Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ» ΜΕΤΑΞΥ Ε.Ε. ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ» ΜΕΤΑΞΥ Ε.Ε. ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ.

Τα κείμενα της σειράς αυτής έθιξαν τόσο καθαρά θεωρητικά ζητήματα (τα οποία όμως τα συναντάμε συνέχεια μπροστά μας) όσο και περισσότερο καθημερινά και πρακτικά (αν και στην ουσία ο διαχωρισμός σε «θεωρητικά» και «πρακτικά» είναι πρακτικά ανύπαρκτος). Το πρώτο από τα δυο σημερινά μας θέματα είναι ταυτόχρονα τόσο θεωρητικό όσο και πρακτικό. Ειδικά όσο από κάποιους προβάλλεται σαν επιχείρημα για την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού μας η αποχώρηση τόσο από την Ζώνη του Ευρώ όσο και από την Ε.Ε. γενικότερα. Όσοι υποστηρίζουν την άποψη αυτή ισχυρίζονται πως εκτός Ε.Ε. τα πράγματα θα είναι καλύτερα για την Χώρα μας και πως τότε θα μπορούμε ν’ ακολουθούμε μια πραγματικά ανεξάρτητη οικονομική πολιτική (αφού δεν θα δεσμευόμαστε από τους περιορισμούς και τις συμφωνίες της Ε.Ε.).  

Η άποψη αυτή παρουσιάζει ενδιαφέρον σε δύο τουλάχιστον επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο έχει να κάνει με το πρακτικό μέρος της «εκκαθάρισης λογαριασμών» μεταξύ Ελλάδας και Ε.Ε.. Το δεύτερο σχετίζεται με τις επιπτώσεις που θα έχει στην Ελληνική Οικονομία η έξοδος από την Ε.Ε.

 

Τι σημαίνει «εκκαθάριση λογαριασμών» μεταξύ Ελλάδας και Ε.Ε.

Η πλέον προφανής απάντηση είναι ότι θα κάνουμε ταμείο και θα δούμε «τι μας χρωστάνε» και «τι τους χρωστάμε». Αυτό δεν θα είναι κάτι εύκολο αφού θα πρέπει να γίνει για οτιδήποτε είχε ενταχθεί σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα της Ε.Ε. Θ’ απαιτηθούν μια σειρά από έλεγχοι και αυτοψίες σε έργα που είτε έχουν τελειώσει, είτε είναι υπό εκτέλεση. Με την προϋπόθεση ότι από τους έλεγχους και τις αυτοψίες δεν θα προκύψουν ζητήματα των οποίων η φύση δεν θα οδηγήσει σε δικαστικές προσφυγές, τότε θα μπορούσαμε να ελπίζουμε σε μια σχετικά σύντομη «λύση και εκκαθάριση» πιθανότατα εντός δεκαετίας (μη λησμονούμε και την αντίστοιχη για κάθε τομέα γραφειοκρατία). Δηλαδή την αποχώρηση της Ελλάδας από την Ε.Ε. θα την διαχειριστούν πάνω από μια κυβερνήσεις (ακόμη και αν είναι του ίδιου κόμματος) μ’ ότι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος για την καταβολή των προστίμων τα οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει επιβάλλει στην χώρα μας, ενώ θα έπρεπε να ρυθμιστούν και μια σειρά από ζητήματα που θ’ αφορούν τις σχέσεις μας με την Ε.Ε. Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι η Ελλάδα θ’ αποχωρεί από ένα Υπερεθνικό Οικονομικό Οργανισμό στον οποίο όχι μόνο όλες οι σημαντικές χώρες της ηπείρου μας είναι μέλη αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία των λιγότερο σημαντικών είναι ήδη πλήρη ή συνδεδεμένα μέλη. Η οικονομική και πολιτική σημασία της Ε.Ε. είναι δε τέτοια που ακόμη και περιφερειακές δυνάμεις (Τουρκία) ή και Μεγάλες Δυνάμεις (Ρωσία, Κίνα) έχουν ή επιδιώκουν να έχουν «ειδική σχέση» μ’ αυτήν.

Συνεπώς η «εκκαθάριση λογαριασμών» μεταξύ Ε.Ε. και Ελλάδας θα επηρεάσει και τις σχέσεις μας με όλα τα υπόλοιπα κράτη. «Από τη μια μέρα στην άλλη» η σημασία της Χώρας μας για τις υπόλοιπες χώρες θ’ άλλαζε δραματικά. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων το αποτέλεσμα θα ήταν η μείωση της σημασίας της Ελλάδας για χώρες όπως η Κίνα που θα ήθελαν να έχουν μια «πύλη εισόδου» των εξαγωγών τους στην Ε.Ε. Επίσης η Ελλάδα δεν θα μπορούσε στο μέλλον να παίξει διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ Ρωσίας και Ε.Ε. για παράδειγμα, αφού ένας τέτοιος ρόλος έχει σημασία μόνον αν η Ελλάδα είναι μέλος της Ε.Ε. Δεδομένης δε της σταδιακής ενσωμάτωσης στην Ε.Ε. των σπουδαιότερων (και στην πορεία όλων) των κρατών της Βαλκανικής, μια αποχώρηση από την Ε.Ε. θα είχε πολλαπλές αλλά κυρίως πολύπλοκες επιδράσεις στα «Εθνικά Συμφέροντα» μας.          

Το προβληματικό σημείο όταν εξετάζουμε θεωρητικά τέτοιες περιπτώσεις είναι (όπως και στην περίπτωση της «επιστροφής στην Δραχμή») ότι δεν είναι εύκολος (ούτε και προφανής) ο προσδιορισμός των επιπτώσεων τόσο των «πολιτικών» όσο και των «οικονομικών» (αν μπορούν να διαχωριστούν οι μέν από τις δε), αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στην επιχειρηματολογία της «άλλης πλευράς» η οποία προσπαθεί να υποβαθμίσει τις επιπτώσεις μεγεθύνοντας τα οφέλη. Προτού όμως προχωρήσουμε στην προσπάθεια προσδιορισμού των οικονομικών επιπτώσεων μιας εξόδου από την Ε.Ε. καλό θα ήταν να έχουμε υπ’ όψη μας ότι:

Η μοίρα/τύχη των κρατών προσδιορίζεται τόσο από την πολιτική/στρατιωτική όσο και την οικονομική ισχύ τους. Η μεν πολιτική/στρατιωτική προσδιορίζεται τόσο από την γεωγραφική θέση της χώρας όσο και από την οικονομική της ισχύ. Η δε οικονομική της ισχύς προσδιορίζεται από την πολιτική και στρατιωτική της ισχύ. Τα κράτη τα οποία δεν έχουν τέτοιο μέγεθος που να τους εξασφαλίζει και τα δυο είδη ισχύος είναι αναγκασμένα ν’ αναζητούν «συμμαχίες» ή «φιλίες» (όποιο περιεχόμενο και να τους δίνει κανείς) για να μπορέσουν να παραμείνουν σχετικά «ανεξάρτητες». Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία ή το Κατάρ μπορεί να διαθέτουν πακτωλούς χρημάτων αλλά δεν μπορούν να παραμείνουν εκτός γενικότερων «συμμαχιών».

Οι οικονομικές επιπτώσεις στην Ελληνική Οικονομία εξαιτίας μιας εξόδου από την Ε.Ε.

Όπως σημειώθηκε και παραπάνω οι οικονομικές επιπτώσεις της αποχώρησης μας από την Ε.Ε. είναι πολύ δύσκολο (έως αδύνατο) ν’ αποτιμηθούν προκαταβολικά. Οι οικονομικές επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στην χρηματοδότηση μέσω κοινοτικών προγραμμάτων, αλλά εκτείνονται και σε μια σειρά από οικονομικές συμφωνίες τόσο εντός της Ε.Ε. όσο και της Ε.Ε. με άλλες χώρες και Οργανισμούς Οικονομικής Συνεργασίας.     

Για παράδειγμα υπάρχουν μια σειρά από συμφωνίες με διάφορες χώρες με τις οποίες η Ε.Ε. έχει εμπορικές συναλλαγές και με τις οποίες ρυθμίζεται το καθεστώς κάποιων προϊόντων τα οποία επιτρέπεται να κυκλοφορούν εντός της Ε.Ε. Τέτοια προϊόντα ενδεικτικά είναι: η φέτα, το ούζο, το γιαούρτι, το κρασί. Τα είδη αυτά προστατεύονται από τις συμφωνίες που έχει συνάψει η Ε.Ε. με άλλες χώρες (ή και με Οργανισμούς Οικονομικής Συνεργασίας) τις οποίες και δεσμεύουν απολύτως. Με βάση τις συμφωνίες αυτές (οι οποίες θα παύσουν να ισχύουν για τα προϊόντα μας αν αποχωρήσουμε από την Ε.Ε.) μόνο προϊόντα Ελληνικής Παραγωγής και Προέλευσης μπορούν να φέρουν τις συγκεκριμένες για κάθε είδος ετικέτες και να πωλούνται ως γνήσια προϊόντα εντός της Ε.Ε. ή/και των αγορών των χωρών που έχουν υπογράψει τις συγκεκριμένες συμφωνίες. Όλα τα υπόλοιπα μπορούν να πωλούνται ως αντίγραφα (π.χ. λευκό τυρί αντί φέτας) και παράλληλα απαγορεύεται να φέρουν οποιαδήποτε ετικέτα που να παραπέμπει στο πρωτότυπο και η οποία ενδέχεται να παραπλανά τον καταναλωτή.

Υπάρχουν επίσης εμπορικές συμφωνίες της Ε.Ε. με άλλα κράτη οι οποίες αφορούν την προμήθεια πρώτων υλών (π.χ. προμήθεια πετρελαίου και φυσικού αερίου) και των οποίων οι όροι θα παύσουν να ισχύουν με την αποχώρηση μας από την Ε.Ε. Προφανώς τότε θα πρέπει να διαπραγματευτούμε μόνοι μας αντίστοιχες συμφωνίες με ενδεχόμενο οι όροι τους να είναι χειρότεροι από αυτούς που ισχύουν για την Ε.Ε.

Είναι προφανές πως στην περίπτωση των συμφωνιών αυτό που (θα) ισχύει είναι το ίδιο που ισχύει και στις αντίστοιχες συμφωνίες των ομίλων σούπερ μάρκετ με τους προμηθευτές τους. Όσο μεγαλύτερο το δίκτυο καταστημάτων (και ο τζίρος) τόσο καλύτεροι και οι όροι (εκπτώσεις και άλλες παροχές) που επιτυγχάνει ο όμιλος.

Δεδομένου ότι η Χώρα θα έχει αποχωρήσει από την Ε.Ε. οι νέες μεταξύ τους σχέσεις θα είναι αυτές των ανταγωνιστών παρά αυτές των εταίρων. Είναι αμφίβολο αν η ρύθμιση των μεταξύ τους εμπορικών σχέσεων θα οδηγήσει στην διατήρηση των ίδιων μεριδίων στις αγορές των κρατών μελών της Ε.Ε. Θα υπάρξουν αλλαγές οι οποίες θα είναι διαφορετικής τάξης μεγέθους από χώρα σε χώρα κυρίως εξαιτίας του νομίσματος στο οποίο θα τιμολογούνται τα Ελληνικά προϊόντα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μια αναφορά στο επιχείρημα της «άλλης πλευράς» η οποία ισχυρίζεται ότι με την έξοδο από την Ε.Ε. η Ελλάδα θ’ αποδεσμευτεί από τους όποιους περιορισμούς και ποσοστώσεις της επιβάλλονται. Η δημιουργία των Υπερεθνικών Οργανισμών βασίζεται στην επιθυμία του συμβιβασμού των διαφορών μεταξύ των Εθνικών Κρατών προκειμένου ν’ αποφεύγονται οι μεταξύ τους πολεμικές συγκρούσεις. Η Ε.Ε. (όπως άλλωστε και η Κ.Ο.Μ.Ε.Κ.Ο.Ν. παλαιότερα) έχει προχωρήσει σ’ έναν καταμερισμό σχετικά με το τι και πόσο θα παράγει το κάθε κράτος-μέλος προκειμένου αυτά να μην ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Είναι προφανές πως στον ανταγωνισμό αυτόν νικητής θα είναι πάντα ο ισχυρότερος ο οποίος είναι σε θέση να ξοδεύει περισσότερα επιδοτώντας έτσι την παραγωγή φθηνότερων προϊόντων. Με την δημιουργία του ευρώ και την προσχώρηση σ’ αυτό των ισχυρότερων Ευρωπαϊκών Κρατών το κύριο μέσο του μεταξύ τους ανταγωνισμού (η συναλλαγματική ισοτιμία των Εθνικών τους Νομισμάτων) αφαιρέθηκε προς χάριν της οικονομικής ενοποίησης της ηπείρου.

Το επιχείρημα σχετικά με την αποδέσμευση της Χώρας από τους όποιους περιορισμούς της επιβάλλονται από την Ε.Ε. ισχύει μόνον αν μιλάμε για μια πλήρως περιχαρακωμένη από την παγκόσμια αγορά Ελλάδα. Μια Ελλάδα που θα παράγει ακριβώς ότι της χρειάζεται για να είναι αυτάρκης και δεν θ’ αλληλεπιδρά με την παγκόσμια αγορά. Μια Ελλάδα η οποία θα μάθει να ζει μόνο με την ικανοποίηση των βασικών της αναγκών. Μια Ελλάδα «μικρή πλην όμως τίμια» η οποία ακόμη και στις καλύτερες της στιγμές δεν θα μοιάζει σε τίποτα με την προ κρίσης Ελλάδα και ειδικά με την Χώρα που θυμόμαστε από τις δεκαετίες του ’90 και του 2000. Σε κάθε άλλη περίπτωση (αν δηλαδή έχουν κάποιοι την εντύπωση ότι η Χώρα θα συνεχίσει απλά την ίδια ζωή εκτός της Ε.Ε.) οι περιορισμοί που βγήκαν από την πόρτα επανέρχονται από το παράθυρο, αφού θα πρέπει μόνη της η Ελλάδα να βρεί την θέση της στην παγκόσμια αγορά και τον καταμερισμό της αναπροσαρμόζοντας κατά περίπτωση την παραγωγική της βάση για ν’ ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις που θα της τεθούν. Υπάρχουν αποφάσεις που σχετίζονται με την παραγωγική διαδικασία στο σύνολο της και οι οποίες πρέπει να ληφθούν και στη μια και στην άλλη περίπτωση, εκτός αν κάποιοι επιθυμούν να μετατρέψουν την Ελλάδα σε Αλβανία (δηλαδή μια χώρα πλήρως αποκομμένη από τις αγορές).   

Όλες οι παραπάνω επιπτώσεις είναι πολύ δύσκολο να υπολογιστούν, ενώ ακόμα και αν υπολογιστούν αυτό δεν θα γίνει παρά με σχετική και μόνον ακρίβεια. Αυτό όμως που μπορεί να υπολογιστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια είναι η απώλεια της χρηματοδότησης μεγάλων, μεσαίων και μικρών έργων σε όλη την Χώρα με φθηνά κεφάλαια προερχόμενα από τα κοινοτικά ταμεία. Η χρηματοδότηση τέτοιων έργων στο παρελθόν ήταν στην λογική της χρηματοδότησης έργων υποδομής τα οποία ήταν απαραίτητα προκειμένου όλες οι χώρες-μέλη να συγκλίνουν μεταξύ τους φέρνοντας κοντύτερα στο πιο ανεπτυγμένο Βορά τον υπανάπτυκτο Νότο. Υποτίθεται ότι μέσω της χρηματοδότησης των υποδομών κάποια από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχουν τα πιο ισχυρά κράτη είτε θα χάνονταν είτε θα μετριάζονταν. Η έξοδος από την Ε.Ε. θα δυσκόλευε σε πολύ μεγάλο βαθμό την χρηματοδότηση έργων κάθε κλίμακας, καθώς θα έπρεπε από μόνη της η Χώρα μας να βρεί τα κεφάλαια στις διεθνείς χρηματαγορές και να παζαρέψει μόνη της τους όρους. Πρέπει δε να έχουμε υπ’ όψη μας ότι τα μεγάλα έργα του παρελθόντος όπως το σιδηροδρομικό δίκτυο δεν κατασκευάστηκαν επειδή η Ελλάδα είχε νόμισμα της την Δραχμή, αλλά επειδή χρηματοδοτήθηκαν από κεφάλαια προερχόμενα από το εξωτερικό.

Η παραμονή στην Ε.Ε. (στην περίπτωση της Ελλάδας0 ή η είσοδος σ’ αυτήν (στην περίπτωση των υπολοίπων Βαλκανικών και «πρώην Ανατολικών χωρών») είναι ουσιαστική προϋπόθεση από την πλευρά της «Αστικής Τάξης» την οποία παραδοσιακά εκπροσωπούν οι επιχειρηματίες και οι έμποροι. Η επιλογή αυτή είναι «φυσική» όσον αφορά αυτές τις κατηγορίες επειδή το Ευρώ ως «κοινό νόμισμα» βοηθά πολύ τις συναλλαγές. Ακριβώς όμως αυτή η προτίμηση στο Ευρώ από τους εμπόρους και τους επιχειρηματίες γίνεται επιχείρημα απ’ όσους θέλουν να οδηγήσουν την Χώρα εκτός Ε.Ε. παραπλανώντας τον λαό. Το επιχείρημα είναι μάλλον απλό και πολυχρησιμοποιημένο:

«Στην Καπιταλιστική Οικονομία υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Από την μια πλευρά είναι ο εκμεταλλευτής/εργοδότης και από την άλλη ο εκμεταλλευόμενος/εργαζόμενος. Ο πρώτος πίνει το αίμα του δεύτερου. Ότι είναι καλό για τον εργοδότη είναι κακό για τον εργαζόμενο και το ανάποδο. Συμβιβασμός των συμφερόντων των δύο πλευρών δεν μπορεί να υπάρξει. Στο τέλος ο εργαζόμενος θα επιβληθεί του εργοδότη και θα πάρει στα χέρια του τον πλούτο που παράγει ο ίδιος.»

Είναι προφανές πως με βάση τα παραπάνω τίθενται αντιμέτωπες δύο μεγάλες και ασαφείς ομάδες ανθρώπων. Τα όρια μεταξύ τους δεν είναι αντικειμενικά ούτε και παραμένουν σταθερά. Τίποτα δεν εμποδίζει έναν εργαζόμενο να εξελιχθεί σε εργοδότη και το ανάποδο. Το φαινόμενο αυτό αποκαλούν οι κοινωνιολόγοι «κοινωνική κινητικότητα» και συνδέεται άμεσα με την μεταβολή (καλυτέρευση ή χειροτέρευση) του εισοδήματος. Η μια ομάδα έχει ανάγκη την άλλη και η μόνη σχέση που θα έπρεπε να υπάρχει στις μεταξύ τους σχέσεις είναι η «συνεργατική». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι καθεμιά τους δεν μπορεί να διεκδικεί ότι καλύτερο μπορεί να πάρει από την άλλη. Αυτό άλλωστε είναι κάτι που συμβαίνει καθημερινά μέσα στα πλαίσια της οικογένειας όπου πολύς συχνά κάποιο από τα μέλη της προσπαθεί με γλυκοπιάσματα ή με φοβέρες να κερδίσει κάτι παραπάνω αρχικά και στη συνέχεια να το παγιώσει. Όταν δε βλέπει ότι οι επιδιώξεις του δεν ευοδώνονται τότε αρχίζει τα καπρίτσια ή/και τα κλάματα. Η ουσία του επιχειρήματος είναι έωλη για τον απλούστατο λόγο ότι ο πλούτος παράγεται εντός της αγοράς και εξαιτίας της. δεδομένου ότι για κάθε προϊόν και κάθε ανάγκη υπάρχουν από δεκάδες ως χιλιάδες επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται μεταξύ τους, ο μεγάλος πλούτος σχετίζεται με την αξία του επιχειρηματία/εργοδότη περισσότερο απ’ ότι με τον κόπο των εργαζομένων. Οι γνωριμίες (μέσω των οποίων κλείνονται δουλειές), η τοποθέτηση των χρημάτων σε προθεσμιακούς τραπεζικούς λογαριασμούς, η καθυστέρηση των πληρωμών για τις οποίες δεν παρέχεται κάποια έστω και μικρή έκπτωση πρόωρης εξόφλησης, η επίτευξη καλύτερων όρων με τους προμηθευτές και μεγαλύτερων εκπτώσεων από αυτούς όπως και η οργάνωση της προώθησης των προϊόντων και υπηρεσιών (marketing) άπτονται της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ακόμη και όταν για την διενέργεια όλων των παραπάνω χρησιμοποιούνται (υψηλόβαθμοι) εργαζόμενοι, το παραγόμενο αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από την δική τους προσπάθεια (παρά μόνο στον βαθμό που έχουν «επικοινωνιακό χάρισμα») αφού αυτοί εφαρμόζουν όσα εκπαιδεύτηκαν ο καθένας στον κλάδο του. Το αντικείμενο της εκπαίδευσης είναι η συγκεφαλαίωση της αποκτηθείσης εμπειρίας κάθε κλάδου και όχι έργο κάποιας διάνοιας (ακόμη και αν κάποιος πρώτος αξιοποίησε ή συστηματοποίησε τα διδάγματα ή τα συμπεράσματα κάποιων επιστημονικών πεδίων). Συνεπώς για την δημιουργία του πλούτου (τον οποίο πολλοί φθονούν και θέλουν να ιδιοποιηθούν) βασικό συστατικό είναι ο πόθος για την απόκτηση του. Πέραν όμως του πόθου, απαιτείται η ύπαρξη μιας (ή περισσότερων) πρωτότυπων ιδεών, τύχης, γνωριμιών και κεφαλαίων, δηλαδή η ύπαρξη ενός «ανήσυχου πνεύματος» το οποίο δεν ικανοποιείται από μια υπαλληλική θέση και τον ανάλογο μισθό.

Κλείνοντας την προσπάθεια σκιαγράφησης των οικονομικών επιπτώσεων εξαιτίας της αποχώρησης της Ελλάδας από την Ε.Ε. πρέπει να σημειώσουμε ότι εκτός από την σιγουριά ότι είναι εξαιρετικά δύσκολος ο ακριβής προσδιορισμός του μεγέθους τους, υπάρχει και κάτι άλλο για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Αυτό είναι ότι όταν θα γίνει η πλήρης «εκκαθάριση λογαριασμών» μεταξύ Ε.Ε. και Ελλάδας το τελικό αποτέλεσμα θα είναι σε βάρος της Χώρας μας. Η Ελλάδα θα πρέπει να πληρώσει την Ε.Ε. και όχι το ανάποδο. Το χειρότερο είναι ότι επειδή τα περισσότερα από τα χρήματα που έλαβε η Ελλάδα ειδικά την δεκαετία του ’80 δεν χρησιμοποιήθηκαν με τον αποδοτικότερο τρόπο η Χώρα μας δεν μείωσε όσο θα μπορούσε (και θα έπρεπε) την απόσταση από τ’ ανεπτυγμένα κράτη της υπόλοιπης Ευρώπης. Αν η πλειοψηφία των χρημάτων που ήρθαν από την Ε.Ε. χρησιμοποιούνταν στην παραγωγή και όχι για την αγορά καταναλωτικών ειδών πολυτελείας από τα προηγμένα κράτη της Δ. Ευρώπης, τότε τα πράγματα σίγουρα θα ήταν καλύτερα.        

 

Ένα κείμενο που θα μας απασχολήσει και στο μέλλον.

Στην προσπάθεια της η κυβέρνηση Τσίπρα να πείσει τους ΣΥΡΙΖΑίους βουλευτές αλλά και τους ψηφοφόρους σχετικά με την αναγκαιότητα της υποχώρησης έναντι των δανειστών παρά τα όσα υποστήριζε τόσα χρόνια τόσο ο Πρωθυπουργός όσο και το κόμμα του, επιστράτευσε τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών Δ. Μάρδα ν’ απαντήσει στα επιχειρήματα των Δραχμολάγνων και παράλληλα να «διαφωτίσει» τους πολίτες. Έτσι ο Δ. Μάρδας είτε μόνος τους (κυρίως κάνοντας δηλώσεις αλλά και με κείμενα του) είτε συνεπικουρούμενος και από ακαδημαϊκούς δίνει την δύσκολη αυτή μάχη. Το διακύβευμα είναι η διάσωση των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος (όποιο όνομα και αν έχει τελικά) όσο και του κύρους όσων τόσο καιρό υπέφεραν από τις λεκτικές και θεωρητικές ακροβασίες εντός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σχετικά με το ζήτημα αυτό.

Στο κείμενο που ακολουθεί (βλέπε εδώ) ο Δ. Μάρδας συνεπικουρείται από τον Αναπληρωτή Πρύτανη του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Ν. Βαρσακέλη. Το κείμενο αυτό έχει αρκετά ενδιαφέροντα σημεία για τα οποία έχετε από καιρό διαβάσει στα κείμενα της σειράς αυτής. Σήμερα και εν αναμονή της εκ νέου αναφοράς μας στο κείμενο αυτό (η οποία θα γίνει σε δόσεις όταν θα ψηφιστούν τ’ αντίστοιχα «μνημονιακά μέτρα») απλά σημειώνουμε τρείς από τις 12 παραγράφους του οι οποίες καλό θα ήταν να σας απασχολήσουν έστω και λίγο. Βέβαια διαβάζοντας τες το πιθανότερο θα ήταν να θεωρήσετε ότι κάποιοι σας κορόιδευαν τα τελευταία 6 χρόνια αλλά γι’ αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι.

Η πρώτη κατά σειρά παράγραφος είναι ή 3η και ειδικά η υπογραμμισμένη από εμάς φράση:

«Όσο όμως δεν λέγονται ορισμένες σημαντικές αλήθειες, ο κίνδυνος του Grexit δεν θα απομακρυνθεί. Και συγκεκριμένα, ένα από τα πολλά προβλήματα της επιστροφής στη δραχμή που δεν έχει συζητηθεί επαρκώς είναι η ακόλουθη. Αυτή θα γίνει εις βάρος των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τόσο για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας όσο και την ευρωστία της λειτουργίας της κρατικής μηχανής. Πολλές από τις προς συζήτηση μεταρρυθμίσεις έπρεπε βέβαια να λάβουν χώρα πολύ πριν το 2010 και με δική μας πρωτοβουλία. Ως μεταρρυθμίσεις δεν νοούνται φυσικά οι μειώσεις των μισθών και συντάξεων.»

Επόμενη κατά σειρά παράγραφος είναι η 9η και ειδικά το υπογραμμισμένο τμήμα της:

«Για να υπάρξει επαρκής ισχύς ενός νομίσματος σε σχέση με νομίσματα άλλων οικονομιών απαιτούνται στιβαρή νομισματική πολιτική, η υποκείμενη οικονομία να είναι ισχυρή και η υποκείμενη κρατική μηχανή να λειτουργεί σαν ένας καλολαδωμένος μηχανισμός που μπορεί όχι μόνο να βεβαιώσει φορολογική ύλη αλλά και να προκαλέσει φορολογικά έσοδα. Έλλειψη αυτών των τριών καίριων συστατικών ισχύος του εθνικού νομίσματος θα απεικονίζεται στη διαρκή απαξίωσή του.»

Η τελευταία κατά σειρά παράγραφος είναι η 11η . Δυστυχώς στην περίπτωση αυτή όλη η παράγραφος είναι πολύ σημαντική, αν και κάθε διαφορετικά υπογραμμισμένο τμήμα της είναι σημαντικό για διαφορετικό λόγο:

«Επίσης, αξίζει να σημειωθεί το εξής. Τόσο η βελτίωση της ανταγωνιστικής θέσης μιας οικονομίας όσο και ο ρυθμός της οικονομικής ανάπτυξης και της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, εξαρτώνται αποκλειστικά από ένα σύνολο παραγόντων (παραγωγικότητα, τεχνολογία, ανθρώπινο κεφάλαιο κ.λπ) που δεν έχουν σχέση με το νόμισμα. Το νόμισμα απλά καλείται να διορθώσει μόνο βραχυχρόνιες ανισορροπίες του ισοζυγίου πληρωμών. Η προτεινόμενη «επανεκκίνηση» της οικονομίας με έξοδο από το ευρώ κινείται σε ένα θολό τοπίο, καθώς οι υποστηριχτές του εγχειρήματος, κάνουν πολλά μεθοδολογικά λάθη και παραλείψεις και δείχνουν άγνοια της λειτουργίας της οικονομίας αλλά και της οικονομικής επιστήμης.»

Μετά και από τα παραπάνω πιστεύουμε ότι δεν θα πρέπει να έχετε παράπονο αφού για όλα τα παραπάνω έχετε διαβάσει εδώ από καιρό τώρα και δεν είχατε ανάγκη τους Μάρδα και Βαρσακέλη να σας «ανοίξουν τα μάτια»..

Στο επόμενο κείμενο μας θα κάνουμε λόγο για τον τρόπο με τον οποίο η Γερμανία κέρδισε από την Ελληνική κρίση (και τι λέει αυτό για την Χώρα μας) όπως επίσης και θα κάνουμε έναν πρώτο σχολιασμό του Τρίτου Μνημονίου καθώς και των εκτιμήσεων για το μέλλον της Ελληνικής Οικονομίας.

 

24 Αυγούστου 2015
παρατηρητήριο.

Διαβάστηκε 3607 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ» ΜΕΤΑΞΥ Ε.Ε. ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ.