Από το σημείο αυτό μέχρι του να ισχυριζόμαστε πως ο παραληρηματικός του λόγος «δίνει γραμμή» σε ανεγκέφαλους τους οποίους ωθεί σε πράξεις βίας είναι μεγάλη απόσταση. Και είναι μεγάλη απόσταση γιατί παρά το γεγονός πως τα λεγόμενα του μπορούν να θεωρηθούν από κάποιους ως «ρητορική μίσους» (βλέπε εδώ) η επίδραση τους, ωστόσο, δεν είναι μεγάλη. Και δεν είναι μεγάλη γιατί ο Τσουκαλάς μπορεί να βγαίνει στο γυαλί, αλλά στην ουσία δεν έχει μεγάλη εξουσία σε ανθρώπους. Έτσι, με την «ρητορική μίσους» του Τσουκαλά σίγουρα γελούν οι αντίπαλοι του «γνήσιου Γαύρου» είτε έχουν κερδίσει οι ίδιοι την ομάδα του (η ήττα της οποίας του προκαλεί εκνευρισμό) είτε απλά χαίρονται με τα νεύρα του.
Το μόνο σίγουρο στην περίπτωση του Τάκη (και των όποιων ομοίων του) είναι ο πως ο παραληρηματικός του λόγος (είτε η ομάδα του νικά είτε χάνει) προς τους αντιπάλους ξεπερνά τα όρια του καθωσπρεπισμού. Ενός καθωσπρεπισμού ο οποίος τα τελευταία χρόνια είναι γνωστός ως «πολιτική ορθότητα» η επιβολή της οποίας δεν θ’ αφήνει σύντομα κανένα περιθώριο συζήτησης γιατί όλο και κάποια ομάδα ατόμων θα θίγεται. Ο Τσουκαλάς και οι όμοιοι του «επαγγελματίες οπαδοί» είναι αυτοί που είναι και το καλό μ’ αυτούς είναι πως δεν υποκρίνονται. Μπορεί καμιά φορά να κρύβονται για να γλυτώσουν το αυτόφωρο, αλλά τουλάχιστον δεν υποκρίνονται κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είναι. Ίσως γιατί δεν μπορούν.
Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι οι άλλοι που μπορούν να υποκριθούν τον «καθωσπρέπει» οι οποίοι είναι κάτοχοι πτυχίων και αδειών άσκησης επαγγέλματος και κυκλοφορούν καλοντυμένοι. Αυτοί που έχοντας «θέσεις ευθύνης» μιλούν και λειτουργούν ανεύθυνα κηρύσσοντας το μίσος και τον διχασμό. Αυτοί που αφού ρίξουν τα γεμάτα χολή τους βέλη αλλάζουν συνεχώς ξενοδοχείο για να γλυτώσουν την αυτόφωρη σύλληψη και την διανυκτέρευση σ’ ένα κελί. Αυτοί είναι οι πιο επικίνδυνοι. Το χειρότερο μ’ αυτούς (και τους οπαδικούς δημοσιογράφους που τους αναπαράγουν και τους στηρίζουν) είναι πως κάθε πλευρά κάνει πως δεν βλέπει και δεν ακούει τους δικούς της και ασχολείται μ’ αυτούς της «άλλης πλευράς». Έτσι, αυτοί οι καλοντυμένοι και καλοπληρωμένοι είναι εκτός της κριτικής των δικών τους και εκμεταλλευόμενοι τις πλάτες των αφεντικών τους κηρύττουν το μίσος και τον διχασμό. Μίσος και διχασμό τον οποίο θ’ αναλάβουν να διεκπεραιώσουν οι οπαδικοί δημοσιογράφοι και οι οπαδοί της ομάδας (αν χρειαστεί να φτάσουν τα πράγματα ως εκεί).
Τώρα, βέβαια, κανείς μας δεν έχει απαίτηση από τον Κ. Κεφαλογιάννη να βάλει στο ίδιο σακί (ούτε καν στο ίδιο κείμενο) τον Τάκη Τσουκαλά με τον Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο του «Γαύρου του Βορρά» Χρυσόστομο Γκαγκάτση για όσα διχαστικά είχε πει μέσα από την φιλόξενη γι’ αυτόν συχνότητα του ΟΡΕΝ απειλώντας με χωρισμό την Ελλάδα και άλλα ωραία. Όσα είπε τότε συνιστούσαν έγκλημα τόσο από ηθικής όσο και από νομικής σκοπιάς και κανένα δίκιο της ομάδας του που θεώρησε ότι καταπατήθηκε δεν τα δικαιολογούσε. Ο Τσουκαλάς όντας αυτός που είναι αποτελεί μια καρικατούρα ακόμη και για τους συντρόφους του στην «Θ.7». Από την άλλη ο Γκαγκάτσης λόγω της θέσης του έχει πολλή μεγαλύτερη ευθύνη για τα λεγόμενα και τις πράξεις του. Επιπλέον, διαθέτει και καλύτερη (θεωρητικά τουλάχιστον) παιδεία από τον Τάκη. Συνεπώς, έχει σαφώς λιγότερα ελαφρυντικά. Με το παραλήρημα του ενός γελάνε πολλοί, με του άλλου προβληματίζονται για το τί είδους γράμματα τους μαθαίνουν στα πανεπιστήμια και ειδικότερα στις νομικές σχολές.
05 Μάη 2022
«πουθενάς 1».






















































































