Σε άλλο κείμενο μας (βλέπε εδώ) γράψαμε περιληπτικά για την εκδήλωση της βίας ως αποτέλεσμα της ψυχολογικής κατάστασης του ατόμου, η οποία προσδιορίζεται από τις συνθήκες που αυτό βιώνει καθημερινά. Η βία ως εκδήλωση αποτελεί αντίδραση του ατόμου απέναντι στο κοινωνικό καθεστώς. Στην ουσία κάθε πράξη βίας ισοδυναμεί με καταγγελία της κοινωνικής σύμβασης και καταφυγή στο Φυσικό Δίκαιο (όπου το άτομο επιδιώκει πλέον την υπεράσπιση του δίκιου του με βάση τις δικές του δυνάμεις και όχι τον Νόμο). Το άτομο είναι πλέον «εκτός της προστασίας του Νόμου» (τον οποίον το ίδιο δεν αποδέχεται πλέον) είναι δηλαδή «εκτός Νόμου» (προσοχή δεν είναι το ίδιο με το «παράνομος»).
Η καταγγελία του «Κοινωνικού Συμβολαίου» από το άτομο μπορεί να οδηγήσει μέσω της μίμησης από άλλα άτομα που είναι στην ίδια πάνω-κάτω θέση μ’ αυτό σε γενίκευση της βίας και σε συνολική αποσταθεροποίηση του κοινωνικού ιστού. Για τον λόγο αυτόν το Κράτος χρησιμοποιεί τις Δυνάμεις Ασφαλείας για να καταπνίξει σε σύντομο χρονικό διάστημα τις εκδηλώσεις βίας. Βέβαια καλύτερο και διαρκέστερο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με την εφαρμογή μέτρων που στοχεύουν τα αίτια που την δημιουργούν.
Φαινόμενα βίας παρατηρούνται παγκοσμίως και παρά το γεγονός ότι αποδίδονται σε πολλές και διαφορετικές αιτίες, θεωρούμε ότι η βασική αιτία είναι οι κοινωνικές ανισότητες που προκύπτουν από την διαφορά της κατανομής του εισοδήματος που παράγεται στα πλαίσια μιας κοινωνίας. Για παράδειγμα οι συγκρούσεις μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών (ειδικά στην Β. Ιρλανδία) μπορεί ν’ αποδίδονται σε θρησκευτικά αίτια αλλά στην ουσία τα αίτια είναι κοινωνικά, ειδικά αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι Προτεστάντες είχαν περισσότερα πολιτικά δικαιώματα (άρα και καλύτερη αντιμετώπιση από το Κράτος) σε σχέση με όσους παρέμεναν Καθολικοί. Βλέπουμε δηλαδή την προσπάθεια του Βρεττανικού Κράτους να καταστρέψει την συνείδηση των Βόρειο Ιρλανδών (μέρος της οποίας είναι και η θρησκεία) μέσω της αναγκαστικής από μέρους τους υιοθέτησης της Προτεσταντικής πίστης αν θα ήθελαν να έχουν τα πολιτικά δικαιώματα που είχαν πρίν.
Στην Κύπρο η αντίθεση φαινομενικά είναι μεταξύ Αριστερών και Δεξιών, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να παραγνωριστεί η κοινωνική χροιά της και συνεπώς τα οικονομικά αίτια της. Επεισόδια που έχουν κατά καιρούς γίνει σε ποδοσφαιρικώς προηγμένα κράτη αποδίδονται μεν σε διαμάχες τοπικού επιπέδου, όλοι μας όμως γνωρίζουμε ότι αυτού του είδους οι κόντρες έχουν την βάση τους στις μεταξύ τους εισοδηματικές διαφορές. Συνηθέστερα αυτές εντοπίζονται στον άξονα Βορά-Νότου όμως σε κάποιες περιπτώσεις όπως στην Γερμανία εντοπίζονται στον άξονα Ανατολής-Δύσης (με σημείο αναφοράς τα σύνορα της πρώην Α. Γερμανίας).
Αν έπρεπε να εξηγηθούν τα επεισόδια σε προηγμένα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα όπως το Ολλανδικό και το Γερμανικό με όρους κρατικής οργάνωσης και «ποδοσφαιρικού πολιτισμού», τότε απλά δεν θα έπρεπε να υφίστανται (τουλάχιστον με τον τρόπο σκέψης των εγχώριων μανδαρίνων μας). Ειδικά τα τελευταία επεισόδια στον αγώνα Χέρτα-Σάλκε είναι η περίτρανη απόδειξη ότι η βία στα γήπεδα έχει κοινωνικά αίτια τα οποία με την σειρά τους δημιουργούνται από την διαφορά εισοδήματος μεταξύ περιοχών (άρα και των κατοίκων τους).
Για να γίνει πλήρως κατανοητή η παραπάνω θέση μας θα εξετάσουμε την περιοχή από την οποία προέρχονται οι δύο αντίπαλοι. Η γηπεδούχος Χέρτα έχει έδρα το Βερολίνο την πρωτεύουσα της Γερμανίας μέχρι και το τέλος του Β’ Π.Π. Μετά τον πόλεμο το Βερολίνο και εξαιτίας της διχοτόμησης του έπαψε να έχει δεσπόζουσα θέση στην Δυτική πλέον Γερμανία. Η Χέρτα μέχρι και την ενοποίηση ήταν μια ομάδα της Α. Γερμανίας και αυτό στην πράξη σημαίνει πώς αποτελεί έναν από τους «φτωχούς συγγενείς» του Γερμανικού Πρωταθλήματος. Η Χέρτα δεν είναι τόσο πλούσια όσο οι περισσότερες ανταγωνίστριες της μια από τις οποίες είναι και η Σάλκε.
Η Σάλκε έχει έδρα το Γκελζενκίρχεν μια πόλη που βρίσκεται στην Κοιλάδα του Ρουρ στο ομόσπονδο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Για όσους δεν γνωρίζουν πολλά σχετικά με την πρώην Δ. Γερμανία να πούμε επιγραμματικά ότι η περιοχή αυτή (Κοιλάδα του Ρουρ) ήταν ανέκαθεν και συνεχίζει να είναι το βιομηχανικό κέντρο της Γερμανίας. Άλλη μια από τις κορυφαίες ομάδες του Γερμανικού Πρωταθλήματος, η Λεβερκούζεν, έχει έδρα στην ίδια περιοχή. Είναι ευνόητο ότι τόσο η Σάλκε που μας ενδιαφέρει εδώ όσο και η Λεβερκούζεν αντλούν έσοδα από μια μεγαλύτερη και πλουσιότερη αγορά από εκείνης του Βερολίνου.
Αυτή η προσέγγιση εξηγεί άνετα γιατί η Σάλκε ήθελε την νίκη για να βγεί στην Ευρώπη, ενώ η Χέρτα για ν’ αποφύγει τον υποβιβασμό (όπως άλλωστε και τις περισσότερες χρονιές μετά την ενοποίηση). Όλα τα χρόνια που πέρασαν από τότε η Χέρτα είναι μια ομάδα-ασανσέρ που ανεβοκατεβαίνει από την Α’ στην Β’ Κατηγορία της Γερμανίας και έχει σαν καλύτερες θέσεις που εξασφαλίζουν και την Ευρωπαϊκή παρουσία την 3η θέση της περιόδου 1998-99 και την 4η των περιόδων 2001-02, 2004-05 και 2008-09. Στο αντίποδα η Σάλκε έχει περισσότερες παρουσίες από την περίοδο 1993-94 στις πρώτες θέσεις του Γερμανικού Πρωταθλήματος.
Προκειμένου να ολοκληρωθεί η εικόνα αναφέρουμε πως η Ντόρτμουντ βρίσκεται και αυτή στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Από τις υπόλοιπες ομάδες του Γερμανικού Πρωταθλήματος η Βέρντερ εδρεύει σε μια σχετικά πλούσια περιοχή ενώ η Μπάγερν Μονάχου έχει έδρα το μεγαλύτερο οικονομικό κέντρο της Γερμανίας. Ωστόσο ακόμη και το Μόναχο δεν είναι σε θέση να συντηρεί πάνω από μια ομάδα στις κορυφαίες του Πρωταθλήματος (η Μόναχο 1860 φέτος είναι στην Β’ Κατηγορία). Από την άλλη η πρώην πρωτεύουσα της Δ. Γερμανίας η Βόννη δεν έχει κάποια ιδιαίτερη παρουσία στην Μπουντεσλίγκα ενώ κάποιες παληές ποδοσφαιρικές δυνάμεις όπως η Στουτγκάρδη, η Κολωνία και ειδικά το Αμβούργο (το οποίο τις δεκαετίες του ’70 & του ’80 μεσουρανούσε κατακτώντας Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1983 στον τελικό της Αθήνας και Κύπελλο Κυπελλούχων το 1977) βρίσκονται είτε στην Β’ Κατηγορία είτε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.
Συνεπώς όταν ήρθαν στα χέρια οι οπαδοί των δυο ομάδων οι μεν γηπεδούχοι «πάλευαν» για την επιβίωση τους οι δε φιλοξενούμενοι για το ευ ζήν τους. Πιθανόν το αίσθημα της αυτοσυντήρησης να είναι πιο δυνατό και να επικρατεί στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άτομο, ομάδα ή Χώρα που παλεύουν για την επιβίωση τους έχουν πιθανότητες να επιβιώσουν τελικά.
Τα αγωνιστικά προβλήματα της Χέρτα προέρχονται από την μικρότερη δυναμική της η οποία είναι συνέπεια των λιγότερων χρημάτων που έχεις την διάθεση της. Με τη σειρά τους τα κεφάλαια στα οποία έχει πρόσβαση η ομάδα σχετίζονται με την οικονομική ευρωστία των οπαδών και των ντόπιων χορηγών της η οποία και είναι ανάλογη με την αντίστοιχη της περιοχής της. Κοντολογίς εκεί που η φτώχια και η ανεργία/υποαπασχόληση είναι ενδημικές πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα εκτονώνουν την πίκρα και την απογοήτευση τους σπάζοντας βιτρίνες και κυνηγώντας τους αντιπάλους να τους πλακώσουν στο ξύλο.
Μετά από τα παραπάνω υπάρχει κανείς που να πιστεύει στα σοβαρά (εκτός του Κοντονή) πως η καταπολέμηση της βίας στις σημερινές συνθήκες στην Χώρα μας είναι κατορθωτή (ειδικά με τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση τιμωρώντας όπως στον Στρατό όλους μας για την συμπεριφορά κάποιων); Θεωρεί κανείς πως χωρίς πραγματική βελτίωση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών είναι δυνατή η ουσιαστική καλυτέρευση της κατάστασης;
Πιστεύουμε ότι τώρα είστε πλέον σε θέση ν’ απαντήσετε στο ερώτημα που θέτει ο τίτλος.
Υ.Γ. Η επιλογή μεταξύ Πρωταγόρα και Σωκράτη που θέτει ο υπότιτλος είναι σκόπιμα προβοκατόρικη, αφού όποιος γνωρίζει (ή θυμάται από το σχολείο) την υπόθεση του διαλόγου οι δύο φιλόσοφοι κατέληξαν αμοιβαία να υποστηρίζουν τις αντίθετες από τις αρχικές τους θέσεις.
16 Μάρτη 2015.
παρατηρητήριο.























































































