Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ» ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ» ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ.

Ένας γνωστός μου όταν πρωτάκουσε για την «εργαλειοθήκη του Ο.Ο.Σ.Α.» νόμιζε ότι ο Ο.Ο.Σ.Α. ήταν κάποιος Νιγηριανός τεχνίτης που ξέχασε (ή έχασε) τα εργαλεία του. Τώρα πλέον έχει μάθει και το επόμενο χρονικό διάστημα θα ζήσει και την εμπειρία της πλήρους εφαρμογής της. Η«εργαλειοθήκη του Ο.Ο.Σ.Α.» είναι ένα σύνολο μέτρων τα οποία απλοποιούν διαδικασίες και έτσι υποτίθεται ότι μειώνεται το κόστος για τον τελικό καταναλωτή. Δεν έχει νόημα ν’ αναφερθούμε αναλυτικά στον κατάλογο που πρόκειται σταδιακά να μπεί σ’ εφαρμογή. Αυτό άλλωστε μπορεί να γίνει μ’ άνεση όταν φτάσει η ώρα εφαρμογής της. Ωστόσο θα πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι η λογική αυτών των «μεταρρυθμίσεων» είτε του Ο.Ο.Σ.Α. (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) είτε του Π.Ο.Ε. (Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου) είναι η δημιουργία παρόμοιων συνθηκών παραγωγής και ανταγωνισμού. Με τον τρόπο αυτόν και εφ’ όσον μεγάλες και μικρές χώρες ανταγωνίζονται με τους ίδιους όρους γίνεται κατανοητό ότι το τελικό αποτέλεσμα θα ευνοεί πάντα τις μεγάλες καθιστώντας τες πλουσιότερες και ισχυρότερες την ίδια ώρα που θα οδηγεί τις μικρότερες σε όλο και μεγαλύτερη φτώχεια και εξάρτηση.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αλλαγές που πρέπει να γίνουν και έχουν όντως αποτέλεσμα τόσο για την Χώρα όσο και για τους πολίτες. Αυτό ακριβώς είναι το φλέγον και κυρίαρχο ζήτημα για τα επόμενα χρόνια, όταν και θα πρέεπι να εφαρμοστούν μια σειρά «μεταρρυθμίζεις» (οι οποίες θα παραμείνουν και μετά το τέλος του «Θεσμονίου» που θα οδηγήσουν σε μια σειρά αλλαγών. Γι’ αυτό τον λόγο οφείλουμε όλοι να καταλάβουμε ότι η επιθεώρηση «πρώτη φορά Αριστερά» μας τελείωσε. Το μόνο που ενδέχεται να ζούμε από δω και πέρα είναι η λήψη κάποιων «φιλολαϊκών» μέτρων (εκτός από την εφαρμογή όσων προβλέπονται στο «Θεσμόνιο») τα οποία θα συνοδεύονται από μεγάλες δόσεις λαϊκισμού μπας και οι ιθαγενείς συνεχίσουν να βιώνουν την αυταπάτη της «πρώτης Αριστερής κυβέρνησης». Τώρα αν υπάρχουν τέτοιοι ιθαγενείς καθώς και πόσοι είναι αριθμητικά, αυτό είναι δύσκολο να επιβεβαιωθεί. Για να κλείσουμε προς το παρόν αυτό το θέμα πιστεύω ότι θα πρέπει να εφαρμοστούν όλα τα μέτρα που οι εταίροι μας επιβάλλουν όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά για να μην μπορεί κανείς στο μέλλον να επικαλεστεί ότι η μη εφαρμογή τους ευθύνεται για την αποτυχία του «Θεσμονίου». Στο κάτω-κάτω κάποια από αυτά οδηγούν (ή ανμένεται να οδηγήσουν σε μείωση του «κόστους ζωής» το οποίο είναι πιο σημαντικό ζήτημα από το «πόσα παίρνει» (τι ύψους εισόδημα έχει) κανείς.

Στη συνέχεια θ’ αναφερθούμε σε κάποιες από τις προτάσεις που έχουν ήδη «πέσει στο τραπέζι» είτε τώρα είτε παλαιότερα και οι οποίες θα μπορούσαν να παράξουν άμεσα αποτελέσματα. Τις περισσότερες από αυτές τις έχουμε ήδη αναφέρει σε προηγούμενα κείμενα της σειράς και στην ουσία σήμερα τις συγκεφαλαιώνουμε σ’ ενιαίο κείμενο.

Πριν ξεκινήσουμε την αναφορά μας στις προτάσεις αυτές πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι παρά την διαφοροποίηση των οικονομολόγων σε Κλασικούς (Φιλελεύθερους και Νέο-Φιλελεύθερους) και Κεϋνσιανούς και την για τον λόγο αυτόν διαφορετική θεώρηση της οικονομικής πραγματικότητας όταν η Κρίση εκδηλώνεται σ’ όλη της την ένταση οι διαφοροποιήσεις τείνουν να εκλείπουν. Τότε όμως και εξαιτίας του ότι η εκδήλωση της Κρίσης αποκαλύπτει την ανεπάρκεια (θεωρητική και πρακτική) του συστήματος η σύγκρουση ανάμεσα στις δυο σχολές αποκτά την μεγαλύτερη ένταση της. αυτό συμβαίνει γιατί παρ’ ότι και οι δυο πλευρές συμφωνούν ότι πρώτιστο μέλημα μιας κυβέρνησης είναι η αποκατάσταση της ρευστότητας στην οικονομία, υπάρχει διαφωνία με ποιόν τρόπο αυτή θα επιτευχθεί. Δεδομένου ότι με τον όρο «ρευστότητα» εννοείται η αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας η διαφωνία είναι σχετικά με το δίκτυο μέσω του οποίου αυτή θα διαχυθεί στην οικονομία.

Οι οικονομολόγοι της Κλασικής Σχολής θεωρούν ότι η ρευστότητα πρέπει να διοχετευτεί μέσω των τραπεζών (άρα τα λεφτά να δοθούν από την κυβέρνηση στις τράπεζες). Περαιτέρω θεωρούν ότι οι τράπεζες (δηλαδή οι φίλοι τους τραπεζίτες) γνωρίζουν πόσο, πώς και κυρίως πότε θ’ ανοίξουν σιγά-σιγά τους κρουνούς του χρήματος.

Οι Κεϋνσιανοί οικονομολόγοι από την άλλη θεωρούν ότι η ρευστότητα πρέπει να δοθεί κατευθείαν στους πολίτες και πως έτσι η κατάσταση θα βελτιωθεί γρηγορότερα. Δεν είναι τυχαίες οι αιρετικές (για όσους μένουν στην επιφάνεια) απόψεις του Κέυνς ο οποίος πρότεινες να θαφτούν σε συγκεκριμένα σημεία λεφτά (όταν δεν υπάρχει κρίση) και σε περιόδους κρίσης να δίνεται το δικαίωμα στους πολίτες έναντι καταβολής μικρού ποσού να σκάβουν και να τα βρίσκουν σαν να έσκαβαν για θησαυρό ή χρυσό.

Παρά το γεγονός ότι οι Κλασικοί οικονομολόγοι προσπάθησαν μέσω της γελοιοποίησης ν’ αντικρούσουν την ουσία των προτάσεων αυτών, αυτές παραμένουν επίκαιρες εφ’ όσον προσφέρουν την μοναδική λύση αποκατάστασης της ρευστότητας σε περιόδους κρίσης αλλά και ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας σε περιόδους που παρατηρείται κάμψη της. Έτσι στην προσπάθεια να βρεθεί μια ουσιαστική λύση δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει που ο πλέον προβεβλημένος στις μέρες μας Νέο-Φιλελεύθερος οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν υπήρξε ο εμπνευστής της πρότασης περί «Αρνητικού Φόρου Εισοδήματος» την οποία και θα δούμε ευθύς αμέσως.

Κλείνοντας αυτήν την εισαγωγή στις προτάσεις για την αντιμετώπιση της σημερινής οικονομικής κατάστασης πρέπει να έχετε πάντα υπ’ όψη σας ότι η διαμάχη ήταν και συνεχίζει να είναι για το ποιος ελέγχει την διαδικασία. Όσο η παροχή της ρευστότητας καθορίζεται από το τραπεζικό σύστημα τόσο ο πολιτικός έλεγχος μειώνεται. Αν αντίθετα η ρευστότητα παροχετευθεί κατευθείαν στους πολίτες/καταναλωτές το τραπεζικό σύστημα μόνον έμμεσα θα ωφεληθεί, ενώ η πίεση για περαιτέρω ενίσχυση του πολιτικού ελέγχου πάνω στο τραπεζικό σύστημα θα ενταθεί (κάτι που οι τραπεζίτες από χρόνια δεν επιθυμούν).  

 

Πρόταση 1η: Αρνητικός Φόρος Εισοδήματος.        

Όπως είπαμε η συγκεκριμένη πρόταση έχει Νέο-Φιλελελύθερη καταγωγή, αλλά θα μπορούσε το ίδιο εύκολα να έχει Σοσιαλδημοκρατικές ρίζες αφού στην ουσία της αποτελεί παραλλαγή των Κεϋνσιανών απόψεων. Την πρόταση για τον «Αρνητικό Φόρο εισοδήματος» εισήγαγε στις Η.Π.Α. το 1962 ο Μίλτον Φρίντμαν. Η πρόταση αυτή απαντάται σε δυο εκδοχές:

  • Κάθε νοικοκυριό ή άτομο του οποίου το εισόδημά του είναι μικρότερο από αυτό που έχει οριστεί ως ελάχιστο (αφορολόγητο) για να μην καταστεί φτωχό, δικαιούται μία φορολογική πίστωση η οποία ισούται με την απόσταση του εισοδήματος του από το όριο μειωμένη κατά ένα ορισμένο συντελεστή.
  • Το άτομο ή το νοικοκυριό του οποίου το συνολικό του εισόδημα είναι μικρότερο από το ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης (εγγυημένου εισοδήματος) και αποκτά και εισόδημα από εργασία, τότε το συνολικό του εισόδημα όπως προκύπτει μετά την υποβολή της φορολογικής του δήλωσης θα ισούται με το εισόδημά του από εργασία προσαυξημένο με τη φορολογική πίστωση. Η φορολογική πίστωση προκύπτει ως η διαφορά μεταξύ ελάχιστου εισοδήματος διαβίωσης (εγγυημένου εισοδήματος) και του φόρου από το εισόδημα απο εργασία.

Εφαρμόζοντας την πρώτη περίπτωση έχουμε:

Έστω ότι το αφορολόγητο εισόδημα είναι 10.000 Ευρώ και ο φόρος είναι 25%. Αν κάποιος έχει εισόδημα 12.000 Ευρώ, θα πληρώσει φόρο ((12000 – 10000)x 0,25) 500 Ευρώ. Αν κάποιος έχει εισόδημα 8.000 Ευρώ, τότε το κράτος θα του δώσει επιπλέον ((10.000 – 8.000)x 0,25) = 500 Ευρώ και το εισόδημά του θα γίνει 8.000 + 500 = 8.500 Ευρώ.

Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε:

Έστω ότι το ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης είναι 10.000 Ευρώ και ο φόρος είναι 25% (χωρίς αφορολόγητο). Αν κάποιος έχει εισόδημα 9.000 Ευρώ εκ των οποίων τα 8.000 από εργασία ο Φ.Ε. είναι 2.000 Ευρώ τα οποία συμψηφιζόμενα με το ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης (10.000 Ευρώ) μας δίνουν 8.000. Συνεπώς ο φορολογούμενος θα λάβει από το Κράτος φορολογική πίστωση ύψους 8.000 Ευρώ τα οποία προστιθέμενα στο εισόδημα από εργασία μας δίνουν άθροισμα 16.000 Ευρώ.

Παρατηρούμε ότι στην δεύτερη περίπτωση η φορολογική πίστωση εξαρτάται από το ύψος του εισοδήματος από εργασία. Αυτό γίνεται γιατί η φορολογική πίστωση δίνεται για να ενθαρυνθεί από τους πολίτες η αποδοχή κακοπληρωμένων θέσεων εργασίας. Σ’ αντίθετη περίπτωση ο πολίτης επιβιώνει μέσω των Προνοιακών προγραμμάτων. Είναι μια κλασική αγγλοσαξωνική προσέγγιση η οποία λαμβάνει υπ’ όψη τον «ηθικό κίνδυνο», δηλαδή την περίπτωση ο πολίτης να μην αναζητά εργσία εφ’ όσον το υποστηριζόμενο από επιδόματα επίπεδο διαβίωσης του είναι σχετικά υψηλό.

Για να λειτουργήσει το μέτρο πρέπει να έχει προσδιοριστεί ένα ελάχιστο εισόδημα κάτω από το οποίο αυτό θα εφαρμόζεται. Ο προσδιορισμός του εισοδήματος αυτού θα μπορρούσε να γίνεται:

  • είτε με βάση κάποιες παραδοχές (πόσα χρειάζονται για να έχει κάποιος ένα συγκεκριμένο επίπεδο διαβίωσης),
  • είτε με τον Μ.Ο. των εισοδημάτων που δηλώθηκαν για την προηγούμενη χρονιά,
  • είτε με βάση το «διάμεσο εισόδημα» για το οποίο έχουμε μιλήσει αρκετές φορές παλαιότερα.

Προσωπικά θεωρώ ότι ο πρώτος και ο τρίτος τρόπος είναι οι καλύτεροι και μεταξύ των δύο αυτών περισσότερο αντικειμενικός είναι το «διάμεσο εισόδημα» (με την προϋπόθεση ότι οι δηλώσεις εισοδήματος είναι ειλικρινείς.

Όπως γίνεται κατανοητό η εφαρμογή του «Αρνητικού Φόρου Εισοδήματος» σαν μέτρο δεν είναι ξεκομένο από όλα τα υπόλοιπα που συζητούνται και κατά καιρούς εφαρμόζονται προκειμένουν ν’ αμβλύνουν τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Αυτό που πρέπει κυρίως να κρατήσουμε είναι το γεγονός ότι η υιοθέτηση της πρότασης αυτής από τον πλέον εμβληματικό Νεο-φιλελεύθερο οικονομολόγο αποδεικνύει ότι η «αγορά» ως ανατροφοδοτούμενος και αυτορυθμιζόμενος μηχανισμός αδυνατεί να οδηγήσει σε μακροπρόθεσμη εξισορρόπηση των ανισοτήτων και γι’ αυτό απαιτείται η επέμβαση του Κράτους μέσω αναδιανεμητικών πολιτικών στην λειτουργία της «αγοράς» όσο παρεμβατικές και αν είναι αυτές. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αν και η παρέμβαση του Κράτους στη λειτουργία της «αγοράς» είναι «κόκκινη γραμμή» για τους Νεο-Φιλελεύθερους οικονομολόγους (τουλάχιστον θεωρητικά), ωστόσο παρεμβάσεις όπως ο «Α.Φ.Ε.» και άλλες κάνουν καλό στην γενικότερη λειτουργία της «αγοράς» βοηθώντας μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να συμπληρώσουν το εισόδημα τους και να συνεχίσουν να καταναλώνουν.      

 Για περισσότερα σχετικά με την πρόταση (σελ 24 μέχρι τέλους) και όχι μόνο (βλέπε εδώ).

 

Πρόταση 2η: Δίνουμε λεφτά κατευθείαν στους πολίτες.

Σύμφωνα με την πρόταση αυτή το Κράτος δίνει ένα ορισμένο κατ’ άτομο (ή νοικοκυριό) ποσό μετρητών το οποίο διατίθεται από τον πολίτη (ή το νοικοκυριό) ελεύθερα (κατά την κρίση του). Η διαφορά του μέτρου αυτού από οποιοδήποτε άλλο στο παρελθόν είναι η απόλυτη ελευθερία του λήπτη ν’ αποφασίσει πως αυτό το ποσό θα ξοδευτεί. Μέχρι τώρα οι όποιες παροχές (εκτός των επιδομάτων) ήταν στην λογική των πιστώσεων/επιταγών (vouchersόπως τα αποκαλούν οι ιθαγενείς για να συνεννοούνται μεταξύ τους) και η μόνη ελευθερία του λήπτη ήταν ν’ αποφασίσει που να τα ξοδέψει.

Η πρόταση που έχει ως «πατέρα» τον Τζόζεφ Στίγκλιτς είναι σοκαριστικά απλή. Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τις ανάγκες κάποιου καλύτερα από τον ίδιο. Ο Στίγκλιτς θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό θα έχουμε το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και ο πολλαπλασιαστής θα λάβει έτσι την μεγαλύτερη τιμή του. Έχουμε μιλήσει και άλλες φορές για τον «πολλαπλασιαστή» ο οποίος μετρά πόσες φορές κυκλοφορεί στην «αγορά» κάθε Ευρώ που ξοδεύεται σε μια δοσμένη χρονική περίοδο.

Παρά το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία είναι συντριπτική οι αντιδράσεις σ’ ένα τέτοιο μέτρο είναι μεγάλες και σθεναρές. Η πλευρά που αντιδρά κάθε φορά ταυτίζεται μεν πολιτικά με την Νέο-Φιλελεύθερη Δεξιά (στον βαθμό που έχουν ακόμη νόημα τέτοιοι διαχωρισμοί), αλλά στην ουσία είναι οι τραπεζίτες οι οποίοι αντιτίθενται σ’ αυτό το μέτρο. Η αντίθεση τους έχει να κάνει με την παράκαμψη τους ως τον μοναδικό πάροχο ρευστότητας της «αγοράς» παρά το γεγονός ότι και αυτοί (ή κυρίως αυτοί) θα βγούν ωφελημένοι από το μέτρο αυτό. Να γιατί:

  • Καθώς κάθε πολίτης (ή νοικοκυριό) αυτή την περίοδο έχει χρέη στο Δημόσιο (φόρους) ή σε καταστηματάρχες της γειτονιάς του (βερεσέδια) ή απλά «περνά δύσκολα» μειώνοντας την κατανάλωση του σε σχέση με το παρελθόν και υποβαθμίζοντας το βιοτικό του επίπεδο, αυτά τ’ απευθείας χρήματα θα ήταν σαν το «μάννα εξ’ ουρανού». Πρώτη ενέργεια του πολίτη (ή του νοικοκυριού) θα ήταν η κάλυψη (εξόφληση) των πιο πιεστικών χρεών του ξεκινώντας από τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και τα βερεσέδια στις επιχειρήσεις της γειτονιάς (για «να περπατά με το κεφάλι ψηλά»)και φτάνοντας μέχρι την κάλυψη των αναγκών του (από τις στοιχειώδεις ως τις λιγότερο στοιχειώδεις).
  • Με όποιον τρόπο και να γίνει η ιεράρχηση το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Θα μειωθούν τα χρέη των νοικοκυριών τόσο απέναντι στο Δημόσιο όσο και απέναντι στους ιδιώτες βοηθώντας τους τελευταίους να μειώσουν τα δικά τους χρέη με αντίστοιχη μείωση των δικών τους επισφαλών απαιτήσεων (εφ’ όσον θα εισπράξουν χρέη τα οποία πριν θεωρούσαν «αμφίβολα είσπραξης»). Βλέπουμε δηλαδή ότι δημιουργείται ρευστότητα στην πράξη η οποία πέφτει όλη άμεσα στην «αγορά» και όχι με το σταγονόμετρο όπως θα συνέβαινε αν η ίδια ρευστότητα παρεχόταν από τις τράπεζες.

Είναι προφανής η αποτελεσματικότητα του μέτρου αυτού όσον αφορά την αναζωπύρωση της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία και είναι απαραίτητη για την δημιουργία θετικού κλίματος το οποίο και θα την ανατροφοδοτήσει μελλοντικά. Το μέτρο αυτό απαντά επίσης στην απαίτηση για κρατική χρηματοδότηση προκειμένου να βοηθηθεί η αναζωπύρωση της οικονομικής δραστηριότητας.

 

Πρόταση 3η: Παροχή κινήτρων σε πολίτες (δημόσιους υπαλλήλους κατά προτίμηση) να πάνε να εγκατασταθούν στην επαρχία αλλάζοντας δραστηριότητα.

Στο προηγούμενο κείμενο μας είχαμε κάνει μια σύντομη αναφορά στην μόνη τοποθέτηση βουλευτή που περιείχε προτάσεις (δυο τον αριθμό) στην συνεδρίαση της Βουλής την 15η Ιούλη. Είχαμε αναφερθεί στον Δ. Καμμένο των ΑΝ.ΕΛ. ο εν λόγω βουλευτής στην 5λεπτη ομιλία του έκανε δυο προτάσεις.

Η πρώτη αφορούσε την υποκατάσταση των εισαγωγών από την ντόπια παραγωγή, ένα θέμα στο οποίο έχουμε αναφερθεί πολλές φορές. Βάση για την πρόταση αυτή αποτελεί η διαπίστωση ότι οι εισαγωγές τροφίμων φτάνουν τα 6 δις. Ευρώ. Εκτιμάται επίσης (πως ακριβώς είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης) ότι οι θέσεις εργασίας που αναμένεται να δημιουργηθούν είναι 400 χιλιάδες. Ανεξάρτητα και πέρα από την ακρίβεια των παραπάνω αριθμών η ουσία του ζητήματος είναι η ανάγκη να μειώσουμε στον μικρότερο δυνατό βαθμό τις εισαγωγές προσπαθώντας να καταστήσουμε την Χώρα αυτάρκη.

Η δεύτερη πρόταση είναι πιο ενδιαφέρουσα καθώς συνδυάζει τόσο την μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων (άρα και το κόστος μισθοδοσίας τους) όσο και την αλλαγή στον προσανατολισμό της «παραγωγικής βάσης» της Χώρας. Είναι όμως ταυτόχρονα και η πιό δύσκολη καθώς για να επιτύχει θα πρέπει να συντελεστεί μια εκ βάθρων αλλαγή στην νοοτροπία και την ψυχοσύνθεση του Λαού μας. Γνωρίζουμε ότι πολλοί από του δημόσιους υπαλλήλους είτε υπηρετούν στον τόπο καταγωγής τους (π.χ. στρατιωτικοί) είτε όχι έχουν ακίνητη περιουσία στον τόπο καταγωγής τους. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η περιουσία αυτή περιλαμβάνει αγροτικές εκμεταλλεύσεις από τις οποίες οι οικογένειες των ανθρώπων αυτών αποκτούν εισόδημα. Δεδομένου ότι η κύρια πηγή εσόδων είναι ο μισθός τους οι άνθρωποι αυτοί μόνο ευκαιριακά μπορούν να θεωρηηθούν αγρότες.

Αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαν (και θα έπρεπε) ν’ αποτελέσουν την βάση ενός σχεδίου το οποίο πλήρως εφαρμοζόμενο θα οδηγούσε από την μια σε μείωση προσωπικού στον Δημόσιο Τομέα και από την άλλη στην πύκνωση του αγροτικά απασχολούμενου πληθυσμού στην Ελληνική ύπαιθρο. Και ναι μεν για όσους ήδη υπηρετούν στον τόπο καταγωγής τους η αλλαγή δεν θα ήταν μεγάλη, αλλά για όσους θα επέλεγαν να προωθηθούν σε περιοχές της επαρχίας η προσαρμογή θα ήταν αρχικά δυσκολότερη.

Έχοντας υπ’ όψη τα παραπάνω θα πρέπει να υπάρξει προγραμματισμός και να ληφθεί μέριμνα για την εγκατάσταση τους. Για παράδειγμα θα μπορούσαν (και θα έπρεπε) να προτιμηθούν περιοχές οι οποίες δεν έχουν πολύ πληθυσμό αλλά στις οποίες υπάρχουν τομείς της αγροτικής και τουριστικής δραστηριότητας οι οποίοι μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες των νεο εγκατεστημένων σ’ αυτές. Στους νεο εγκατεστημένους θα παρεχόταν στέγη (η οποία και θα χρειαζόταν επισκευή ή ανακατασκευή) και γή (μαζί με τ’ αναγκαία μέσα παραγωγής). Συμπληρωματικά και για μια περίοδο η οποία θα εκτιμηθεί στην πορεία και αναλόγως της εξέλιξης του σχεδίου θα δίνονταν σ’ αυτούς παροχές είτε με την μορφή πίστωσης, είτε με την μορφή επιδόματος/ενίσχυσης, είτε ακόμα μέσα από το μέτρο του «Αρνητικού Φόρου Εισοδήματος» στον οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω.

Υπάρχει εγχώρια αλλά και διεθνής εμπειρία στην οποία έχουμε αναφερθεί παλαιότερα (βλέπε εδώ), από την οποία προκύπτει ότι το σχέδιο αυτό λειτουργεί πολύ καλά (παράγοντας θεαματικά σε μερικές περιπτώσεις αποτελέσματα) όταν ο αριθμός των κατοίκων (ο οποίος είναι ανάλογος των αγροτικών και τουριστικών δραστηριοτήτων που μπορεί να υποστηρίξει το γεωγραφικό ανάγλυφο της περιοχής) δεν ξεπερνά ένα όριο (το οποίο για τις περιοχές που παρέχουν πολλές δυνατότητες οικονομικής δραστηριότητας μπορεί να φτάσει και τους 5.000 κατοίκους με απόλυτο όριο τους 10.000). βλέπουμε λοιπόν πως η πρόταση Δοξιάδη σύμφωνα με την οποία θα μπορούσαν να δημιουργηθούν ανα 100 χιλιόμετρα στον άξονα των Εθνικών Οδών πόλεις με πληθυσμό μέχρι 100 χιλιάδων κατοίκων συνεχίζει να είναι ακόμη και σήμερα επίκαιρα (ίσως λόγω των συνθηκών περισσότερο από ποτέ). Τέτοιου μεγέθους πόλεις θα ήταν για τους κατοίκους τους (αλλά και τους επισκέπτες τους) πιο «ανθρώπινες» καθώς θα πρόσφεραν καλύτερη ποιότητα ζωής.

Στο επόμενο μας κείμενο θ΄αναφερθούμε τόσο στην προσπάθεια «αξιοποίησης» της ακίνητης περιουσίας, αλλά κυρίως στην ιστορία αυτού του προβληματισμού, η οποία είναι τόσο παληά όσο οι περισσότεροι δεν φαντάζεστε.      

 

27 Ιούλη 2015
παρατηρητήριο.

 

 

Διαβάστηκε 7356 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ» ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ.