Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΕΡΔΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, ΤΟ ΝΕΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΕΡΔΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, ΤΟ ΝΕΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ.

Σήμερα θ’ ασχοληθούμε με δύο από τα πλέον προσφιλή (εξαιτίας της δημοφιλίας τους) θέματα των οικονομικών και πολιτικών συντακτών. Το πρώτο από τα δύο είναι σχετικό με τα οικονομικά κέρδη που έχει αποκομίσει η Γερμανία εξαιτίας της Ελληνικής κρίσης και τα οποία υποτίθεται ότι είναι παραπάνω απ’ όσα μέχρι και πρόσφατα (πριν το Μνημόνιο-3) μας είχε δανείσει μέσω των «προγραμμάτων διάσωσης». Σήμερα θα εξηγήσουμε τον τρόπο δημιουργίας αυτών των κερδών και θα εξετάσουμε αν και κατά πόσον οφείλονται στην Ελληνική κρίση ή όχι. Το δεύτερο θέμα είναι οι μέχρι στιγμής προβλέψεις για την Ελληνική Οικονομία για τα επόμενα 3 χρόνια, όπως επίσης και ένας πρώτος σχολιασμός του Τρίτου Μνημονίου.

Τα Γερμανικά κέρδη από την ελληνική κρίση.

Ανέκαθεν το Ελληνικό Έθνος θεωρούσε ότι είναι αν-άδελφο (όπως έλεγε και ο Χ. Σαρτζετάκης) και υπήρχε η γενική πίστη πως κάποιοι μας είχαν «βάλει στο μάτι». Καθώς οι τέτοιου είδους πεποιθήσεις βόλευαν πολλούς εντός της Χώρας συνέχισαν να τυγχάνουν μεγάλης αποδοχής και να καθορίζουν ανάλογα και με την εποχή την ψυχολογία μικρού ή μεγάλου μέρους του κόσμου. Τα τελευταία χρόνια και εξαιτίας της κρίσης η σχετική φιλολογία γνώρισε μεγάλη έξαρση. Από τα λεφτά που είναι κατατεθειμένα (πιστωμένα) στο Δ.Ν.Τ. για λογαριασμό της Ελλάδας ως τα κέρδη της Γερμανίας από την Ελληνική κρίση. Ειδικά το τελευταίο αυτό θέμα είναι από τα πλέον δημοφιλή γιατί συνδυάζει τόσο την Ελληνική κρίση όσο και τα κέρδη κάποιων από τους εταίρους μας απ’ αυτήν και ειδικά της Γερμανίας.

Πρόσφατα υπήρξε ένα ακόμη δημοσίευμα σύμφωνα με το οποίο τα κέρδη της Γερμανίας από την Ελληνική κρίση είναι πάνω από 100 δις. Ευρώ (βλέπε εδώ). Στο νούμερο αυτό καταλήγουν οικονομολόγοι του Ινστιτούτου Λάιμπνιτς. Για τους σκοπούς του σημερινού μας κειμένου δεν έχει ιδιαίτερη αξία το πώς κατέληξαν στο νούμερο αυτό. Αυτό που έχει αξία είναι κάτι το οποίο μένει στην αφάνεια ακριβώς επειδή δίνεται έμφαση στο τελικό αποτέλεσμα και όχι στο γιατί η Γερμανία ήταν σε θέση ν’ αποκομίσει κέρδη από την Ελληνική κρίση.

Τα κέρδη της Γερμανίας είναι έμμεσα και προήλθαν από τα μειωμένα επιτόκια με τα οποία αυτή δανειζόταν από τις αγορές μετά την εκδήλωση της Ελληνικής κρίσης και εξαιτίας της. Σύμφωνα με τους Γερμανούς οικονομολόγους η ανασφάλεια που δημιουργήθηκε στις χρηματαγορές εξαιτίας της Ελληνικής κρίσης οδήγησε στην μεγάλη (αθρόα) προσφορά χρήματος στην Γερμανία (η οποία εξασφάλιζε στους δανειστές την μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια για τα κεφάλαια τους). Η μεγάλη αυτή προσφορά κεφαλαίων είχε ως αποτέλεσμα την μεγάλη πτώση των επιτοκίων δανεισμών τα οποία έφτασαν κάποια στιγμή κοντά στο μηδέν.

Εξαιτίας της εξέλιξης αυτής η Γερμανία εξοικονόμησε χρήματα τα οποία υπολογίζονται σε τουλάχιστον 100 δις. Ευρώ. Το πρώτο αυτονόητο ερώτημα που μας έρχεται στο μυαλό είναι: «Εκτός της Γερμανίας υπήρξαν και άλλες χώρες που είχαν ανάλογα κέρδη από την Ελληνική κρίση;». Το επόμενο και πιο σοβαρό ερώτημα είναι: «Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί την Γερμανία από τα υπόλοιπα κράτη της Ε.Ε. και δημιουργεί αυτού του τύπου τα κέρδη;».

Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα δεν είναι τόσο καθαρή όσο στο δεύτερο και σίγουρα είναι λιγότερο σημαντική αν θέλουμε να δούμε τι είναι αυτό που δημιουργεί τα Γερμανικά κέρδη. Προφανώς και υπήρξαν και άλλες χώρες της Ε.Ε. οι οποίες εξοικονόμησαν χρήματα από την μείωση των δικών τους επιτοκίων δανεισμού (εξαιτίας της Ελληνικής κρίσης), αλλά αυτές είναι λίγες και σίγουρα δεν ωφελήθηκαν στον ίδιο βαθμό με την Γερμανία. Προφανώς αυτό συνέβη επειδή υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους οι οποίες επηρεάζουν τις προτιμήσεις των χρηματαγορών. Ακόμη όμως και έτσι αυτό ιδωμένο από την δική μας πλευρά (της Ελλάδας) σημαίνει ότι αυτές οι χώρες κάνουν κάτι διαφορετικά (καλύτερα) απ’ ότι η δική μας.

Αυτό μας φέρνει στην απάντηση του δεύτερου ερωτήματος η οποία δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά όπως όλα στην Οικονομία συνδυάζουν πολλούς παράγοντες. Προφανώς κανένας λαός δεν είναι ίδιος με κάποιον άλλο (αυτό ισχύει και για γειτονικούς λαούς). Οι μεταξύ τους διαφορές προσδιορίζονται από πολλούς παράγοντες που ποικίλουν από την Γεωγραφία του τόπου όπου ζούν μέχρι την Ιστορική τους διαδρομή. Συνεπώς αν θα έπρεπε να δώσουμε μια σύντομη απάντηση αυτή θα ήταν ότι η Γερμανία όπως και η Ολλανδία σε μικρότερο βαθμό είναι ουσιωδώς διαφορετική από τα υπόλοιπα κράτη της Ε.Ε. και αυτό οφείλεται κυρίως στην ψυχοσύνθεση (χαρακτήρα) τους ως λαός. Ο τρόπος με τον οποίο έχουν οργανώσει την ζωή και δραστηριότητα τους είναι τέτοιος που μακροχρόνια τους αποφέρει οικονομικά οφέλη.

Την καλύτερη σχετική προσέγγιση μας έχει από καιρό προσφέρει ο Μαξ Βέμπερ με το κλασικό του έργο «Η Προτεσταντική Ηθική του Καπιταλισμού» στο οποίο έχουμε αναφερθεί και στο παρελθόν. Ο Βέμπερ δίνει πολύ μεγάλη σημασία και όχι τυχαία στο θρησκευτικό δόγμα του Γερμανικού λαού. Θεωρεί ότι η θρησκεία (ειδικά κατά το παρελθόν όταν και μορφοποιούνταν τα σημερινά Έθνη-Κράτη) νοηματοδοτεί (παρέχει τους βασικούς κανόνες λειτουργίας) και νομιμοποιεί την «συγχώρεση»). Παρέχει τόσο την ιστορική δικαιολόγηση όσο και το υπόβαθρο της οικονομικής συμπεριφοράς των Γερμανών, οι οποίοι ζώντας μετρημένα (κάποιοι θα έλεγαν ασκητικά) σωρεύουν χρηματικά πλεονάσματα τα οποία τους δίνουν την δυνατότητα χρηματοδότησης των επεκτατικών τους βλέψεων. Το Προτεσταντικό δόγμα ρυθμίζει με τέτοιο τρόπο την καθημερινότητα των Γερμανών χωρίς παράλληλα να στέκεται εμπόδιο στα όποια επεκτατικά σχέδια της άρχουσας τάξης τους.

Βέβαια τα πράγματα δεν μένουν σταθερά και αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου. Έτσι και η Γερμανία γνώρισε περιόδους μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας και οικονομικής καταστροφής. Το βασικό δίδαγμα που άντλησαν οι Γερμανοί από αυτές τις καταστάσεις ήταν ότι η δημιουργία πλεονασμάτων ήταν το πρώτο και κύριο μέλημα τους (συνδυαζόμενο όμως πάντα με έναν «μετρημένο» και «ενάρετο(;)» βίο).

Οι Γερμανοί φημίζονται (ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν εκτός Γερμανίας) για την αποτελεσματικότητα της οργάνωσης τους μέσω της οποίας αποκομίζουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα εκμεταλλευόμενοι κάθε ευκαιρία που τους δίνεται για ν’ αυξήσουν την επιρροή τους.

Αυτό που πρέπει να έχουμε υπ’ όψη για την Γερμανία ως έθνος είναι ότι αποτελεί το προϊόν μιας μακράς διαδικασίας ενοποίησης (όπως αντίστοιχα και η Ιταλική Ενοποίηση) μικρότερων κρατιδίων και βαρονειών (φέουδων) και πως για τον λόγο αυτό το πέρασμα από την Φεουδαρχία στον Καπιταλισμό έγινε απότομα (σε μικρό χρονικό διάστημα). Συνεπώς μέσα σε σχετικά λίγα χρόνια η Γερμανία είχε να επιδείξει μια μεγάλη δυναμική η οποία ασφυκτιούσε εντός των γεωγραφικών της ορίων και έψαχνε να βρεί διέξοδο μέσα από την αποικιοκρατία και τις πολεμικές συγκρούσεις (κυρίως τους Α’ & Β’ Π.Π. αλλά όχι μόνο αυτούς).

Μετά από τους δύο χαμένους Π.Π. η διαιρεμένη πλέον Δ. Γερμανία αφοσιώνεται πλήρως στην οικονομική δραστηριότητα (κυρίως την βιομηχανική) επιδιώκοντας να κερδίσει μέσω της οικονομικής της δύναμης (οικονομική διείσδυση) ότι είχε χάσει στα πεδία των μαχών. Εκμεταλλευόμενη στο έπακρο τόσο τις ευκαιρίες που της δόθηκαν όσο και τα διδάγματα από τα βιώματα του παρελθόντος, κατάφερε να συνέλθει από τις επιπτώσεις του Β’ Π.Π. συντομότερα απ’ όσο οι «νικητές» του.

Αυτήν την Γερμανία που διαμορφώθηκε από τις στάχτες του Β’ Π.Π. αγαπούν να μισούν οι υπόλοιποι λαοί της Ευρώπης. Φθονούν (και αν μπορούσαν θα εποφθαλμιούσαν) τα εμπορικά της πλεονάσματα και την οικονομική της δύναμη, χωρίς όμως να θέλουν να την «μιμηθούν» στον τρόπο οργάνωσης της καθημερινότητας τους. Της χρεώνουν την δική τους κακοδαιμονία χωρίς όμως οι ίδιοι να θέλουν ν’ αλλάξουν κάτι στην δική τους καθημερινότητα. Κοιτούν μόνο την επιφάνεια χωρίς ν’ αναζητούν αυτό που υπάρχει από κάτω. Αυτό που κάνει τα πράγματα χειρότερα είναι ότι η σημερινή Γερμανία έχει γίνει αυτό που είναι χωρίς να μπλεχτεί σε ιμπεριαλιστικού τύπου περιπέτειες όπως οι Η.Π.Α., η Βρετανία και η Γαλλία (ή η Ρωσία παλαιότερα). Ότι έχει καταφέρει οφείλεται μόνο στην οικονομική της δύναμη και γι’ αυτό φθονείται και περισσότερο από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους.

Άρα η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής:

«Η Γερμανία είχε κέρδη άνω των 100 δις Ευρώ από την Ελληνική κρίση, επειδή ήταν σε θέση να έχει. Ο τρόπος με τον οποίο οργάνωσε και διηύθυνε την οικονομική της δραστηριότητα και την εσωτερική της οργάνωση μετά τον Β’ Π.Π. σε συνδυασμό με την ψυχοσύνθεση των Γερμανών ήταν οι κύριοι παράγοντες της οικονομικής της επιτυχίας η οποία εκφράζεται μέσω της οικονομικής διείσδυσης που αυτή έχει επιτύχει στα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη. Συμπερασματικά τα κέρδη της Γερμανίας από την Ελληνική κρίση ήταν το αποτέλεσμα όσων αλλαγών είχε πραγματοποιήσει τις δεκαετίες μετά τον Β’ Π.Π. και οι οποίες την έφεραν στην θέση που έχει σήμερα. Από την άποψη αυτή το γεγονός ότι τα κέρδη είχαν ως αιτία την ανασφάλεια που προκλήθηκε από την Ελληνική κρίση είναι συγκυριακό. Θα μπορούσαν τα κέρδη αυτά (τα οποία είναι έμμεσα) να έχουν προκληθεί από την Ιρλανδική, την Ισπανική ή την Πορτογαλική κρίση».

Βλέπουμε λοιπόν πως δεν δικαιούμαστε ως Χώρα κανένα «μερίδιο» στα κέρδη αυτά ακόμη και αν υποθέσουμε ότι η κατάσταση της Ελληνικής Οικονομίας χειροτέρεψε από τις πολιτικές λιτότητας που η Γερμανία μας επέβαλλε. Αυτό ισχύει για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι αυτές οι πολιτικές λιτότητας είναι χαρακτηριστικές των Γερμανών ως λαού και ειδικά ως Προτεσταντικού λαού. Ο δεύτερος είναι ότι αυτές οι πολιτικές είναι το πρώτο (και κύριο) «φάρμακο» όλων των οικονομολόγων. Ιδεατά οι πολιτικές λιτότητας θα έπρεπε να φέρουν και μια εξορθολογικοποίηση των τιμών καταναλωτή κατά 20-30%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα έπρεπε να παρατηρηθεί πτώση των τιμών κατά τα ο ποσοστό αυτό. Το γιατί αυτό δεν συνέβη έχει να κάνει περισσότερο με τον τρόπο λειτουργίας της Ελληνικής αγοράς και λιγότερο με τους Γερμανούς.

 

Το Μνημόνιο-3 και οι προβλέψεις για το μέλλον της Ελληνικής Οικονομίας.

Ένα από τα «καλύτερα» πράγματα στον χώρο της οικονομίας είναι οι προβλέψεις που γίνονται (και δημοσιεύονται) από τους οικονομικούς οργανισμούς. Η δημοσίευση των προβλέψεων (για την εγκυρότητα των οποίων ελάχιστοι αμφιβάλλουν) αποτελεί είτε επιβεβαίωση των κυβερνητικών επιλογών (άρα και του σωστού δρόμου στον οποίο βρίσκεται η οικονομία, είτε προειδοποίηση για τους μελλοντικούς κινδύνους. Δεδομένης της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η παγκόσμια οικονομία όλες οι προβλέψεις κινούνται είτε κοντά στο μηδέν (με οριακά θετικό πρόσημο) είτε κάτω από το μηδέν (με αρνητικό πρόσημο).

Οι προβλέψεις βασίζονται σε κάποια θεωρητικά μοντέλα τα οποία κάνουν προβολές για το κοντινό και το σχετικά μακρινό μέλλον (3τία). Ωστόσο οι προβλέψεις από το ποδόσφαιρο ως την οικονομία έχουν μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας. Στο κάτω-κάτω καμία πρόβλεψη δεν μπόρεσε να «προβλέψει» το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2007. Εκτός αυτού οι οικονομικές προβλέψεις είναι στην ουσία «αυτοεκπληρούμενες προφητείες». Αυτό σημαίνει ότι η δημοσίευση μιάς πρόβλεψης προκαλεί σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα που έχει προβλεφθεί.

Οι προβλέψεις για την μελλοντική εξέλιξη μιας οικονομίας είναι το «καύσιμο» που κινεί τα χρηματιστήρια, των οποίων τ’ αποτελέσματα αποτελούν ενδείξεις του οικονομικού κλίματος που επικρατεί κάθε στιγμή. Όταν οι προβλέψεις είναι θετικές (υπάρχει επάρκεια καυσίμου) τότε το χρηματιστήριο ανεβαίνει. Όταν είναι αρνητικές (υπάρχει ανεπάρκεια καυσίμου) τότε τα χρηματιστήρια κατρακυλάνε. Ανεξαρτήτως της γνώμης που έχει καθένας μας για την οικονομία και την λειτουργία της ως σύνολο πρέπει να παραδεχτούμε την μεγάλη βαρύτητα (σημασία) που έχουν αυτές οι προβλέψεις. Στο κάτω-κάτω -όπως μάθαμε και πολύ πρόσφατα- ένα μικρό χρονικό διάστημα άστοχων (κακών) αποφάσεων μπορεί να προκαλέσει πολλή μεγάλη ζημιά στην οικονομία μιας χώρας και να την πάνε πίσω αρκετά χρόνια. Αυτό συμβαίνει γιατί η οικονομία είναι το πεδίο που η λειτουργία του στηρίζεται κατ’ εξοχήν στο κλίμα που υπάρχει και όχι στα στέρεα δεδομένα που υπάρχουν μέχρι εκείνη την στιγμή.

Εξαιτίας της αβεβαιότητας και των πολλαπλών θεωρητικών παραδοχών που εμπεριέχουν οι οικονομικές προβλέψεις δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ν’ ασχοληθούμε ιδιαίτερα μ’ αυτές που αφορούν την εξέλιξη της Ελληνικής Οικονομίας την επόμενη 3ετία. Μπορούμε όμως (και πρέπει) ν’ αντλήσουμε οποιοδήποτε δίδαγμα μπορεί ν’ αντληθεί από αυτές προκειμένου να βοηθηθούμε για όσα μέλλουν να γίνουν. Οι προβλέψεις αυτές χρησιμοποιούνται ως άλλοθι/δικαιολογία για όσα μέτρα κάποιοι έχουν αποφασίσει ότι πρέπει να επιβληθούν αλλά και ως επιβεβαίωση της επιτυχίας τους (όταν οι προβλέψεις είναι θετικές).

Όλες οι προβλέψεις συμφωνούν ότι τόσο το 2015 όσο και το 2016 (αλλά και το 2017) ο όγκος της Ελληνικής Οικονομίας θα συρρικνωθεί. Το Α.Ε.Π. (για του οποίου την αξία ως δείκτη έχουμε γράψει στο παρελθόν) θα μειώνεται και δεν αναμένεται να επανέλθει σε θετικούς ρυθμούς μέχρι τα τέλη του 2018. Αυτό σημαίνει πώς για τα επόμενα 3 χρόνια η φορολογητέα ύλη (το εισόδημα στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος) θα μειώνεται, κάτι που αντανακλά και στα έσοδα του Δημοσίου. Αν λοιπόν οι ανάγκες του Δημοσίου παραμείνουν (σε απόλυτους αριθμούς) στάσιμες αυτό σημαίνει ότι θ’ απαιτηθεί είτε αύξηση του δανεισμού είτε της φορολογίας για να καλυφθούν. Δεδομένου ότι ο δανεισμός αποκλείεται αυτό μας αφήνει με δυο μόνο επιλογές. Είτε θ’ αυξηθεί η φορολογία (πολύ πιθανό), είτε θα οδηγηθούμε σε περικοπές των Δημοσίων εξόδων (π.χ. μείωση συντάξεων). Φυσικά τίποτα δεν αποκλείει να πραγματοποιηθούν και οι δύο επιλογές, ειδικά αν η κυβέρνηση θέλει να εμφανισθεί ως «δίκαιη» επιμερίζοντας ανάλογα το κόστος.    

Από το πρώτο Μνημόνιο ως σήμερα έχει γίνει πολύ κουβέντα σχετικά με τα «πλεονάσματα». Υποτίθεται ότι όσο μικρότερα είναι αυτά τόσο μικρότερη είναι και η επιβάρυνση πολιτών (νοικοκυριών) και εταιρειών. Τα πλεονάσματα αυτά αντανακλούν την φορολογική επιβάρυνση εταιρειών και νοικοκυριών, συνεπώς όσο μικρότερα τόσο μεγαλύτερα τα περιθώρια της ανάπτυξης (μεγέθυνσης) της οικονομίας εφ’ όσον θ’ απομένουν περισσότερα λεφτά σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις για ξόδεμα. Για οποιονδήποτε έχει έστω και έναν μικρό βαθμό εξοικείωσης με τα οικονομικά είναι προφανές ότι αυτός ο συλλογισμός χωλαίνει. Αν το πλεόνασμα συναρτάται τόσο με τα φορολογικά έσοδα όσο και με τις δαπάνες του Δημοσίου θα πρέπει να είναι δυνατή η επίτευξη υψηλών πλεονασμάτων χωρίς αύξηση της φορολογίας όταν η οικονομία αναθερμαίνεται με την προϋπόθεση ότι οι κρατικές δαπάνες παραμένουν καθηλωμένες.

Συνεπώς η θριαμβολογία της κυβέρνησης ότι τα χαμηλότερα πλεονάσματα σημαίνουν ότι η κοινωνία (νοικοκυριά και εταιρείες) θα πληρώσουν χαμηλότερο λογαριασμό είναι μια ξεδιάντροπη σοφιστεία που ακόμη και οι σοφιστές Πρωταγόρας και Κριτίας θα ντρέπονταν να χρησιμοποιήσουν. Προφανώς και θα ήταν όχι μόνο κοινωνικά ανάλγητος αλλά και παράλογος όποιος απαιτούσε την πραγματοποίηση μεγάλων πλεονασμάτων σε συνθήκες οικονομικής συρρίκνωσης. Μια τέτοια προσπάθεια θα οδηγούσε την κοινωνία στ’ άκρα και θα διακινδύνευε την όποια κοινωνική σταθερότητα υπάρχει, ακριβώς την στιγμή που οι δανειστές θα είχαν βρεί μια «συνεργάσιμη κυβέρνηση» με υψηλή αποδοχή η οποία και θα έπρεπε να τα κάνει πράξη.

Το ζήτημα δεν είναι το ύψος των «πρωτογενών πλεονασμάτων» αλλά ο μηχανισμός μέσα από τον οποίο θα προέλθουν. Αν η φοροδοτική ικανότητα της Ελληνικής Κοινωνίας έχει εξαντληθεί τότε από πού μπορούν αυτά τα πλεονάσματα να προέλθουν; Μια πρώτη απάντηση είναι από τη (περαιτέρω) μείωση του κόστους εργασίας μέσω της οποίας θ’ αυξηθούν οι εξαγωγές άρα και η φορολογητέα ύλη (συνεπώς και οι φόροι).αυτή η «λύση» ίσως να είναι και η μόνη αν αναλογιστούμε ότι με τους «ελέγχους (κίνησης) κεφαλαίων» (capitalcontrols) και τα προβλήματα που αυτοί προκάλεσαν ειδικά στις εξαγωγικές επιχειρήσεις «χάθηκαν» μερίδια αγοράς στις αγορές του εξωτερικού. Και όλοι μας θυμόμαστε ποιος έκλεισε τις τράπεζες και επέβαλε αυτούς τους ελέγχους επιβεβαιώνοντας πλήρως τους ‘Αδωνι Γεωργιάδη και Ν.Δ. Δυστυχώς για την κυβέρνηση το επιχείρημα ότι ο λογαριασμός του Μνημονίου-3 (και πρώτου «Αριστερού») είναι μικρότερος επειδή τα «πρωτογενή πλεονάσματα» είναι μικρότερα είναι όχι μόνο «αστείος» αλλά και προσβλητικός για την νοημοσύνη ακόμη και των «ανεγκέφαλων». Γι’ αυτό τον λόγο και ο ισχυρισμός αυτός κυκλοφόρησε με ανυπόγραφο nonpaper. Επειδή όμως μπορεί να υπάρχουν και κάποιοι που να τον θεωρούν εύλογο σημειώνουμε πώς τα μικρότερα «πρωτογενή πλεονάσματα» σχετίζονται με την μείωση της φορολογητέας ύλης η οποία οδηγεί και σε μείωση των φόρων που εισπράττονται. Αν συνυπολογιστεί και η μείωση του Α.Ε.Π. και η «οπισθοχώρηση» των εισοδημάτων (όσων ακόμη έχουν εισόδημα) καθώς και οι απώλειες θέσεων εργασίας ο «λογαριασμός» είναι κατά πολύ μεγαλύτερος.                     

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι θα ήταν «αδικία» να σχολιάσουμε τα μέχρι τώρα ψηφισθέντα μέτρα του Τρίτου Μνημονίου αν όχι για κανέναν άλλο λόγο επειδή δεν είναι πλήρη. Αυτό όμως που μπορούμε να πούμε είναι πως με αυτά επιχειρείται ένας ακόμη κύκλος «εσωτερικής υποτίμησης» με τον οποίο θα μειωθεί περαιτέρω το πραγματικό κόστος εργασίας. Έτσι οι «συλλογικές διαπραγματεύσεις» οι οποίες υποτίθεται ότι θα επανέλθουν θα είναι άνευ ουσιαστικού αντικειμένου. Το ζήτημα από αυτή την άποψη είναι αν η κυβέρνηση θα καταφέρει να ελέγξει την λειτουργία της αγοράς και να οδηγήσει τις τιμές καταναλωτή σε αντίστοιχη πτώση (η οποία για ν’ αντιστοιχεί στο επίπεδο της Ελληνικής Οικονομίας θα πρέπει να είναι της τάξης του 25-35%). Όλα τα υπόλοιπα είναι συζητήσεις άνευ αντικειμένου.

Συνεπώς για την συνολική τοποθέτηση μας σχετικά με το Μνημόνιο-3 θα πρέπει να περιμένουμε λίγο ακόμη. Τουλάχιστον όσο να τελειώσει η εκλογική παρωδία και η διαδικασία σχηματισμού της νέας κυβέρνησης η οποία και θα φέρει τα υπόλοιπα μέτρα (και ιδιαίτερα όσα αφορούν τα εργασιακά). Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε σε θέση να έχουμε μια πρώτη άποψη σχετικά με όσα πρόκειται να νομοθετηθούν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μέτρα που θα ψηφίσει και θα εφαρμόσει κατά πάσα πιθανότητα μια νέα κυβέρνηση υπό τον Τσίπρα θα είναι αυτά που δεν τόλμησαν να εφαρμόσουν οι «γνήσιοι» μνημονιακοί. Το ακόμη χειρότερο είναι πως κάθε φορά που μετά από την υιοθέτηση ενός μέτρου τα πράγματα θα «βελτιώνονται» αυτό θ’ αποτελεί ήττα της τακτικής που ακολούθησε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από το 2007 ως τον Ιούλη του 2015. Κάθε φορά που θ’ αποδεικνύεται ότι οι «δανειστές» είχαν δίκιο η αντιπολίτευση θα επιχειρηματολογεί για το «πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από την αρχή δεν σαμποτάριζε την προσπάθεια να βγούμε από την κρίση». Από δω και πέρα κάθε κυβερνητική «επιτυχία» θ’ αποτελεί και ένα επιπλέον επιχείρημα σχετικά με το ότι «δεν υπάρχει άλλη λύση/διέξοδος» και πως όλα όσα λέγονται σχετικά μ’ αυτή είναι μύθος/ψέμα.                  

 

 

31 Αυγούστου 2015
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 5773 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΕΡΔΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, ΤΟ ΝΕΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ.