και τα λεφτά που χρειάστηκε να ξοδέψουμε για δεύτερη φορά (ή και παραπάνω) προκειμένου να κάνουμε την δουλειά μας. Απ’ αυτό συνάγεται πως σε μια πλήρως αποτελεσματική οικονομία (όπου δεν θα χρειαζόταν να πληρώσουμε παραπάνω από μια φορά για να έχουμε ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα) το Α.Ε.Π. θα ήταν ενδεχομένως μικρότερο. «Ενδεχομένως» γιατί θεωρητικά τουλάχιστον τα χρήματα που γλυτώσαμε εξαιτίας της αποτελεσματικής λειτουργίας της αγοράς θα μπορούσαμε να τα ξοδέψουμε αλλού.
Το Α.Ε.Π. ως δείκτης είναι κάτι αντίστοιχο με το Σύνολο του Ενεργητικού ενός οποιουδήποτε Ισολογισμού. Είναι απλά ένας πολύ μεγάλος αριθμός. Δεν μας δίνει καμία ένδειξη σχετικά είτε με την κατάσταση, είτε με τις προοπτικές της οικονομίας της χώρας που αφορά. Αυτές τις πληροφορίες μας τις δίνει η διάρθρωση του. Δηλαδή, πόσο και από ποιους τομείς (αλλά και ποιες δραστηριότητες) προέρχεται. Πόσο, για παράδειγμα, προέρχεται από την ναυτιλία, πόσο από την αγροτική παραγωγή, πόσο από τις εισαγωγές κ.ο.κ.
Γενικά μιλώντας, μια επιχείρηση «προτιμά» να έχει μεγαλύτερο υπόλοιπο στο «Ταμείο» της (να είναι, δηλαδή, «γεμάτο») παρά να έχει μεγάλο υπόλοιπο «Απαιτήσεων» (δηλαδή, ανείσπρακτες πωλήσεις). Επίσης από άποψη ρευστότητας είναι προτιμότερο να έχει μεγαλύτερο υπόλοιπο «Μακροπρόθεσμων» από «Βραχυπρόθεσμων Υποχρεώσεων» (Χρεών).
Το Α.Ε.Π. από μόνο του ως δείκτης ΔΕΝ αποδεικνύει τίποτα σχετικά με την κατάσταση και τις προοπτικές μιας χώρας. Αντίθετα λειτουργεί αποπροσανατολιστικά λες και η επιδίωξη μιας Κυβέρνησης είναι η συνεχής αύξηση του Α.Ε.Π. Άρα και η μείωση του αν παραμείνουμε σε μια επιφανειακή ανάγνωση της δεν είναι από μόνη της ανησυχητικό σημάδι.
Τα τελευταία χρόνια -και πάντως μετά τα Μνημόνια- αρεσκόμαστε να κατηγορούμε τους δανειστές για όσα μας έχουν βρεί. Έτσι η μείωση του Α.Ε.Π. αποδίδεται στα Μνημόνια και την φορομπηχτική πολιτική που προέβλεπαν. Αυτή η αντίληψη όσο και να μας βολεύει, είναι ωστόσο ΛΑΘΟΣ. Είναι ΛΑΘΟΣ γιατί παραβλέπει (σκόπιμα ή από αμάθεια/ημιμάθεια) την πλέον κρίσιμη παράμετρο: αυτή της προέλευσης των χρημάτων που «παράγουν» το Α.Ε.Π.
Όταν «σκάσει» μια Κρίση όλοι προσπαθούν να σώσουν τους εαυτούς τους. Μειώνουν τα έξοδα τους και πιέζουν τους «Πελάτες» τους να εξοφλήσουν τα υπόλοιπα τους. Την ίδια στιγμή πληρώνουν με καθυστέρηση τους «Προμηθευτές» και τους «Πιστωτές» τους προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό ν’ αυξήσουν την ρευστότητα τους. Η τέτοια τους αντίδραση συνεχίζεται μέχρι ν’ αλλάξει το κλίμα και να ξεκινήσει εκ νέου ο επόμενος ανοδικός οικονομικός κύκλος. Είναι ευνόητο ότι αν και όταν η Κρίση εξελιχθεί σε Ύφεση η τέτοια συμπεριφορά παγιώνεται, κάτι που δημιουργεί πρόβλημα συνολικά στην οικονομική δραστηριότητα αφού κανείς δεν είναι διατεθειμένος ν’ αλλάξει πρώτος στάση.
Τώρα φανταστείτε ότι στην θέση κάθε μιας επιχείρησης έχουμε ένα κράτος-μέλος της Ε.Ε. και πως στη θέση της οικονομίας ενός κράτους έχουμε την παγκόσμια οικονομία. Τα μεγαλύτερα κράτη (επιχειρήσεις) του παραδείγματος μας είναι αυτά που δανείζουν στα μικρότερα το περίσσεμα (πλεόνασμα) των κεφαλαίων που διαθέτουν. Τα κεφάλαια αυτά δανείζονται επειδή οι αποδόσεις (δηλαδή, το «κέρδος» που προκύπτει από το επιτόκιο δανεισμού μείον το κόστος κεφαλαίου) εντός της δικής τους οικονομίας είναι μικρότερες από αυτές που προκύπτουν αν τα ίδια κεφάλαια δανειστούν σε μικρότερα κράτη. Οι αποδόσεις συνεχίζουν να είναι υψηλές ακόμη και αν οι δανειστές αποδεχθούν ότι κάποια από τα δανειζόμενα κεφάλαια θα «χαθούν» (δηλαδή, δεν πρόκειται να εισπραχθούν ποτέ). Τα κεφάλαια αυτά προέρχονται από ένα αρχικό κεφάλαιο συν τα κέρδη από προηγούμενους δανεισμούς. Ωστόσο η λειτουργία όλου αυτού του κυκλώματος όχι μόνο δεν είναι από Οικονομικής Επιστήμης αυτονόητη, αλλά προϋποθέτει και ένα συγκεκριμένο ψυχολογικό υπόβαθρο (στο οποίο θ’ αναφερθούμε στο τελευταίο ερώτημα του παρόντος κειμένου).
Τα «πλεονάζοντα κεφάλαια» που δανείζονται από τα μεγαλύτερα στα μικρότερα κράτη έχουν δύο διεξόδους:
- Είτε διοχετεύονται (απευθείας ή μέσω των τραπεζών) σε παραγωγικές επενδύσεις, οι οποίες απαιτούν αναλόγως του είδους διαφορετικό χρόνο ωρίμανσης.
- Είτε διοχετεύονται σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες όπως ο δανεισμός των ιδιωτών με σκοπό την αγορά καταναλωτικών ειδών.
Η πρώτη επιλογή έχει (ανάλογα με το είδος της επένδυσης) κάποιο βαθμό ρίσκου, το οποίο επιχειρείται να μειωθεί μέσω της παροχής «επενδυτικών κινήτρων» (π.χ. μειωμένη φορολογία, επιδοτήσεις κάθε είδους κ.α.).
Αντίθετα η δεύτερη επιλογή αποφέρει πιο γρήγορα και βέβαια κέρδη, ακόμη και όταν κάποια από τα δανεικά δεν εισπράττονται ποτέ. Προφανώς και στη δεύτερη επιλογή το συμφέρον των μεγάλων κρατών είναι τα δάνεια που παρέχονται στους ιδιώτες να χρησιμοποιούνται για την αγορά καταναλωτικών προϊόντων τεχνολογίας που παράγονται σ’ αυτές. Έτσι τα χρήματα εκτός των κερδών από τόκους που αποφέρουν επιστρέφουν σε μεγάλο ποσοστό πίσω από κει που ήρθαν.
Τέλος η λειτουργία του κυκλώματος απαιτεί τόσο την ύπαρξη ενός εξελιγμένου συστήματος ηλεκτρονικών συμψηφισμών μεταξύ κρατών (TARGET 2), όσο και ενός διαφημιστικού κυκλώματος το οποίο αναλαμβάνει την ευθύνη να μας (υπεν)θυμίζει καθημερινά πόσο έχουμε ανάγκη τα προηγμένα τεχνολογικά προϊόντα των μεγάλων κρατών (δηλαδή, των δανειστών μας).
Είναι προφανές ότι όταν εξαιτίας μιας γενικευμένης Κρίσης οι Καπιταλιστικές Μητροπόλεις θέλοντας να μειώσουν τις απώλειες τους κόβουν την ροή προς τα μικρότερα (και φτωχότερα) κράτη των «πλεοναζόντων κεφαλαίων», το σύστημα αρχικά δυσλειτουργεί και στη συνέχεια (αν η Κρίση δεν ξεπεραστεί σύντομα) καταρρέει. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση μας με αποτέλεσμα συγκεκριμένοι χώροι της οικονομικής δραστηριότητας είτε να δεχθούν πολύ μεγάλο πλήγμα, είτε να καταρρεύσουν.
Τότε έρχεται η ώρα των οικονομολόγων και των τραπεζιτών οι οποίοι προσπαθούν μέσω περιοριστικών μέτρων να εξοικονομήσουν κεφάλαια για τα «βασικά» επανεκκινώντας έτσι (τουλάχιστον στην θεωρία) την οικονομία της Χώρας. Ωστόσο η συνταγή αυτή δεν πετυχαίνει παντού και πάντα, κυρίως γιατί οι πολιτισμικές διαφορές (εκτός των διαφορετικών συμφερόντων) μεταξύ δανειστών και δανειζομένων μαζί με την αναμενόμενη μεταξύ τους καχυποψία υπονομεύει το καλό κλίμα που είναι η βασικότερη των προϋποθέσεων για οικονομική ανάκαμψη.
Έτσι από τη στιγμή που η ροή των κεφαλαίων από το εξωτερικό διακόπτεται, το Α.Ε.Π. θα αντιπροσωπεύει σχεδόν αποκλειστικά την εγχώρια παραγωγή. Στο σημείο αυτό σημαντικό ρόλο για την επιστροφή στην «ανάπτυξη» (άρα και την επάνοδο του Α.Ε.Π. στα προηγούμενα επίπεδα) έχει ο αναπροσανατολισμός των καταναλωτικών συνηθειών των ιδιωτών. Μόνον στην περίπτωση που μειωθούν στον μεγαλύτερο βαθμό οι κάθε είδους εισαγωγές και υποκατασταθούν από την εγχώρια παραγωγή μπορεί βάσιμα μια Χώρα να επανέλθει όσο πιο γρήγορα γίνεται σε προηγούμενα επίπεδα ευημερίας. Τότε (όταν δηλαδή θα βρίσκεται ξανά σε έντονα ανοδικό οικονομικό κύκλο) οι αποδόσεις για τα «πλεονάζοντα κεφάλαια» των Καπιταλιστικών Μητροπόλεων θα είναι τέτοιες ώστε να ξαναρχίσει ο κύκλος δανεισμού. Ένας κύκλος ο οποίος -εξαιτίας της συνεχούς ανόδου του βιοτικού επιπέδου- είτε θα οδηγήσει στην αύξηση της εισαγόμενης κατανάλωσης, είτε (αν δεν υπάρξει μια τέτοια στροφή) διοχετευτεί στην χρηματοδότηση παραγωγικών μονάδων και δραστηριοτήτων.
Όλα αυτά όμως εξαρτώνται τόσο από πολιτικές αποφάσεις όσο και από την συμπεριφορά μας ως πολιτών και καταναλωτών.
Και αν φύγει ο Γερούν (Νταϊσελμπάουμ) θ’ αλλάξει (ουσιαστικά) κάτι;
Για τον υποψιασμένο αναγνώστη της σειράς η ερώτηση είναι προσχηματική. Η απάντηση είναι η ίδια όπως και στο προηγούμενο ζήτημα που μόλις εξετάσαμε. Ο λόγος για τον οποίο δεν θ’ αλλάξει ουσιαστικά κάτι είναι ότι οι απόψεις που εξέφρασε ο Γερούν ΔΕΝ είναι προσωπικές. Είναι λιγότερο ή περισσότερο κοινές στους Βόρειο-Ευρωπαίους, αν και τις περισσότερες φορές δεν εκφράζονται τόσο ωμά και περιφρονητικά. Επίσης δεν είναι διόλου τυχαίο ότι τις απόψεις αυτές σε πολύ μεγάλο βαθμό συμμερίζονται και οι τραπεζίτες. Οι τραπεζίτες οι οποίοι ως επαγγελματίες του οικονομικού κλάδου είναι αδιάφορο από ποιο μέρος κατάγονται.
Οι διαφορές μεταξύ των Ευρωπαίων Βορά και Νότου είναι πολιτισμικές. Ο πολιτισμός (όπως και ο χαρακτήρας άλλωστε) διαμορφώνεται από τις κλιματολογικές συνθήκες (οι οποίες, άλλωστε, καθορίζουν και το περιβάλλον) που επικρατούν σε κάθε τόπο. Έτσι στις Βόρειες περιοχές όπου η ηλιοφάνεια είναι πολύ λιγότερη απ’ ότι στον Νότο, οι κάτοικοι τους έχουν λιγότερους περισπασμούς να τους αποσπάσουν από την εργασία τους. Από την άλλη οι Ευρωπαίοι του Νότου έχουν σαφώς περισσότερους λόγους να νοιώθουν περισσότερο χαρούμενοι και να έχουν μικρότερη όρεξη για δουλειά. Έτσι και αλλιώς και λόγω κλίματος η φύση φαίνεται να είναι πιο γενναιόδωρη μαζί τους.
Σε οικονομικό επίπεδο η επιβίωση αλλά και η οικονομική επιτυχία προϋποθέτει την πλήρη προσαρμογή της κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης στις συνθήκες που επικρατούν. Η τέτοια προσαρμογή γίνεται ευκολότερα όταν υποστηρίζεται από ένα πλέγμα κανόνων που την καθιστούν υποχρεωτική για όλους ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης και οικονομικού status. Δεν υπάρχει για την δουλειά αυτή καλύτερος μηχανισμός από την θρησκεία.
Βοράς και Νότος μοιράζονται (αν και με διαφορετικά μεταξύ τους δόγματα) την ίδια θρησκεία, άρα και τις ίδιες βασικές αρχές, η βασικότερη των οποίων είναι η εγκράτεια. Αποτέλεσμα της εγκρατούς διαβίωσης είναι ο σχηματισμός πλεονασμάτων τροφής, η οποία είτε αποθηκεύεται για περιπτώσεις ανάγκης είτε εξάγεται φέρνοντας επιπλέον έσοδα. Ωστόσο τα έσοδα πρέπει να είναι τέτοια ώστε όχι να δίνουν κίνητρο για την συνέχιση της εγκρατούς διαβίωσης, η οποία πλέον αναδεικνύεται από αρχή σε αρετή (η οποία εκτιμάται δεόντως από τον Θεό, τον οποίο και χαροποιεί).
Ενώ στον Νότο (κυρίως λόγω κλίματος) η εγκράτεια δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία στον Βορά έφτασε να γίνει εμμονή, γεννώντας τον Προτεσταντισμό. Όποιος θέλει να εννοήσει τα αίτια της οικονομικής επιτυχίας αλλά και της κακομοιριάς των Βόρειο-Ευρωπαίων (και ειδικά των Γερμανών) πρέπει πριν από κάθε άλλο να ξεκινήσει από την ανάγνωση του βιβλίου του Μάξ Βέμπερ «Η Προτεσταντική Ηθική του Καπιταλισμού». Τότε όλα θα γίνουν κατανοητά, κάτι που είναι απολύτως απαραίτητο για κάποιον που θέλει να έχει βάσιμες ελπίδες επικράτησης σε μια διαπραγμάτευση έναντι ενός Προτεστάντη.
Τελικά οι αναφορές του Γερούν αντιπροσώπευαν την αγανάκτηση κάποιου που αναγκάζεται συνεχώς να διαπραγματεύεται με δύστροπους Νότιο-Ευρωπαίους, οι οποίοι δεν εννοούν να καταλάβουν την Οικονομική Θεωρία (αλλά κυρίως την πρακτική). Αντιπροσωπεύουν τον συσσωρευμένο φθόνο του Βόρειο-Ευρωπαίου, ο οποίος μη μπορώντας ν’ αποτινάξει το στενό ηθικά κανονιστικό πλαίσιο του Προτεσταντισμού (στο οποίο οφείλει το γεγονός ότι είναι ο δανειστής και όχι ο δανειζόμενος) και να ζήσει όπως ο Νότιο-Ευρωπαίος οδηγείται κάθε τόσο σε υστερικά ξεσπάσματα. Γι’ αυτό πέρα από τα ξεσπάσματα κάνει το μόνο που μπορεί: έρχεται για διακοπές στον Νότο προκειμένου να «χαρεί» κι αυτός για λίγο την ζωή.
Βλέποντας όμως το ζήτημα από οικονομική και μόνο σκοπιά πρέπει να σημειώσουμε ότι όπως για να τρέξει νερό πρέπει να υπάρχει διαφορά πίεσης, έτσι και για να πλουτίσουν οι Βόρειο-Ευρωπαίοι πρέπει εκτός της λιτής διαβίωσης τους (μέσω της οποίας δημιουργούνται τα κάθε είδους πλεονάσματα) να υπάρχουν και κάποιοι που θα σπαταλούν για «άχρηστα πράγματα» (αν και αυτός ΔΕΝ μπορεί να είναι ο κανόνας παρά η εξαίρεση).
Αν οι Νότιο-Ευρωπαίοι χρησιμοποιούσαν με φειδώ, περίσκεψη και προγραμματισμό τα «πλεονάζοντα κεφάλαια» που δανείζονταν από τους Βόρειο-Ευρωπαίους και με δεδομένο ότι η θρησκευτική αρχή της εγκρατούς διαβίωσης είναι κοινή, τότε μετά από λίγο θα κατέληγαν ν’ ανταγωνίζονται για τα ίδια προϊόντα στις ίδιες αγορές. Και όταν δεν θα υπήρχαν άλλα κράτη σε βάρος των οποίων να συνεχίσουν να σωρεύουν πλούτη θα τίθεντο αντιμέτωποι ο ένας εναντίον των συμφερόντων του άλλου. Τότε την «λύση» θα την δώσει είτε ένας «οικονομικός» είτε ένας «κανονικός» πόλεμος, ο οποίος πόλεμος είναι εδώ και χιλιετίες ο βασικός μηχανισμός επανεκκίνησης της οικονομίας.
Κλείνοντας και αυτό το σχόλιο πρέπει να θυμόμαστε πως το πρόβλημα ΔΕΝ είναι ο κάθε λογής Ντάϊσελμπαουμ, αλλά η λογική με την οποία έχουν εκπαιδευτεί. Για παράδειγμα ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ένας Νότιο-Ευρωπαίος -ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του «Αριστερό» (είχε το «Κεφάλαιο» στο προσκεφάλι του)- εκπαιδευόταν στην πλέον «Αριστερή» Οικονομική Σχολή (π.χ. London School of Economics) και κατάφερνε ν’ αναρριχηθεί στην θέση του Διοικητή της Ε.Κ.Τ. ΔΕΝ θ’ αποδεικνυόταν ποτέ στην πράξη «Αριστερός». Γιατί για να φτάσει κανείς στις ύπατες θέσεις πρέπει να έχει γίνει «σαν κι αυτούς» («κατά προσδοκία κοινωνικοποίηση» που λένε οι Κοινωνιολόγοι). Άσε που θα έχει διδαχθεί ακριβώς τις ίδιες «συνταγές» με τους «Δεξιούς» οικονομολόγους, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να υπηρετήσει το σύστημα μέσα στα όρια που έχουν ήδη θέσει κάποιοι άλλοι. Εδώ ο Ντράγκι προσπαθεί τόσο καιρό ν’ αυξήσει την ρευστότητα κάνοντας αυτό ακριβώς που επιτάσσει η Οικονομική Επιστήμη, αλλά προσκρούει στις έντονες αντιρρήσεις των Προτεσταντών Γερμανών.
Αν, λοιπόν, θέλουμε όσοι βρισκόμαστε από τη μέση και κάτω της «πυραμίδας» να έχουμε ελπίδες να ζήσουμε σχετικά ανετότερη ζωή εμείς και τα παιδιά μας (αλλά και τα εγγόνια μας) καλά θα κάνουμε να ξεκινήσουμε από τους εαυτούς μας και ειδικότερα από τον αναπροσανατολισμό των καταναλωτικών μας επιλογών καταναλώνοντας όσο περισσότερο μπορούμε προϊόντα εγχώριας παραγωγής, ακόμα και αν δεν είναι της ίδιας ποιότητας με τα εισαγόμενα. Γιατί «αγοράζοντας εισαγόμενα την πληρώνουμε όλοι αυξάνοντας την ανεργία και τον πληθωρισμό».
01 Απρίλη 2017
παρατηρητήριο.






















































































