Την προηγούμενη Πέμπτη (25 Φλεβάρη) μέρα του επαναληπτικού αγώνα με την Άντερλεχτ δημοσιεύτηκαν τα οικονομικά στοιχεία που αφορούν τις εισπράξεις από τα μπόνους της UEFA από το 2003 και μετά (βλέπε εδώ). Από τον πίνακα αυτό προκύπτουν τα εξής:
Παρατηρούμε ότι παρά τον πακτωλό των χρημάτων που έχει εισπράξει ο Γαύρος οι επιδόσεις του σε αγωνιστικό επίπεδο δεν είναι ανάλογες. Ίσα-ίσα μάλιστα. Εκ πρώτης όψεως η εξήγηση φαίνεται να είναι η ανικανότητα (λανθασμένες επιλογές). Είναι όμως έτσι;
Μπορεί από την δεκαετία του ’80 και μετά στο ποδόσφαιρο να έχουν εμπλακεί επιχειρηματίες όλων των ειδών, αλλά σε αντίθεση μ’ αυτούς τους οποίους διαδέχτηκαν αυτοί δεν «κάνουν το κέφι τους βάζοντας λεφτά από την τσέπη τους» αλλά λειτουργούν τις ομάδες/εταιρείες τους όπως και τις υπόλοιπες επιχειρήσεις τους. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από το αγωνιστικό τμήμα στην Διοίκηση/Ιδιοκτησία και τα εκτελεστικά της όργανα (τα στελέχη της εταιρείας). Έτσι το υποτίθεται κυρίαρχο ζήτημα (το ποδόσφαιρο) περνά σε δεύτερο πλάνο αφήνοντας έτσι χώρο σ’ όλους τους «παρατρεχάμενους» να διεισδύσουν για να καλύψουν το κενό. Στους «παρατρεχάμενους» ανήκουν όσοι υπό κανονικές συνθήκες (όταν το ποδόσφαιρο είναι στο προσκήνιο) λειτουργούν συμπληρωματικά. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται οι: δημοσιογράφοι, υπεύθυνοι Τύπου-επικοινωνίας, υπεύθυνοι Ασφαλείας, υπεύθυνοι σχέσεων με οπαδούς, υπεύθυνοι για τους διαιτητές αλλά και οι γνωστοί μας μάνατζερ.
(Σημείωση: Ο όρος «μάνατζερ» χρησιμοποιείται όχι με την γενικότερη σημασία του «διευθυντικού στελέχους» -οπότε και θ’ αφορούσε κάθε είδους στελέχη- αλλά με την ειδικότερη που αφορά στον επαγγελματία που διαπραγματεύεται τους όρους εργασίας και το ύψος της αμοιβής παικτών και προπονητών.).
Ειδικά η σημασία των τελευταίων (μάνατζερ) έχει αυξηθεί δυσανάλογα τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι υπερβολή ότι οι μεγαλύτεροι και πιο δικτυωμένοι από αυτούς έχουν βάλει στο χέρι ολόκληρες ομάδες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι διεθνείς τοκογλύφοι έχουν βάλει στο χέρι ολόκληρες χώρες. Φυσικά δεν το κάνουν χωρίς ανταλλάγματα, τα οποία δυστυχώς προορίζονται μόνο για την Διοίκηση/Ιδιοκτησία και τ’ ανώτατα και ανώτερα στελέχη (καμιά φορά περισσεύει και κανένα ψίχουλο για τους υπόλοιπους της Διοίκησης).
Διακινούν καραβιές παικτών (ελεύθερων, δανεικών, με συμβόλαιο) και προπονητών από και προς τις ομάδες που τους ανήκουν βρίσκοντας τους επόμενους σταθμούς της καριέρας τους. Υπερτιμολογούν όπως τον Ιντέγε τους παίκτες των οποίων θέλουν να φτιάξουν το βιογραφικό έτσι ώστε να δικαιολογήσουν την υψηλή τιμή πώλησης τους μετά από λίγο καιρό. (Αν και δεν χωρά συζήτηση τι κρύβεται πίσω από τις υπερτιμολογήσεις ή τις υποτιμολογήσεις κατά περίπτωση, ωστόσο αυτό δεν είναι του παρόντος κειμένου). Προκειμένου να υποστηρίξουν όλο αυτό το κύκλωμα χρειάζονται τους «σωστούς» προπονητές οι οποίοι θα επιλέγουν πάντα στην ενδεκάδα τους παίκτες -ακόμη και αν δεν κάνουν για την ομάδα- που στο τέλος της χρονιάς θα πρέπει να εμφανίσουν ένα πλήρες συμμετοχών και στατιστικών βιογραφικό.
Δεν υπάρχει καλύτερος προπονητής γι’ αυτή την δουλειά από έναν 40άρη ο οποίος προέρχεται από ένα αδύνατο από άποψη ανταγωνισμού πρωτάθλημα όπως το Πορτογαλικό στο οποίο ήταν υπεύθυνος μιας μικρομεσαίας ομάδας. Ο προπονητής αυτός καλείται βοηθούμενος και από τα υπόλοιπα στελέχη να παίρνει συνεχώς νίκες προκειμένου να δημιουργεί σερί και να φτιάξει τα στατιστικά και το βιογραφικό του. Αν δε δεν έχει (εξαιτίας της μικρής του εμπειρίας και του ονόματος του) και μεγάλες (ακριβές) απαιτήσεις για μεταγραφές ακόμη καλύτερα.
Είναι προφανές ότι μια τέτοια ομάδα (ο Γαύρος εν προκειμένω) δεν έχει τους παίκτες που χρειάζεται ειδικά για την Ευρώπη όταν για την «υπέρβαση» (το βήμα παραπάνω) θα πρέπει ν’ ανταγωνιστεί μεσαίες ομάδες πιο «σοβαρών» από το δικό μας πρωταθλημάτων. Φυσικά στο γαϊτανάκι των managersπου περιγράφηκε παραπάνω μετέχουν και Ευρωπαϊκές ομάδες οι οποίες όμως ακριβώς εξαιτίας των προσβάσεων που έχουν στην διεθνή αγορά (όνομα και επίπεδο πρωταθλήματος) είναι σε θέση να εξασφαλίζουν στην πλειοψηφία των περιπτώσεων τους παίκτες που τους χρειάζονται για να σχηματίζουν «κανονικές» ομάδες (χωρίς κενά). Βέβαια έχουν υπάρξει περιπτώσεις (και είναι αρκετές) όπου μια μεταγραφή γίνεται για λόγους έξω-αγωνιστικούς οι οποίοι συνήθως σχετίζονται με το marketing. Σ’ αυτές όμως τις περιπτώσεις οι ομάδες που κάνουν αυτές τις κινήσεις αντλούν άλλου είδους οφέλη ενώ αν και όταν στραβώσουν τα πράγματα μπορούν να πουλήσουν (ακόμη και με ζημιά) τους παίκτες αυτούς σε άλλες «κορυφαίες» ομάδες. Παράλληλα από αγωνιστικής άποψης προσπαθούν να βρούν το «κατάλληλο» σύστημα για να πάρουν ότι μπορούν παραπάνω από αυτούς.
Στην Ελλάδα οι μεταγραφές μεγάλων ονομάτων αφορούν παίκτες που είτε βρίσκονται στο τέλος της καριέρας τους (π.χ. Ριβάλντο) ή που αντιμετώπισαν στο παρελθόν (ή αντιμετωπίζουν) προβλήματα τραυματισμών. Μπορεί μια στο τόσο από τις μεταγραφές αυτές να προκύπτει μια περίπτωση τύπου Μπάγεβιτς (όταν είχε έρθει ως παίκτης στην Α.Ε.Κ. ήταν τραυματίας) ή Σισέ ωστόσο αυτό είναι μάλλον η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα είναι αν οι ομάδες μας κάνουν την δουλειά τους (από αγωνιστικής άποψης) εκτός από το να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των managers. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ποδόσφαιρο υπάρχει πρωτίστως για τους παίκτες και τους φιλάθλους/οπαδούς/θεατές και δευτερευόντως για όλους τους υπόλοιπους συντελεστές του.
Τι γίνεται όμως όταν παρά τα πολλά λεφτά που υποτίθεται ότι δαπανώνται το αποτέλεσμα που παρουσιάζεται στον φίλαθλο/οπαδό/θεατή είναι κατώτερο των προσδοκιών που του έχουν έντεχνα κάποιοι καλλιεργήσει;
Μέχρι εδώ η ανάλυση έχει μείνει στα προφανή, σ’ αυτά που καθένας μας θα μπορούσε να σκεφτεί (ειδικά αν είναι και λίγο καχύποπτος). Ωστόσο αν σταματήσει εδώ το κείμενο θα βγεί το λανθασμένο συμπέρασμα ότι οι μανατζαραίοι κινούν όλα τα νήματα (άρα είναι υπεύθυνοι για όλα). Είναι ωστόσο έτσι;
Η απάντηση είναι ότι οι μάνατζερ δεν είναι τ’ αφεντικά. Δεν παράγουν τον πλούτο (την «υπεραξία» κατά τον Μάρξ). Απλά την διαχειρίζονται και ως ένα βαθμό την καθορίζουν (μέσω των υπέρ και υπό τιμολογήσεων τις οποίες όμως επιβάλλουν και άλλες σκοπιμότητες). Στην ουσία όλοι δουλεύουν για την UEFA(και όσους βρίσκονται πίσω της) και τις εταιρείες-χορηγούς της. Από την άποψη αυτή είναι λάθος να θεωρούμε ότι εδώ ισχύει το κλασικό ιεραρχικό σχήμα που έχουμε υπ’ όψη μας όταν μιλάμε για εταιρείες με τον μεγαλοϊδιοκτήτη στην κορυφή της πυραμίδας να «μαζεύει όλο το χαρτί». Στην περίπτωση μας πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι πρόκειται περί «δικτύου» στο οποίο όλοι οι μεγάλοι παίκτες (εταιρείες-χορηγοί) έχουν κοινά συμφέροντα των οποίων την εξυπηρέτηση έχουν αναθέσει στους ειδικούς του χώρου (UEFA) οι οποίοι «ξέρουν καλύτερα». Στο κάτω-κάτω αυτοί (οι εταιρείες-χορηγοί) έχουν ν’ ασχοληθούν και με τις δικές τους δουλειές (με την στενή έννοια του όρου).
Το σχήμα του «δικτύου» εξυπηρετεί όχι μόνο γιατί ανταποκρίνεται περισσότερο στην πραγματικότητα, αλλά γιατί δείχνει τις σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ της UEFA, των εταιρειών-χορηγών και των ομάδων. Είναι ωστόσο σημαντικό να ορίσουμε την δουλειά που κάνει καθένας από τους παραπάνω συντελεστές. Μόνον έτσι θα γίνει κατανοητός στον απλό φίλαθλο/οπαδό/θεατή ο λόγος (η αιτία) γιατί συμβαίνουν όσα συμβαίνουν στην αγαπημένη του ομάδα η οποία παρά τον πακτωλό των χρημάτων που εισπράττει αποτυγχάνει ν’ ανταποκριθεί περισσότερο ή λιγότερο συχνά στις προσδοκίες του.
- Η UEFA είναι η κανονιστική-ρυθμιστική αρχή η οποία εκτός από τον συντονισμό κανονίζει τα οικονομικά του συνεταιρισμού (μοιράζει τα λεφτά στις ομάδες) αλλά και βρίσκει τους χρηματοδότες/επενδυτές (εταιρείες-χορηγούς). Για την δουλειά της εξασφαλίζει μέρος των εσόδων τα οποία μοιράζονται στα στελέχη της αλλά και χρησιμοποιούνται για την δημιουργία και συντήρηση της δημόσιας εικόνας της μέσω της διοργάνωσης λαμπρών τελετών και συνεδρίων καθώς και κοινωφελών προγραμμάτων (Κοινωνική Ευθύνη) που τυγχάνουν διεθνούς προβολής.
- Οι εταιρείες-χορηγοί είναι οι «επενδυτές». Δουλειά τους είναι να χρηματοδοτούν κεντρικά την UEFA μέσω χορηγιών και μετά να εισπράττουν περισσότερα απ’ όσα έδωσαν μέσω της αύξησης των πωλήσεων των προϊόντων και υπηρεσιών τους. Ως «επενδυτές» θα κατατάσσονταν (και όχι άδικα) στους «θεσμικούς», αφού εμφανίζουν την ίδια τάση της μη εμπλοκής στον τρόπο διοίκησης της εταιρείας στην οποία «επενδύουν». Με τον τρόπο αυτό επιθυμούν (όχι πάντα μ’ επιτυχία) να κρατηθούν όσο γίνεται πιο ανεπηρέαστοι από τις επιπτώσεις των όποιων σκανδάλων προκύψουν στην πορεία. Δεδομένου ότι οι ομάδες που βρίσκονται στην βάση αυτής της ιδιότυπης πυραμίδας διαγκωνίζονται για τα λεφτά που αυτές προσφέρουν η στάση τους αυτή μοιάζει τουλάχιστον υποκριτική.
- Οι ομάδες είναι οι παραγωγοί του ποδοσφαιρικού προϊόντος. Βρίσκονται στην βάση της πυραμίδας. Παρά το γεγονός ότι χωρίς αυτές δεν υπάρχει θέαμα, ωστόσο αυτές όλο και λιγότερο προσπορίζονται τα έσοδα που προκύπτουν από το προϊόν που οι ίδιες παράγουν. Δεδομένου ότι διαγκωνίζονται τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο (οι πιο επιτυχημένες από αυτές) για όσο το δυνατόν μεγαλύτερα έσοδα (όπως τα δέντρα του τροπικού δάσους για τον ήλιο) έχουν αποδεχτεί στην πράξη την αναγκαιότητα των εταιρειών-χορηγών καθώς και την επικυριαρχία της UEFA (χωρίς την οποία θα ήταν αδύνατο να τα βρούν μεταξύ τους). Ειδικά την UEFAθεωρούν ότι την έχουν ανάγκη για την «υπεραξία» που παράγει συντηρώντας το ενδιαφέρον των εταιρειών-χορηγών για το ποδόσφαιρο σε υψηλό επίπεδο προκειμένου αυτές να διαφημίζονται μέσω αυτού.
Από τους συντελεστές που αναφέρθηκαν παραπάνω απουσιάζουν σκόπιμα τα τηλεοπτικά κανάλια (ελεύθερα και συνδρομητικά) καθώς αυτά ούτε παράγουν κάτι αλλά και ούτε διαμορφώνουν την «υπεραξία» του ποδοσφαιρικού προϊόντος. Πληρώνουν μεν λεφτά για τα τηλεοπτικά δικαιώματα αναμετάδοσης (τα οποία είναι ανάλογα της αγοράς την οποία εκπροσωπούν) επιδιώκοντας να τα πάρουν πίσω από τις διαφημίσεις που θα πληρώσουν όσες τοπικές ή και πολυεθνικές εταιρείες ενδιαφέρονται να διαφημίσουν τα προϊόντα τους σε μεταδόσεις υψηλής θεαματικότητας. Συνεπώς η συμπεριφορά τους έναντι του ποδοσφαιρικού προϊόντος καθορίζεται τόσο από τις οικονομικές συνθήκες της αγοράς την οποία εκπροσωπούν όσο και από το μέγεθος της μιάς και το ενδιαφέρον του κοινού για το ποδόσφαιρο είναι σχετικά σταθερό.
Στο παραπάνω σχήμα (UEFA-εταιρείες/χορηγοί-ομάδες) κεντρικό ρόλο παίζει η UEFA. Εξασφαλίζοντας την χρηματοδότηση των διοργανώσεων της (την οποία επιχειρεί κάθε τόσο να μεγιστοποιεί μέσω οργανωτικών αλλαγών) λειτουργεί στην πράξη και ως τραπεζίτης (εκτός από κανονιστική-ρυθμιστική ποδοσφαιρική αρχή). Όπως ο τραπεζίτης συγκεντρώνει και διαχειρίζεται έναντι αμοιβής λεφτά πλουσίων οι οποίοι δεν έχουν τις «ειδικές γνώσεις» και την εμπειρία να τα διαχειριστούν οι ίδιοι, έτσι και η UEFA συγκεντρώνει (έναντι αμοιβής) τα λεφτά των εταιρειών-χορηγών για λογαριασμό υποτίθεται των ομάδων τα οποία και μοιράζει σ’ αυτές κρατώντας ένα ποσοστό για την ίδια.
Προφανώς όπου υπάρχει μοιρασιά προκύπτουν διαφωνίες απ’ όσους θεωρούν ότι τους εκμεταλλεύονται. Στην περίπτωση μας τα παράπονα τα έκαναν οι πλέον προβεβλημένες Ευρωπαϊκές ομάδες οι οποίες είναι και οι πλέον «πλούσιες» φτάνοντας στο σημείο ν’ απειλήσουν με αποχώρηση τους από τις διοργανώσεις της UEFA και την δημιουργία δικής τους ξεχωριστής διοργάνωσης. Ομάδες σαν την Γιουβέντους, την Ρεάλ και την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ταύτισαν τους εαυτούς τους με το ίδιο το ποδοσφαιρικό προϊόν το οποίο και δήλωσαν ότι επιθυμούν να διαχειριστούν οι ίδιες χωρίς μεσάζοντες. Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι οι πλουσιότερες ομάδες της Ευρώπης συμπεριφέρθηκαν για την περίσταση σαν «προλετάριοι» (εργάτες/αγρότες/άνεργοι) οι οποίοι διεκδικούν το δίκιο τους από τον εκμεταλλευτή τους (την UEFA). Σήμερα γνωρίζουμε πως αυτή η κίνηση δεν προχώρησε ίσως γιατί δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια διαπραγματευτική τακτική με τον κεντρικό τραπεζίτη.
Πιθανόν σε κάποιους να μην φαίνεται σωστός ο χαρακτηρισμός «τραπεζίτης» για την UEFA. Αν όμως το σκεφτούμε λίγο καλύτερα θα δούμε ότι ισχύει:
- Συγκεντρώνει λεφτά άλλων (εταιρειών-χορηγών) τα οποία και διαχειρίζεται υποσχόμενη σ’ αυτές μεγάλα κέρδη.
- Διαμορφώνει τους όρους χρηματοδότησης των ομάδων (καθορίζει αντικειμενικά μπόνους επίτευξης στόχων).
- Διαμορφώνει τους όρους συμμετοχής των ομάδων και ελέγχει την τήρηση τους.
- Επιβάλλει πλήρως τη θέληση της μέσω των οργάνων της (π.χ. πειθαρχική επιτροπή) χωρίς ν’ αφήνει χώρο για οποιαδήποτε αμφισβήτηση.
Οι ομάδες-παραγωγοί του ποδοσφαιρικού προϊόντος έχουν ανάγκη χρηματοδότησης προκειμένου να φτάσουν στο επίπεδο που οδηγεί όχι μόνο στη συμμετοχή στις διοργανώσεις της UEFA αλλά και στην διάκριση σ’ αυτές. Δεδομένου ότι η χρηματοδότηση αυτή δεν προέρχεται από τις τράπεζες (παρά μόνο με προσωπική εγγύηση του ιδιοκτήτη τους) οι ομάδες έχουν «ανάγκη» πλούσιους ιδιοκτήτες οι οποίοι να διαθέτουν τ’ αναγκαία κεφάλαια για να γίνουν τόσο ανταγωνιστικές ώστε να εισπράξουν τα μπόνους της UEFA.
Η αρχική σκέψη είναι ότι ο ιδιοκτήτης θα βάλει ένα ποσό το οποίο αν διαχειριστεί σωστά θα φέρει την ομάδα του σε θέση να γίνει τόσο ανταγωνιστική ώστε να εισπράξει αφενός μεν τα λεφτά που ο ιδιοκτήτης έχει πληρώσει, αφετέρου δε θα του απέδιδε και κάποιο κέρδος. Το κέρδος στην περίπτωση μας είναι τόσο η διαφορά μεταξύ εσόδων και εξόδων όσο και το γεγονός ότι με συνεχείς επιτυχημένες παρουσίες δεν θ’ απαιτείται η χρηματοδότηση από τον ιδιοκτήτη για να λειτουργήσει η ομάδα.
Το σενάριο όμως αυτό πολύ σπάνια επιβεβαιώνεται κυρίως γιατί η πορεία των ομάδων επηρεάζεται από πολλούς αστάθμητους παράγοντες κάποιοι από τους οποίους είναι η τύχη και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός. Ακόμη όμως και όταν επιβεβαιώνεται στις περιπτώσεις ομάδων όπως η Ρεάλ και η Μπάρτσα σπανίως οδηγεί στην οικονομική απεξάρτηση από την χρηματοδότηση του ιδιοκτήτη ή στην περίπτωση των ομάδων της Ισπανίας (οι οποίες διοικούνται στα πρότυπα του σωματείου και όχι της Α.Ε.) στην οικονομική εξυγίανση.
Τα χρέη συνεχίζουν να σωρεύονται οδηγώντας είτε στη λήψη μέτρων «οικονομικής εξυγίανσης» (λιτότητας) τα οποία έχουν αντίκτυπο στο αγωνιστικό κομμάτι, είτε σε μεγαλύτερη εξάρτηση από την χρηματοδότηση του ιδιοκτήτη, είτε και στα δύο. Τότε ο ιδιοκτήτης είτε ψάχνει αγοραστή (όπως ο Μπερλουσκόνι για την Μίλαν) είτε βάζει τόσα λεφτά όσα απαιτούνται ίσα-ίσα για να βγεί η χρονιά (περιπτώσεις Μαρινάκη στον Γαύρο και Αλαφούζου στον Π.Α.Ο.).
Το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί είναι να θεωρηθεί η ίδια η συμμετοχή στις διοργανώσεις της UEFA σαν λύση στο οικονομικό αδιέξοδο. Τότε χάριν της λύσης γίνεται μια «υπέρβαση» στον προϋπολογισμό της χρονιάς έτσι ώστε να κατορθώσει η ομάδα να «κάνει κάτι στην Ευρώπη» και να εισπράξει όσο περισσότερα λεφτά γίνεται για να λύσει το οικονομικό της πρόβλημα. Τελικά η τύχη (κληρωτίδα) είτε επιβραβεύει την «υπέρβαση» δίνοντας μια οικονομική ανάσα, είτε γκρεμίζει τα όνειρα αυξάνοντας τα χρέη της.
Από όλο αυτό το σκηνικό ο μόνος που δεν χάνει είναι η UEFA. Οι ομάδες χρεώνονται και κάποια στιγμή είτε καταποντίζονται από τα οικονομικά τους βάρη, είτε περνούν στην αγωνιστική αφάνεια (όπως ο Π.Α.Ο. στην Ευρώπη) είτε τέλος οι πιο μεγάλες προσπαθούν να κρατηθούν σε κάποιο επίπεδο περιμένοντας την σωστή συγκυρία (όταν όλα τ’ αστέρια θα έχουν ευθυγραμμιστεί) προκειμένου να κάνουν το κάτι παραπάνω παίρνοντας την κούπα (π.χ. Λίβερπουλ).
Σε κάθε περίπτωση χαμένοι είναι οι οπαδοί συνολικά και το ίδιο το ποδόσφαιρο ως δραστηριότητα. Αυτό που βλέπουν να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια τους δεν έχει σχέση μ’ αυτό που κάποια στιγμή όλοι μας παίξαμε στις αλάνες και τα πρόχειρα γηπεδάκια, δηλαδή την νίκη του καλύτερου. Αυτό που βλέπουν οι φίλαθλοι/οπαδοί/θεατές είναι μια σειρά από μονομαχίες στην αρένα. Το μόνο που αλλάζει είναι η πολυτέλεια της αρένας. Τώρα πλέον το ζήτημα που τίθεται δεν είναι η νίκη του καλύτερου αλλά η επικράτηση έναντι του αντιπάλου τον οποίο οι πιο φανατικοί από τους οπαδούς επιθυμούν να δουν να εκμηδενίζεται και να ντροπιάζεται ως εκδίκηση για κάτι που συνέβη στο μακρυνό ή κοντυνό παρελθόν.
Στο τέλος της ημέρας η μεγάλη πλειοψηφία των οπαδών της ομάδας ανεξαρτήτως βαθμού φανατισμού φεύγουν ανικανοποίητοι από το γήπεδο. Αυτό που βλέπουν τις περισσότερες φορές είναι κατώτερο των προσδοκιών τους. Ξέρουν ότι κάτι δεν πάει καλά και είναι σε θέση καθένας τους να προσφέρει μια σειρά από αιτίες, λίγες φορές όμως προσεγγίζουν την βασική αιτία του προβλήματος. Η βασική αιτία είναι ότι οι ομάδες έχουν μεταβληθεί σε «κανονικές» επιχειρήσεις από τις οποίες ο ιδιοκτήτης τους επιθυμεί να βγάλει λεφτά (αν όλα πάνε όπως τα έχει σχεδιάσει) και όχι να επενδύσει για να φτιάξει μια ομάδα όπως την θέλουν οι οπαδοί που να τα σαρώνει όλα στο διάβα της. Έτσι για τον ιδιοκτήτη-επιχειρηματία η δικτύωση με τους μάνατζερς είναι σημαντικότερη από την επένδυση στις υποδομές και από την δημιουργία μιάς «κανονικής ομάδας» χωρίς κενά στη σύνθεση της στην οποία θα παίζουν κατά πλειοψηφία γηγενείς παίκτες που διψούν για το ίδιο το ποδόσφαιρο και την διάκριση και όχι μισθοφόροι και την οποία θα διαχειρίζεται ένας «κανονικός» προπονητής.
Η δικτύωση αρχικά και η υποταγή στη συνέχεια στους μάνατζερς είναι το πρώτο σκαλοπάτι στην σκάλα που οδηγεί στην «ποδοσφαιρική κόλαση» (τα υψηλά χρέη στην αρχή και την ποδοσφαιρική ανυποληψία στη συνέχεια). Το ζήτημα είναι αν εμείς στην Α.Ε.Κ. νομίζουμε ότι είμαστε πιο έξυπνοι από όσους την «πάτησαν» και ότι θα μπορέσουμε ν’ αποφύγουμε τις κακοτοπιές. Ότι θα μπορέσουμε να ελέγξουμε την εξάρτηση από τους μανατζαραίους όπως νομίζει ότι ελέγχει την εξάρτηση του από το ποτό ο αλκοολικός. Μακάρι να είναι έτσι, αν και λαμβάνοντας υπόψη κάποιες μεταγραφές (π.χ. Άρθο, Κρισάντους) φαίνεται ότι έχουμε και εμείς το ίδιο πρόβλημα. Το μόνο που μπορούμε να ελπίσουμε είναι να βάλουν οι υπεύθυνοι μυαλό έτσι ώστε το πρόβλημα να μην πάρει μεγάλη έκταση για να μην υπάρξει ενδεχόμενο περάσουμε για δεύτερη φορά τα ίδια.
ΣΥΝΟΨΗ.
Επειδή πάντα υπάρχει η περίπτωση κάποιοι να «χάθηκαν» στο εκτεταμένο κείμενο μας ας συνοψίσουμε:
- Η βασική αιτία για την οποία οι προσδοκίες των οπαδών των «μεγάλων» ομάδων δεν επαληθεύονται είναι γιατί αυτές έχουν «αλωθεί» από τους μάνατζερς.
- Η «άλωση» αυτή είναι αποτέλεσμα της επιλογής των ιδιοκτητών τους να μετατρέψουν τις ομάδες σε «κανονικές» εμπορικές επιχειρήσεις αγοράζοντας και πουλώντας συνεχώς παίκτες.
- Χρησιμοποιώντας κατά περίπτωση υπερτιμολογήσεις ή υποτιμολογήσεις είτε νομιμοποιούν έσοδα είτε αντλούν λεφτά από τις ομάδες-εταιρείες τους.
- Έτσι οι ομάδες αποκτούν παίκτες που δεν χρειάζονται και αναλόγως της οικονομικής τους δυνατότητας είτε μένουν με κενά στη σύνθεση τους, είτε αναγκάζονται να ξοδέψουν παραπάνω λεφτά για να καλύψουν τα κενά.
- Η οικονομική κατάσταση των ομάδων χειροτερεύει ακόμη περισσότερο όσο αυτές δαπανούν λεφτά προκειμένου να γίνουν τόσο ανταγωνιστικές ώστε να εισπράττουν τα μπόνους συμμετοχής και στόχων στις διοργανώσεις της UEFA.
- Η UEFA λειτουργεί σαν «κεντρικός τραπεζίτης» εξασφαλίζοντας τόσο την χρηματοδότηση του ποδοσφαιρικού προϊόντος από εταιρείες-χορηγούς όσο και την απόλυτη επιβολή της θέλησης της.
- Δεδομένου ότι οι ομάδες σπανίως επιτυγχάνουν πλήρως τους στόχους τους -μιάς και αστάθμητοι παράγοντες όπως η τύχη (κληρωτίδα) και ο ανταγωνισμός των υπολοίπων ομάδων παίζουν τον ρόλο τους- εξασθενούν τελικά οικονομικά με διαφορετικές κατά περίπτωση συνέπειες. Κάποιες πτωχεύουν, κάποιες εφαρμόζουν πολιτικές λιτότητας και περνούν στην ποδοσφαιρική αφάνεια, ενώ ελάχιστες τυχερές βρίσκουν τη λύση στην διαπλοκή με τις δημοτικές ή κρατικές Αρχές.
- Τελικά οι δύο μεγάλοι «χαμένοι» είναι οι οπαδοί που βλέπουν τα όνειρα και τις προσδοκίες τους να μην επαληθεύονται και το ίδιο το ποδοσφαιρικό προϊόν.
Υ.Γ. Στους «χαμένους» εκτός από το ίδιο το ποδόσφαιρο και τους οπαδούς υπάρχουν κατά περίπτωση και κάποιοι μάνατζερς όπως και κάποιοι παίκτες και προπονητές καθώς και κράτη. Αυτό συμβαίνει όταν ομάδες πτωχεύουν και όλοι οι παραπάνω χάνουν τα λεφτά τους (π.χ. Σέλτικ, Α.Ε.Κ.). Στις περιπτώσεις αυτές αυτοί που την «πατάνε» δεν είναι τα πρωτοκλασάτα (ούτε καν τα δευτεροκλασάτα) ονόματα, αλλά είναι οι «μεροκαματιάρηδες» του ποδοσφαίρου. Ωστόσο οι «παράπλευρες» αυτές απώλειες ακόμη και όταν υπάρχουν δεν δικαιολογούν κατά την γνώμη μας την συμπερίληψη τους στους «χαμένους» του ποδοσφαίρου.
01 Μάρτη 2016
παρατηρητήριο.






















































































