Ο εκλιπών χαρακτηρίστηκε μεταξύ άλλων τόσο ως «Δημοσιογράφος με «Δ» κεφαλαίο» όσο και ως «ο τελευταίος τίμιος και παντελονάτος». Είναι προφανές ότι με το να χαρακτηρίζεται ως «Δημοσιογράφος με «Δ» κεφαλαίο» υπονοείται ότι σήμερα η πλειονότητα των δημοσιογράφων είναι απλώς «υπάλληλοι» που διεκπεραιώνουν αποστολές και εκτελούν «συμβόλαια», είναι δηλαδή ανθρωπάκια (αφού δεν είναι «Δημοσιογράφοι με «Δ» κεφαλαίο») που απλώς βάζουν τ’ όνομα τους κάτω από ένα κατά παραγγελία κείμενο.
Ο δεύτερος χαρακτηρισμός ως ο «τελευταίος τίμιος και παντελονάτος» είναι στην ουσία προσβολή για όλους τους υπόλοιπους δημοσιογράφους. Το γιατί δεν χρειάζεται να σας το αναλύσουμε εμείς, το καταλαβαίνετε πολύ καλά και μόνοι σας.
Ωστόσο οι δύο αυτοί χαρακτηρισμοί ΔΕΝ είναι η αφορμή για το σημερινό κείμενο. Δεδομένου ότι ο Θ. Νικολαΐδης σταδιοδρόμησε σε μια εποχή που η τιμή και η υπόληψη είχαν αντικειμενική υπόσταση και αξία, και οι δύο χαρακτηρισμοί είναι τουλάχιστον δικαιολογημένοι. Αφορμή για το σημερινό κείμενο αποτέλεσε η υποκρισία και η ανευθυνότητα όσων έκαναν δηλώσεις και ειδικά των «συναδέλφων» του.
Εφόσον, λοιπόν, οι παραπάνω χαρακτηρισμοί αποδόθηκαν σωστά στον εκλιπών αυτό σημαίνει πως το επάγγελμα (παληά το θεωρούσαν «λειτούργημα») έχει ξεπέσει. Έχει, δηλαδή, γίνει ανυπόληπτο. Αυτό συμβαίνει τόσο γιατί το «επέβαλαν» οι συνθήκες (ένα μέσο χρειάζεται πολλά λεφτά για να λειτουργήσει, τα οποία δεν τα βρίσκει πάντα από την «αγορά» στην οποία απευθύνεται) όσο και γιατί το επέτρεψαν οι δημοσιογράφοι (οι οποίοι όσο πέρναγαν τα χρόνια γίνονταν όλο και περισσότεροι σε αριθμό την ίδια ώρα που το μορφωτικό τους επίπεδο ολοένα χειροτέρευε). Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι και παλαιότερα δεν υπήρχαν κατασκευασμένα και κατά παραγγελία δημοσιεύματα, ότι και τότε δεν υπήρχαν δημοσιογράφοι που εκτελούσαν «συμβόλαια» δυσφήμισης όσων «δεν κάθονταν καλά». Σήμερα όμως η κατάσταση έχει χειροτερεύσει δραματικά.
Τούτο οφείλεται τόσο σε αντικειμενικούς (όπως η σύγκρουση των επιχειρηματικών συμφερόντων) όσο και σε υποκειμενικούς (το ήθος των δημοσιογράφων-εκδοτών) λόγους. Αυτό, όμως, που σε κάνει ν’ αγανακτείς είναι ότι κανείς δεν κάνει ουσιαστικά τίποτα για να προφυλάξει άτομα και κοινωνικό σύνολο από τον οχετό των ύβρεων και των «υποτιμητικών» σχολίων αλλά και την στοχοποίηση όσων «δεν κάθονται καλά».
Δε πα να υπάρχουν επαγγελματικές ενώσεις και Κώδικες Δεοντολογίας; Δε πα να υπηρετούν στα Δ.Σ. δημοσιογράφοι με εμπειρία; Τίποτα δεν γίνεται. Γιατί αν γινόταν ΔΕΝ θα είχαμε «ΚΕΦΤΕΔΕΣ» της ρυπαρογραφίας (που δεν τρώγονται με τίποτα) να:
- Στοχοποιούν όσους «δεν κάθονται καλά» μέσω ρυπαρογραφημάτων στα όρια (καμιά φορά τα υπερβαίνουν κιόλας) του μηνύσιμου και της δημοσίευσης φωτογραφιών τους για να τους προκαλέσουν φόβο ότι μπορεί να τους την πέσουν στον δρόμο προσπαθώντας να τους αδρανοποιήσουν.
- Ασχολούνται με το ποια αρραβωνιάζεται ποιόν και αν τα ερωτευμένα πιτσουνάκια χτίζουν φωλίτσα (και πόσο μεγάλη) για να στεγάσουν τον έρωτα τους, εκτός και αν το κάνουν επειδή ζηλεύουν.
- Γράφει καθένας τους την ίδια ακριβώς χαζομάρα με τίτλο «ΘΑ/ΝΑ ΣΕΒΕΣΤΕ» αλλάζοντας μόνο κάποιες λέξεις.
- Ειρωνεύονται επειδή έχουν την ευκολία πρόσβασης σ’ ένα Μέσο για ζητήματα που είτε δεν κατέχουν καθόλου είτε στην καλύτερη περίπτωση έχουν μια αμυδρή ιδέα.
- Προσπαθούν να χωρέσουν την πραγματικότητα (μέσω της επιβολής μιας και μοναδικής ερμηνείας) στην άποψη που εκ προοιμίου έχουν επιλέξει να υπηρετήσουν (επ’ αμοιβή -μικρή ή μεγαλύτερη- εννοείται).
Θα μου πείτε πως έχουμε μια ελεύθερη αγορά η οποία «αυτορυθμίζεται» (κλίνεται κατά το «αυτοϊκανοποιείται») και πως λίγα μπορούν να γίνουν, ειδικά όταν οι άνθρωποι του ίδιου χώρου δεν δείχνουν το ενδιαφέρον που πρέπει. Σ’ αυτή την περίπτωση σκόπιμα κάποιοι συγχέουν (μπερδεύουν) την «αυτορύθμιση» με την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων που να προάγουν όμως την «ποιότητα» (στην περίπτωση μας στην δημοσιογραφία), οπότε ως φυσικό επακόλουθο καταλήγουμε στην «ασυδοσία».
Ως αποτέλεσμα έχουμε το πέσιμο σε δημοσιογράφο της Α.Ε.Κ. μιας χούφτας Γαύρων στο περσυνό Τελικό Κυπέλλου στο άδειο από οπαδούς Ο.Α.Κ.Α. Ως αποτέλεσμα έχουμε την προνοητικότητα του «Κετσέ» ν’ αποφεύγει τον Πειραιά (ούτε στην Ακτή Κονδύλη 10 για προσκύνημα δεν μπορεί να πάει χωρίς να στηθεί ολόκληρη επιχείρηση) μη τυχόν και του την πέσουν οι «εξαγριωμένοι» μαζί του (γιατί άραγε;) Γαύροι.
Φυσικά αν το επάγγελμα του δημοσιογράφου ήταν ρυθμισμένο και αν οι κάθε είδους παρεκτροπές τιμωρούνταν εγκαίρως και αυτεπαγγέλτως (χωρίς απαραίτητα να το κυνηγήσει ο θιγόμενος) τότε θα υπήρχαν πολλές ελπίδες να έχουμε «κανονικούς» δημοσιογράφους και όχι «γιουσουφάκια». Βέβαια τότε δεν θα ξεκαβλώναμε με όσους «αγαπάμε να μισούμε» και που αν τους βρούμε στον δρόμο μας χωρίς πολλή σκέψη θα τους εκδηλώσουμε την «αγάπη» μας συνουσιαζόμενοι μαζί τους. Αφήστε που θα «χάναμε» τα κάθε είδους πεσίματα και τους τραμπουκισμούς, οι οποίοι τραμπουκισμοί δίνουν όπως και να το κάνουμε κάποιο «χρώμα» στην ζωή μας.
Γι’ αυτό σας λέω:
Κάθε κοσμητικό επίθετο που χρησιμοποιήθηκε για να τιμήσει τον εκλιπόντα Θ. Νικολαΐδη αποτελεί και από μια βρισιά για όλον τον υπόλοιπο δημοσιογραφικό κλάδο και ειδικότερα αυτόν της αθλητικής. Έναν επαγγελματικό χώρο που από «κλάδος» έχει ξεπέσει σε «συνάφι».
Άλλα από την άλλη αν είχαμε «κανονική» και εύρυθμη αθλητική (ανάμεσα στις άλλες) δημοσιογραφία και «κανονικούς» δημοσιογράφους, πως θα έκαναν την δουλειά τους οι ιδιοκτήτες των ομάδων; Μόνοι τους θα τα γράφουν;
Υ.Γ. Ακούγοντας τις δηλώσεις του Κ. Καραπαπά για τον ιδιοκτήτη-εκδότη του «ΦΩΤΟΣ» δεν μπορούσα να πιστέψω ότι αυτές οι έστω απλές δηλώσεις προέρχονταν από τον ίδιο βόθρο που τροφοδοτεί συχνά-πυκνά έναν ομώνυμο λογαριασμό στο facebook. Παρακαλείται η Διεύθυνση Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ. να ελέγξει (και να πιστοποιήσει) αν πρόκειται για το ίδιο άτομο. Προσωπικά πάντως και μόνο για τις συγκεκριμένες του δηλώσεις θα συνέχαιρα τον (δημοσιογράφο εκείνη τη στιγμή και όχι προβοκάτορα όπως συνήθως) Κ. Καραπαπά.
20 Μάρτη 2017
παρατηρητής 1.






















































































