Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο. Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΚΑΙ Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο. Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΚΑΙ Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ.

Στην Χώρα μας έχει κατοχυρωθεί συνταγματικά η αρχή του «συνεταιρίζεσθαι». Στη βάση αυτής της αρχής έχουν δημιουργηθεί όχι μόνο οι κάθε είδους συνεταιρισμοί, αλλά και οι επαγγελματικές ενώσεις. Επιπρόσθετα εκτός από την δημιουργία των συνεταιρισμών και των επαγγελματικών ενώσεων η αρχή αυτή καλύπτει και το «αυτοδιοίκητο» τους. Βέβαια σε καμία περίπτωση το αυτοδιοίκητο αυτό δεν μπορεί να υποκαταστήσει/αντικαταστήσει την νομοθεσία της Χώρας. Στα πλαίσια αυτά (τα οποία είναι πάντα εντός της νομοθεσίας και ποτέ δεν την υπερβαίνουν) οι ομάδες της πρώην Α’ Εθνικής ίδρυσαν την SUPER LEAGUE η οποία αντικατέστησε την Ε.Π.Α.Ε.

Υποτίθεται ότι με τη σύσταση είτε της Ε.Π.Α.Ε. παληότερα είτε της SUPER LEAGUE οι ομάδες σκόπευαν να είναι αυτεξούσιες (ανεξάρτητες) και να διαχειρίζονται μόνες τους και θεωρητικά με τον αποτελεσματικότερο τρόπο τα έσοδα από το προϊόν που προσέφεραν. Θεωρητικά -πάντα- ο αυτόνομος τρόπος οργάνωσης και διοίκησης του επαγγελματικού ποδοσφαίρου θα πρόσφερε τα μέγιστα οφέλη. Τόσο από οικονομικής άποψης όσο και από άποψης ανταγωνισμού. Υποτίθεται ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται περισσότερο για το παρόν και το μέλλον του επαγγελματικού ποδοσφαίρου από τις ομάδες που συμμετέχουν.

Όλα αυτά διαψεύσθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα από τη ίδρυση τόσο της της Ε.Π.Α.Ε. όσο και της SUPER LEAGUE. Όπως έχουμε γράψει κατ’ επανάληψη στην ιστοσελίδα αυτή το μικρό μέγεθος της Ελληνικής ποδοσφαιρικής αγοράς το οποίο και συνεπάγεται μειωμένα έσοδα οδηγεί στο πατρονάρισμα (νταβατζιλίκι) του συναεταιρισμού από το πλέον ισχυρό του κατά περίσταση μέλος. Με τον τρόπο αυτόν η ισχυρή ομάδα επιδιώκει να εξασφαλίσει την προνομιακή (αν γίνεται και αποκλειστική) πρόσβαση σε όσο γίνεται μεγαλύτερο ποσοστό εσόδων είτε αυτά προέρχονται από πρίμ κατάταξης στην βαθμολογία του Πρωταθλήματος, είτε από τη συμμετοχή στα Ευρωπαϊκά Κύπελλα και ειδικά στο CHAMPIONS LEAGUE.

Στο σημείο αυτό εγείρονται δυο ζητήματα τα οποία χρήζουν διαφορετικής αντιμετώπισης:

  • Τι γίνεται «λάθος» και απέτυχαν τόσο η Ε.Π.Α.Ε. όσο και η SUPER LEAGUE.
  • Αν πρέπει όντως οι ίδιες οι ομάδες να διοργανώνουν το Πρωτάθλημα και αν ναι με ποιού τύπου εποπτεία πρέπει να το κάνουν.

Στο πρώτο ζήτημα η απάντηση είναι σχετικά εύκολη (ή τουλάχιστον ευκολότερη από το δεύτερο ζήτημα). Το «λάθος» που γινόταν και γίνεται σκόπιμα είναι η σύγχυση των ρόλων εντός της Ε.Π.Α.Ε. παληότερα και της SUPER LEAGUE σήμερα. Το πρόβλημα της σύγχυσης των ρόλων το βρίσκουμε και στην πολιτική σκηνή όπου όταν ο Υπουργός είναι και μέλος της Βουλής ανήκει ταυτόχρονα και στην Νομοθετική και στην Εκτελεστική εξουσία. Ως Βουλευτής θεωρητικά έχει την δυνατότητα να ελένξει τον εαυτό του ως Υπουργό.

Αυτή η σύγχυση ρόλων σ’ έναν συνεταιρισμό, μια επαγγελματική ένωση ή εν τέλει σε μια εταιρεία είναι μακροπρόθεσμα καταστροφική και παραλύει την λειτουργία του συνεταρισμού ή της ένωσης/εταιρείας. Εφόσον κάθε μέλος του συνεταιρισμού επιθυμώντας να μεγιστοποιήσει τα οφέλη του πρέπει να υποσκελίσει τα υπόλοιπα μέλη προωθεί την διοίκηση της αρεσκείας του μέσω της οποίας και ελέγχει απολύτως τις αποφάσεις του συνεταιρισμού. Υπάρχουν δύο τρόποι να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα. Ο πρώτος είναι ο ισχυρότερος εταίρος να καταφέρει μόνος του να ελένξει την λειτουργία του συνεταιρισμού χρησιμοποιώντας και κάποιους εταίρους ακόμα (τους οποίους ελέγχει πλήρως με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο) σε διοικητικές θέσεις εντός του συνεταιρισμού. Ο δεύτερος είναι μεν παραλλαγή του πρώτου αλλά διαφέρει επειδή στην περίπτωση αυτή ο ισχυρότερος εταίρος εν είναι τόσο ισχυρός για να λειτουργήσει μόνος του και πρέπει να μοιράσει την εξουσία του και με άλλους. Πρέπει δηλαδή στην περίπτωση αυτή να συνδιαλλαγεί.

Φυσικά όπως και να έχει κατακτηθεί η εξουσία/αρχή συνεχίζει να υφίσταται κρυμμένος (υπόγειος) πόλεμος σκοπός του οποίου είναι να μεταβάλλει την κατάσταση πρός όφελος ενός από τους ισχυρούς, ο οποίος θεωρεί ότι το «ισοζύγιο εξουσίας» δεν είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι. Ο πόλεμος αυτός αρχικά εκφράζεται ως δυσαρέσκεια η οποία καλλιεργείται (και αποδεικνύεται) με διαρροές, ενώ στην πορεία ενδέχεται να λάβει και πιό ανοικτή (εμφανή) μορφή όπως έκδοση ανακοινώσεων, αμφισβήτηση σε Δ.Σ. και Γ.Σ., προσφυγή στα δικαστήρια κ.α.

Τώρα που προσδιορίσαμε τα αίτια του προβλήματος είμαστε και σε θέση να βρούμε και τη λύση (άλλο αν έχουμε την βούληση να την εφαρμόσουμε στην πράξη). Η μόνη λύση είναι ο διαχωρισμός των ρόλων. Δηλαδή τα μέλη του συνεταιρισμού επιλέγουν την διοίκηση του συνεταιρισμού με όσο γίνεται πιο αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια (π.χ. μέσω διαγωνισμού για την πρόσληψη των διοικητικών στελεχών οι όροι του οποίου θα έχουν τεθεί σε συνεργασία με τον συνεταιρισμό). Επίσης ο συνεταιρισμός θα πρέπει να διαθέτει όλα εκείνα τα όργανα που η λειτουργία τους θα εξασφάλιζε ότι κανένα μέλος του συνεταιρισμού δεν θ’ αποκτούσε μεγαλύτερη ισχύ έναντι των υπολοίπων. Για παράδειγμα η λειτουργία τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου του οποίου η αποστολή θα ήταν η διαφανής λειτουργία του συνεταιρισμού είναι το βασικό πρώτο βήμα. Το τμήμα αυτό στη συνέχεια θα διαμορφώσει όλες τις διαδικασίες (Κανονισμούς Λειτουργίας) με τις οποίες θα λειτουργούν τα υπόλοιπα όργανα (π.χ. Πειθαρχικά, Διαιτητικά κ.α.). Η υιοθέτηση της εμπειρίας από την οργάνωση και λειτουργία των αντίστοιχων συνεταιρισμών του εξωτερικού μπορεί μεν να βοηθήσει, αλλά θα πρέπει να γίνεται με προσοχή καθώς οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στις άλλες χώρες μπορεί να διαφέρουν από τις δικές μας.

Η απάντηση όμως στο δεύτερο ζήτημα είναι δυσκολότερη, ενώ εξαρτάται και από την οπτική του παρατηρητή. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπενθυμίσουμε αυτό που είπαμε και εισαγωγικά. Η «ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι» δεν σημαίνει ασυδοσία και υπόκειται στους περιορισμούς που τίθενται με το γενικότερο ρυθμιστικό πλαίσιο. Από κει και πέρα είναι δεδομένο ότι οι ομάδες πρέπει να έχουν κυρίαρχο λόγο σχετικά με τα ζητήματα διοργάνωσης του Πρωταθλήματος. Όπως υπάρχουν δυσλειτουργίες και παράπονα για μεροληψία τώρα που το Πρωτάθλημα διοργανώνεται από τη SUPER LEAGUE έτσι δεν υπάρχει κάποια διασφάλιση ότι αυτό δεν θα συμβεί (όπως και στο παρελθόν) αν η διοργάνωση του Πρωταθλήματος επιστρέψει στην Ε.Π.Ο. Κοντολογίς το κυρίαρχο ζήτημα δεν είναι ο φορέας διοργάνωσης αλλά τα όργανα (και οι διακριτές τους διαδικασίες) τα οποία ρυθμίζουν τη λειτουργία της διοργάνωσης.

Αν θεσμοθετηθούν όργανα και διαδικασίες όπως αυτά που υπάρχουν για παράδειγμα στις πολυεθνικές και ισχύσουν οι αντίστοιχες διαδικασίες, δεν μπορεί να υπάρξει πεδίο αντιπαράθεσης με την UEFA και την FIFA αφού αυτές ευαγγελίζονται την διαφάνεια και την κάθαρση στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Έτσι αντιπαρερχόμενοι με άνεση το ζήτημα αυτό μπορούμε πλέον ν’ ασχοληθούμε με το σημαντικότερο θέμα που αφορά τα μέλη του συνεταιρισμού: την εύρεση και διανομή/κατανομή/χειρισμό εσόδων από χορηγούς.

Αν λοιπόν το ζήτημα σχετικά με την διοργάνωση του Πρωταθλήματος από τις ίδιες τις ομάδες είναι δευτερεύον (αφού πρωτεύον είναι ο τρόπος λειτουργίας, δηλαδή οι διαδικασίες), είναι ωστόσο σημαντικό να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο διανέμονται τα έσοδα στα μέλη του συνεταιρισμού.

Θεωρητικά κάθε συν-εταίρος έχει ακριβώς το ίδιο ποσοστό/μερίδιο με οποιονδήποτε άλλο. Ωστόσο αν και αυτό υποτίθεται ότι ισχύει σε ζητήματα διαδικαστικά (π.χ. στην εκπροσώπηση στο Δ.Σ. και την Γ.Σ., στην αντιμετώπιση από τα Πειθαρχικά και Διαιτητικά όργανα κ.λ.π.) η μοιρασιά των χρημάτων δεν είναι ισότιμη. Με τον τρόπο που γίνεται η μοιρασιά «τα λεφτά πάνε στα λεφτά». Ούτε το γεγονός πως έτσι γίνεται και στις άλλες λίγκες είναι παρήγορο ή καθησυχαστικό. Η λογική με την οποία μοιράζονται για παράδειγμα τα τηλεοπτικά έσοδα είναι η εξής:

Τα τηλεοπτικά δικαιώματα χωρίζονται σε δύο τμήματα. Το ένα μοιράζεται ισόποσα σ’ όλες τις ομάδες. Το υπόλοιπο μοιράζεται κλιμακωτά ως μπόνους ανάλογα με την θέση την οποία θα καταλάβει κάθε ομάδα στο Πρωτάθλημα.

Με τον τρόπο αυτόν όμως οι οικονομικές ανισότητες μεγαλώνουν δυσκολεύοντας τον ανταγωνισμό των δυνατότερων ομάδων από τις μικρότερες οι οποίες κυρίως προέρχονται από την επαρχία ή από αστικά κέντρα τα οποία υπερ-εκπροσωπούνται στην Α’ Εθνική. Θεωρητικά αν διαπραγματεύονταν οι ομάδες καθεμιά τους τα τηλεοπτικά δικαιώματα οι «μεγαλύτερες» (πολυπληθέστερες) θα έβρισκαν τα μεγαλύτερα και με καλύτερους όρους συμβόλαια. Όμως ένα Πρωτάθλημα χωρίς δυνατούς ανταγωνιστές καταντά μια διοργάνωση μετρίου ενδιαφέροντος για 3-4 το πολύ πρωταγωνιστές με 12-13 κομπάρσους. Μόνο που σ’ ένα τέτοιο Πρωτάθλημα οι πρωταγωνιστές θα πάρουν πολύ περισσότερα από τους κομπάρσους, αλλά αυτά θα είναι λιγότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να πάρουν σε συνθήκες ανταγωνισμού (μεγαλύτερου ενδιαφέροντος).    

Η λύση του προβλήματος αυτού μπορεί να είναι η διάθεση των προστίμων που επιβάλλονται στα πλαίσια του συνεταιρισμού στις ομάδες που έχουν την καλύτερη fair play βαθμολογία. Επίσης μπορεί να επιλεχθεί και ένας τρόπος πριμοδότησης των ομάδων που βρίσκονται κοντά στην τελευταία θέση που οδηγεί στην Ευρώπη και ανάλογα με την απόσταση από αυτήν. Τέλος θα μπορούσαν να πριμοδοτούνται οι ομάδες ανάλογα και με τον μέσο όρο των εισιτηρίων τους ανάλογα με μια από τα πριν αποφασισμένη κλίμακα. Έτσι η συστράτευση των οπαδών μιας επαρχιακής ομάδας θα μπορούσε να έχει ακόμα μεγαλύτερο πρακτικό αντίκρισμα. Για να μην υπάρξει δε περίπτωση κατασπατάλησης και κακοδιαχείρισης των χρημάτων αυτών θα μπορούσαν να δεσμεύονται για έργα και εργασίες συντήρησης και βελτίωσης των γηπέδων και των λοιπών υποδομών της Α.Α.Ε.     

Οι αμερικάνοι όντας πρακτικός λαός με ευαισθησίες (οι οποίες έχουν αμβλυνθεί) σε ζητήματα ανταγωνισμού αντιμετωπίζουν το ζήτημα θέτοντας κυρίως περιορισμούς στο ποσό που μπορεί να ξοδεύει κάποιος. Αναφερόμαστε στο γνωστό μας salary cap. Υποτίθεται ότι περιορισμοί αυτού του είδους κρίθηκαν από δικαστήρια χωρών της Ε.Ε. ως παραβιάζοντες το δίκαιο περί ανταγωνισμού της Ε.Ε. Ακόμα όμως και αν αυτό ισχύει προέχει να δούμε την γενικότερη εικόνα στην οποία οδηγούμαστε αν εφαρμόσουμε το δίκαιο περί ανταγωνισμού της Ε.Ε. μένοντας πιστοί στο γράμμα και όχι στο πνεύμα του. Το δίκαιο αυτό υποτίθεται ότι αναπτύχθηκε για την προστασία τόσο του κατά περίπτωση καταναλωτή όσο και του κοινωνικού συνόλου. Οι ρυθμίσεις του επιβλήθηκαν προκειμένου να εξασφαλιστεί ο μεγαλύτερος δυνατός ανταγωνισμός μέσω της ύπαρξης πολλών και υγιών εταιρειών σε κάθε κλάδο της οικονομικής δραστηριότητας. Όπου δε δεν μπορούν για αντικειμενικούς λόγους να υπάρξουν πολλές εταιρείες επεμβαίνει το Κράτος και θέτει αυτό τους περιορισμούς που η εφαρμογή τους εξομαλύνει τα πράγματα. Συνεπώς είναι προφανές ότι αν η εφαρμογή των διατάξεων του δίκαιου περί ανταγωνισμού της Ε.Ε. οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση, πρέπει είτε ν’ αλλάξουν οι ρυθμίσεις, είτε να ερμηνευτούν διαφορετικά.

Για να γίνει κατανοητό αυτό θα δώσου με ένα παράδειγμα.

Υποτίθεται ότι κάθε εταιρεία (άρα και οι Π.Α.Ε. & Κ.Α.Ε.) έχουν την ελευθερία να ξοδεύουν όσα επιθυμούν. Εμείς δεν έχουμε κάποια ένσταση πάνω σ’ αυτό, αρκεί να έχουμε προσδιορίσει επακριβώς τι σημαίνει ξοδεύω.

Το ρήμα ξοδεύω είναι (ή φαίνεται) συγγενικό με το έξοδο. Όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Αν με το ξοδεύω εννοούμε το αγοράζω τοις μετρητοίς (έχοντας πληρώσει όλες τις άλλες υποχρεώσεις μου πρίν) δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν όμως εννοούμε ότι αγοράζω δίνοντας ένα μέρος με μετρητά και το υπόλοιπο με πίστωση τότε τα πράγματα αλλάζουν. Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα όταν αγοράζουμε με πίστωση (δηλαδή χωρίς να βγάλουμε λεφτά από το Ταμείο).

Για να μην αφήνουμε κενά ας ορίσουμε τι σημαίνει έξοδο. Το έξοδο είναι για τους μη λογιστές συνώνυμο (αν και όχι ταυτόσημο) της δαπάνης. Είναι η λογιστικοποίηση (η λογιστική καταχώρηση σε λογαριασμούς) των χρημάτων που κόστισε μια υπηρεσία ή η αγορά αναλωσίμων που προορίζονται για τη λειτουργία της επιχείρησης. Στο σημείο αυτό δεν είναι ξεκαθαρισμένο (παρότι ο λογιστής που κάνει την καταχώρηση το γνωρίζει) αν το έξοδο/δαπάνη έχει εξοφληθεί ή όχι.

Το κρίσιμο, λοιπόν, ζήτημα είναι αν έχουμε ξοδέψει (δηλαδή πληρώσει) την αγορά που έχουμε κάνει. Αν δε έχουμε ανταποκριθεί σ’ όλες τις προηγούμενες υποχρεώσεις μας, τότε δεν μπορεί να μας κατηγορήσει κανείς για τίποτα. Όταν όμως αφήνουμε ανεξόφλητο υπόλοιπο για το κοντινό ή μακρινό μέλλον ακόμα και αν αυτό θεωρητικά καλύπτεται από τον προϋπολογισμό μας (budget) τότε ξεκινούν τα προβλήματα. Δεδομένου ότι ο προϋπολογισμός στον οποίο αποτυπώνονται τα υποθετικά (προϋπολογισμένα) έσοδα και έξοδα είναι μια «άσκηση επί χάρτου», δεν παρέχει καμία ασφάλεια για το αν τελικά αυτά θα πραγματοποιηθούν ή όχι. Για τον λόγο αυτό και το 1844 δεν μίλαγαν για «προϋπολογισμό» αλλά για «υποθετικό λογαριασμό». Αν λάβουμε υπ’ όψη ότι όλοι οι προϋπολογισμοί αναθεωρούνται στην πορεία, αλλά ακόμη και έτσι ελάχιστοι (για να μην πούμε κανένας) δεν επαληθεύεται (βγαίνει) ακριβώς όλοι (ή σχεδόν όλοι) «πέφτουν έξω» είτε παρουσιάζουν τελικά έλλειμμα είτε πλεόνασμα. Συνεπώς η εγγραφή ενός εσόδου ή εξόδου στον προϋπολογισμό μιάς Α.Α.Ε. (Π.Α.Ε. & Κ.Α.Ε.) δεν σημαίνει πρακτικά τίποτα σχετικά με την δυνατότητα της Α.Α.Ε. να το εισπράξει (στην περίπτωση του εσόδου) ή να το εξοφλήσει (στην περίπτωση του εξόδου).

Μέλημα όλων των εποπτικών των Α.Α.Ε. Αρχών θα πρέπει να είναι η έγκαιρη εξόφληση των υποχρεώσεων τους (κατά σειρά παλαιότητας) και μετά η πραγματοποίηση νέων. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να δεσμεύουν για τον σκοπό αυτόν και έσοδα από συγκεκριμένες πηγές, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι έτσι παραβιάζεται η «περί ανταγωνισμού» νομοθεσία. Αντίθετα αν αφεθούν οι Α.Α.Ε. ελεύθερες να ψωνίζουν με πίστωση (βερεσέ) στα πλαίσια του δήθεν «ελεύθερου ανταγωνισμού» τότε θα οδηγηθούμε σε καταστρατήγηση του στην πράξη, αφού οι Α.Α.Ε. οι οποίες ανήκουν σε πλούσιους επιχειρηματίες θ’ αντιμετωπίζονται ευνοϊκότερα από τις υπόλοιπες με αποτέλεσμα να παίρνουν και τους καλύτερους παίκτες ή/και προπονητές. Δεδομένης της νομικής μορφής της Α.Ε. τίποτα δεν μας εξασφαλίζει ως κοινωνικό σύνολο ότι αυτοί δεν θ’ αποχωρήσουν κάποια στιγμή αφήνοντας απλήρωτους σωρούς από χρέη. Όπως είναι αυτή την στιγμή η νομοθεσία η μόνη περίπτωση ν’ αναγκαστούν κάποιοι από αυτούς να πληρώσουν κάποια λεφτά (και αυτά μόνο στο Δημόσιο) είναι να έχουν πραγματοποιήσει οι Α.Α.Ε. κέρδη κατά την τελευταία 3ετία, κάτι το οποίο δεδομένης της κατάστασης είναι μάλλον ουτοπικό.

Βλέπουμε λοιπόν πως δεν πρέπει να μείνουμε στην στενή (κατά γράμμα) ερμηνεία των διατάξεων περί ανταγωνισμού, αλλά να δούμε τις πρακτικές συνέπειες που η εφαρμογή τους μπορεί να έχει. Μέσα στα πλαίσια αυτά η εφαρμογή ενός salary cap μπορεί να είναι όχι μόνο απόλυτα νόμιμη αλλά και χρήσιμη. Το καλύτερο και πλέον αποδοτικό θα ήταν αυτό το salary cap να το διαμορφώσει κάποιος με ειδικότερες σχετικά με το θέμα γνώσεις όπως η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Έτσι δεν θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του θιγόμενο από τα μέτρα αυτά να το αμφισβητήσει εύκολα (όπως γίνεται μέσω άρθρων αθλητικών συντακτών).   Το salary cap όμως έχει και μια άλλη πλευρά την οποία θα διαπραγματευτούμε στο επόμενο κείμενο μας.

    

Υ.Γ.1. Υπάρχει και ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα το οποίο αν και ανήκει στο θέμα που διαπραγματευόμαστε σήμερα είναι ωστόσο γενικότερου ενδιαφέροντος και θα πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά. Το ζήτημα αυτό είναι η σχέση της Α’ Εθνικής (νυν SUPER LEAGUE) με την Β’ Εθνική (νυν FOOTBALL LEAGUE) καθώς και με τις υπόλοιπες μη επαγγελματικές κατηγορίες. Είναι δυνατόν να υπάρξει Επαγγελματικό Ποδόσφαιρο (και μάλιστα Α’ Εθνικής) ανεξάρτητα από το υπόλοιπο ποδοσφαιρικό οικοδόμημα; Μπορεί να υπάρξει ρετιρέ χωρίς ισόγειο και α’ όροφο; Αυτό όμως το ζήτημα θα το δούμε στο επόμενο σημείωμα μας.

Υ.Γ.2. Παρά τον τίτλο του κειμένου δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην ισχύσουν τα παραπάνω ακριβώς όπως είναι και για τις Κ.Α.Ε. (όπως άλλωστε προκύπτει και από τις κοινές αναφορές που γίνονται σε κάποια σημεία). Ίσως δε στο μπάσκετ να είναι ευκολότερη και αποδοτικότερη η εφαρμογή των όποιων μέτρων ενδεικτικά προτείνονται εδώ αφού το μπάσκετ είναι λιγότερο κακοποιημένο και απαξιωμένο σε σχέση με το ποδόσφαιρο.     

 

27 Απρίλη 2015
παρατηρητήριο.

Διαβάστηκε 7481 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΦΑΚΕΛΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο. Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΚΑΙ Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ.