Έτσι ο «πιστός» μιας θρησκείας λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μ’ ένα «πιστό» μιας πολιτικής/κοινωνικής/οικονομικής θεωρίας. Αν ο «πιστός» είναι επιμελής, τότε γνωρίζει όλα τα βασικά «τσιτάτα» της τα οποία και χρησιμοποιεί ως αποδείξεις της ορθότητας της «πίστης» του. Στις περιπτώσεις, δε, που φαίνεται να υπάρχει διαφορά μεταξύ των πεποιθήσεων του «πιστού» και της πραγματικότητας αυτή αποδίδεται στην «μη πιστή» εφαρμογή της θεωρίας ή την λανθασμένη/επιπόλαιη ερμηνεία των δεδομένων.
Στο σημερινό πρώτο κείμενο -από μια σειρά κειμένων- θα γίνει λόγος για μια από τις λανθασμένες πεποιθήσεις στο πεδίο της Οικονομίας. Πεποιθήσεις οι οποίες εμφανίζονται ακλόνητες και απόλυτες.
Ποιος θα πληρώσει το «μάρμαρο» της εξόδου από το Ευρώ και την Ε.Ε.;
Το συγκεκριμένο ζήτημα είναι το πλέον αγαπημένο όσον αφορά την οικονομική αντιπαράθεση. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο «σωστές» (ανάλογα με την πολιτική προσέγγιση) απόψεις μια «Αριστερή» και μια «Δεξιά». Καθώς δεν γίνεται να εφαρμοστούν και οι δύο ταυτόχρονα, καθεμιά τους συνεχίζει να θεωρείται από τους «πιστούς» της ως «σωστή» (με την έννοια ότι δεν διαψεύστηκε στην πράξη).
Από προηγούμενα κείμενα της σειράς πρέπει να έχει γίνει κατανοητό ότι οι «κανόνες» του οικονομικού παιχνιδιού (οικονομικής δραστηριότητας) είναι οι ίδιοι είτε στην θέση του ιδιοκτήτη βρίσκεται η Κοινωνία (Κράτος) είτε το προβάδισμα δίνεται στον «Ιδιωτικό Τομέα». Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει μια «Σοσιαλιστική» οικονομία είναι τα ίδια μ’ αυτά της «Καπιταλιστικής», γιατί προκαλούνται από τις ίδιες δυσκολίες/ανεπάρκειες στη λειτουργία τους. Η διάρκεια της μέρας ήταν η ίδια τόσο στην Σ. Ένωση όσο και στις Η.Π.Α., ενώ δεν υπάρχει κανένας θεωρητικός λόγος ένας Σοβιετικός εργάτης να είναι λιγότερο αποδοτικός από έναν Αμερικανό (με δεδομένο ότι έχουν τα ίδια εργαλεία στην διάθεση τους).
Όπως έχει περιγραφεί και παλαιότερα η Οικονομική Θεωρία είναι στην ουσία η καταγραφή και συστηματοποίηση της εμπειρίας χιλιετιών της οικονομικής δραστηριότητας και όχι κάτι που η ορθότητα του αποδεικνύεται με πειράματα στο εργαστήριο. Για τον λόγο αυτό καταφεύγουμε στην μελέτη του παρελθόντος προσπαθώντας να βρούμε τις αιτίες των οικονομικών κρίσεων και υφέσεων, όπως επίσης και τον τρόπο με τον οποίο αυτές ξεπεράστηκαν. Σ’ ότι αφορά την Οικονομία τόσο τα προβλήματα που μπορεί ν’ ανακύψουν όσο και η θεραπεία τους είναι δεδομένα.
Πρίν από ένα μήνα (στις 7 Απρίλη 2017) διάβασα αυτό το κείμενο με το οποίο ο οικονομολόγος Λεωνίδας Βατικιώτης «πέρναγε γενεές δεκατέσσερις» τον Γ.Γ. του Κ.Κ.Ε. Δ. Κουτσούμπα για όσα είπε σχετικά με την έξοδο από το Ευρώ και τις επιπτώσεις της. Ο Βατικιώτης αναφέρεται σε μελέτη των «μαρξιστών οικονομολόγων Κ. Λαπαβίτσα και Θ. Μαριόλη» εξαιτίας της οποίας ανακαλεί τον Κουτσούμπα στην «μαρξιστική» τάξη.
Αφήνοντας στην άκρη τα νούμερα που περιέχει η κοινή εργασία των Λαπαβίτσα και Μαριόλη (βλέπε εδώ) και παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τους οικονομολόγους θα κάνω κάποιες παρατηρήσεις σ’ όσα παραδέχονται στο κείμενο τους.
Διαβάζοντας το Γ’ Μέρος της κοινής τους εργασίας (σελίδες 69 και έπειτα) διαβάζουμε στο Κεφάλαιο 12. Η έξοδος από την ΟΝΕ και ειδικότερα στη σελίδα 72:
- «Ιδιαίτερη σημασία για μια τέτοια πορεία, θα έχει η συμφωνία για καθεστώς «εξαίρεσης» από την ίδια την ΕΕ, μετά την έξοδο από την ΟΝΕ.»
Προφανώς επειδή ακόμα και μετά την έξοδο από το Ευρώ, η Ελλάδα θα συνεχίσει να είναι μέλος της Ε.Ε. και να δεσμεύεται από τη συνθήκη ένταξης της.
- «Οι «ρήτρες εξαίρεσης» πρέπει να περιλαμβάνουν όσο το δυνατόν περισσότερες μορφές δασμολογικών και μη δασμολογικών παρεμβάσεων (επιδοτήσεις εξαγωγών, αξίωση ελαχίστου εγχώριου μεριδίου παραγωγής, ποσοστώσεις εισαγωγών, προμήθειες δημοσίου). Οι «εξαιρέσεις» θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν, σε ορισμένο βαθμό, με συμφωνίες για μεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνολογίας μέσω εγχωρίων συμπαραγωγών με αλλοδαπές επιχειρήσεις. Ένα σύστημα ρητρών εξαίρεσης και συμπαραγωγών προσφέρει επίσης και βάση για χρήση της μεθόδου των «αμοιβαίων δεσμεύσεων» κατά την αναδιάρθρωση του χρέους, δηλαδή αποπληρωμής εξωτερικού χρέους σε εγχώριο νόμισμα και προσυμφωνημένων εισαγωγών από την πλευρά της Ελλάδας.
Οι «εξαιρέσεις», όπως βλέπουμε, έχουν και ένα αντίτιμο. Το αντίτιμο αυτό είναι οι «προσυμφωνημένες εισαγωγές από την πλευρά της Ελλάδας». Το σημείο αυτό είναι παγίδα. Γιατί αν η Ελλάδα εισάγει είδη που δεν παράγει και είναι είτε «πρώτες ύλες» είτε «πρώτης ανάγκης» τότε έχει καλώς. Αν εισάγει είδη που και η ίδια παράγει τότε αυτά θ’ ανταγωνίζονται τ’ αντίστοιχα Ελληνικά. Αν τέλος οι «προσυμφωνημένες εισαγωγές» (όπως αντίστοιχα θα υπάρχουν και «προσυμφωνημένες εξαγωγές») αφορούν προϊόντα τεχνολογίας τότε όπως έχω αποδείξει σε προηγούμενα κείμενα θα πρόκειται για μια «μεταφορά πόρων» προς κάποιο οικονομικά δυνατότερο κράτος. Οπότε το όποιο όφελος θα είναι κατά περίπτωση είτε μικρό είτε αμφιλεγόμενο ή δεν θα υφίσταται.
Στις επόμενες σελίδες οι δύο οικονομολόγοι περιγράφουν τα απολύτως αναγκαία μέτρα για την «επόμενη μέρα». Δεν θα σταθώ διόλου σ’ αυτά καθώς αυτά επιβάλλονται από την ίδια την ανάγκη να ελεγχθεί (όσο γίνεται) η μετάβαση από το Ευρώ στην Νέα Δραχμή (Ν.Δ.). Ωστόσο υπάρχει ένα πολύ σημαντικό σημείο στο οποίο δεν δίνεται η πρέπουσα σημασία. Το σημείο αυτό είναι η μετατροπή των υποχρεώσεων και των υπολοίπων των καταθετικών λογαριασμών από Ευρώ σε Ν.Δ. με ισοτιμία 1:1.
Στον βαθμό που η «επίσημη» ισοτιμία παραμείνει για καιρό σταθερή («κλειδωμένη») οι επιπτώσεις στους πολίτες ενδέχεται να είναι από σημαντικές έως καταστροφικές. Αυτό γιατί επειδή η Ν.Δ. θα είναι στην πράξη σημαντικά υποτιμημένη σε σχέση με το Ευρώ και το Δολλάριο αυτός ο οποίος θα πούλαγε την ιδιοκτησία του έναντι συναλλάγματος θα την έδινε για ψίχουλα. Είναι όπως στο παρελθόν όταν αγοράζαμε στην «μαύρη αγορά» συνάλλαγμα. Προφανώς τότε επιτυγχάναμε για τις Δραχμές μας καλύτερη τιμή από την επίσημη. Έτσι όταν ανταλλάσσαμε το συνάλλαγμα μας με Βουλγάρικα Λέβα πετυχαίναμε συμφερότερο αποτέλεσμα απ’ ότι στο επίσημο ανταλλακτήριο στην Βουλγαρία. Αυτή ακριβώς η (δεύτερη στη σειρά) συναλλαγή είναι που θα γίνει η αιτία ν’ αλλάξουν χέρια περιουσίες για ψίχουλα. Γιατί καθώς ο αγοραστής που θα δίνει συνάλλαγμα θα το ανταλλάσσει με την επίσημη ισοτιμία θα βγαίνει κερδισμένος κατά την διαφορά μεταξύ της πραγματικής και της επίσημης ισοτιμίας και αντίστοιχα χαμένος θα βγαίνει ο πωλητής.
Ωστόσο καμία κυβέρνηση δεν μπορεί ν’ αφήσει την ισοτιμία ελεύθερη στην αισχροκέρδεια των αγορών συναλλάγματος και των τζογαδόρων («επενδυτών») τύπου Σόρος. Το μάθημα αυτό το παρακολουθήσαμε για τελευταία φορά την 2ετία πριν την είσοδο στο Ευρώ∙ όταν η τότε κυβέρνηση ξόδευε εκατομμύρια σε συνάλλαγμα αγοράζοντας Δραχμές προκειμένου να κρατήσει σταθερή την μεταξύ τους ισοτιμία.
Ένα παράδειγμα του «πάρτυ αισχροκέρδειας» όταν υπάρχουν παράλληλα νομίσματα με κλειδωμένη μεταξύ τους ισοτιμία μας το δίνει η περίπτωση της Κούβας. Εκεί κυκλοφορούν δύο «πέσος». Αυτά που προορίζονται για τους ντόπιους και έχουν πάνω τους εικόνες ηρώων και αυτά που προορίζονται για τους τουρίστες και έχουν πάνω τους αδιάφορα σχέδια. Θεωρητικά η ισοτιμία μεταξύ των δύο είναι 1:1. Επιπλέον η ισοτιμία του «τουριστικού πέσος» με το Δολλάριο είναι και αυτή 1:1. Συνεπώς το πέσος επίσημα είναι σε ισοτιμία 1:1 με το Δολλάριο. Στην πράξη, όμως, όλες οι συναλλαγές για είδη κάποιας αξίας (π.χ. ηλεκτρικές συσκευές) γίνονται μεν σε «εγχώρια πέσος» αλλά με ισοτιμία 8:1 (δηλαδή, ένα «τουριστικό πέσος» ισούται με 8 «εγχώρια»). Δηλαδή, το «τουριστικό πέσος» διαμορφώνει τις «τιμές καταναλωτή» που πληρώνει ο Κουβανός πολίτης σ’ όλη τη χώρα (εκτός των τουριστικών περιοχών τις οποίες εκμεταλλεύονται μετά από συμφωνία με την κυβέρνηση ξένοι π.χ. Ισπανοί).
Αναπτύχθηκε με τον τρόπο αυτό μια «αθέατη» (όπως πάντα για το κράτος) «μαύρη αγορά», η οποία εκμηδενίζει το εισόδημα των ντόπιων∙ σπρώχνοντας τους παράλληλα στην αναζήτηση περισσότερων χρημάτων με όποιο τρόπο μππορούν. Δημιουργείται έτσι ένα «πραγματικό» κόστος ζωής το οποίο είναι πολύ διαφορετικό από τον «επίσημο» πληθωρισμό, παράγοντας έτσι μια ψευδαίσθηση σχετικά με την αγοραστική δύναμη του «πέσος»∙ άρα και για τις δυνατότητες της Κουβανικής Οικονομίας.
Στη βάση κάθε οικονομικά επιτυχημένου κράτους βρίσκεται η αυτάρκεια. Όσο περισσότερο αυτάρκες είναι ένα κράτος τόσο περισσότερο οικονομικά ισχυρό είναι. Αυτό είναι φανερό τόσο από το οικονομικό δράμα που εκτυλίσσεται στην Βενεζουέλα όσο και από την Ελληνική Ιστορία και ειδικότερα αυτή της δεκαετίας του ’30. Αν κάποιος διαβάσει πειγραφές της καθημερινής ζωής του 1932 θα δεί να ξετυλίγεται μπροστά του ότι ζεί στην Ελλάδα της Ύφεσης. Η έξοδος της Ελληνικής Οικονομίας από εκείνη την Ύφεση στηρίχτηκε μεν στην ίδια συνταγή που προτείνουν όλοι οι οικονομολόγοοι (μεταξύ αυτών και οι Λαπαβίτσας-Μαριόλης) μόνο που η τότε κυβέρνηση είχε καλύτερες πιθανότητες επιτυχίας απο οποιαδήποτε σημερινή στην Ελλάδα και αλλού στον «Δυτικό κόσμο».
Ο λόγος είναι η στάση των πολιτών στους ώμους των οποίων μετά από μια ύφεση πέφτει το βάρος της οικονομικής «επανεκκίνησης». Στο πόνημα των Λαπαβίτσα και Μαριόλη οι βασικές παραδοχές για την επανεκκίνηση της οικονομίας γίνονται πάνω σε δύο προϋποθέσεις:
- Η πρώτη είναι ο δημοσιονομικός έλεγχος προκειμένου να μειωθούν αρχικά και στη συνέχεια να εξαλειφθούν τα ελλείμματα με ταυτόχρονη όμως ανάπτυξη της «αυτόνομης ζήτησης» (κρατικές τελικές καταναλωτικές δαπάνες, επενδύσεις και καθαρές εξαγωγές, δηλαδή εξαγωγές μείον εισαγωγές).
- Η δεύτερη -αν και όχι φανερή- είναι η αυτόματη προσαρμογή τόσο των επιχειρηματιών και κεφαλαιούχων όσο και των εργαζομένων στα νέα δεδομένα.
Η πρώτη προϋπόθεση -η οποία είναι ταυτόχρονα και στόχος- δεν συμβιβάζεται εύκολα σε συνθήκες επανεκκίνησης της οικονομίας μετά από ύφεση. Ο λόγος είναι προφανής: η μείωση των ελλειμμάτων προϋποθέτει την μείωση των δαπανών∙ η αύξηση των οποίων είναι απαραίτητη για την αύξηση της «αυτόνομης ζήτησης».
Η δεύτερη όμως προϋπόθεση είναι δύσκολα κατορθωτή στις μέρες μας. Γιατί όλη η Πολιτική Οικονομία (όπως και οι Λαπαβίτσας - Μαριόλης) βασίζεται στην Αρχή ότι καθένας μας λειτουργεί ΠΑΝΤΑ με βάση το οικονομικό συμφέρον του. Υποτίθεται ότι κεφάλαια, επιχειρηματίες και εργαζόμενοι μεταφέρονται από τον ένα κλάδο στον άλλο και από το ένα επάγγελμα στο άλλο χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία μόλις οι συνθήκες χειροτερεύσουν. Επιπλέον οι επιχειρηματίες αλλάζουν αντικείμενο δραστηριότητας όταν το ποσοστό κέρδους τους πέσει κάτω από ένα όριο, το οποίο τις περισσότερες φορές προσδιορίζεται από τις αποδόσεις των καταθετικών λογαριασμών ή γενικά των επενδύσεων σε αξίες (μετοχές, ομόλογα κ.α.). Τί γίνεται όμως αν κάποιοι επιμένουν να ψάχνουν για απασχόληση σε κλάδους και επαγγέλματα που στην παρούσα φάση «δεν έχουν μέλλον»; Τι γίνεται όταν κάποιοι επιχειρηματίες συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο παρά το γεγονός ότι το ποσοστό κέρδους τους είναι κάτω από τον γενικό μέσο όρο; Δεδομένου ότι η Πολιτική Οικονομία έχει μάθει να λειτουργεί αυστηρά λογικά υπάρχει πρόβλημα.
Γίνεται προφανές ότι για να έχει ελπίδα οικονομικής ανάκαμψης η Ελληνική Οικονομία, πρέπει και οι δύο προϋποθέσεις να εκπληρωθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι για μια σχετικά μεγάλη περίοδο θα πρέπει να φέρνουμε ως Χώρα συνεχώς «6άρες». Υποτίθεται ότι τα μέτρα-εργαλεία που θα ληφθούν εκείνη την περίοδο θα είναι τέτοια (και αρκετά) ώστε να ξαναπάρει η οικονομία εμπρός, δημιουργώντας όπως υπολόγισαν οι Λαπαβίτσας-Μαριόλης τουλάχιστον 420.000 θέσεις εργασίας. Επιπλέον όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι η υποτίμηση της Ν.Δ. δεν θα είχε επιπτώσεις στο εισόδημα των εργαζομένων γιατί το επενδυμένο κεφάλαιο στις επιχειρήσεις υποαπασχολείται και συνεπώς υπάρχουν μεγάλα περιθώρια οικονομικής βελτίωσης.
Όλα τα παραπάνω μπορούν ν’ αποδειχθούν περισσότερο ή λιγότερο σωστά. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία να ξεκαθαρίσουμε οριστικά είναι πως και με την έξοδο από το Ευρώ η Ελλάδα συνεχίζει να παίζει με τους ίδιους οικονομικούς κανόνες όπως και εντός του Ευρώ. Το ζήτημα δεν είναι να είμαστε φθηνοί και να πουλάμε πολλά, φθηνά και ποιοτικά προϊόντα στο εξωτερικό. Το ζήτημα είναι να είμαστε κατ’ αρχάς αυτάρκης και να πουλάμε το περίσσευμα στο εξωτερικό. Αν δεν γίνεται να είμαστε αυτάρκεις, τότε έχει μεγάλη σημασία ο προσανατολισμός της Εθνικής μας Οικονομίας. Δηλαδή, πόσες και τι είδους εκτάσεις θα δεσμευτούν για καλλιέργειες που προορίζονται για το εξωτερικό, με τι είδους υπηρεσίες θα προσπαθήσουμε να προσελκύσουμε συνάλλαγμα όπως επίσης και ποια προϊόντα βιοτεχνίας και βιομηχανίας είναι δεκτικά εξαγωγής. Η εξαγωγική όμως δραστηριότητα έχει ανάγκη εκτός του φθηνότερου νομίσματος και από σταθερές οικονομικές συνθήκες, όπως επίσης και από διακρατικές συμφωνίες (κάτι που είναι δεδομένο εντός της Ε.Ε.) με τις οποίες να συμφωνείται είτε η άρση των δασμολογικών ή ποσοτικών περιορισμών για την εισαγωγή προϊόντων, είτε συγκεκριμένη ποσόστωση ανά προϊόν.
Η έξοδος από το Ευρώ δεν συνεπάγεται την αυτόματη έξοδο από την Ε.Ε. που είναι και το ζητούμενο για όσους δηλώνουν «Αριστεροί». Η θέση αυτή, ωστόσο, με βάση την Ιστορία δεν δικαιώνεται, εκτός αν αποτιμούν την σύσταση της ΚΟΜΕΚΟΝ ως λάθος (π.χ. «δεξιά στροφή»). Οι μόνες χώρες που είχαν μείνει εκτός Ε.Ε. (πρώην Ε.Ο.Κ. για να μην ξεχνιόμαστε) και ΚΟΜΕΚΟΝ ήταν αυτές που ήταν είτε πολύ μεγάλες Η.Π.Α., Κίνα, Ιαπωνία είτε πολύ μικρές και απομονωμένες για να έχουν κάποιο αντίκτυπο στην Παγκόσμια Οικονομία (Αλβανία, Β. Κορέα). Ακόμη όμως και η Χώρα μας να μην συμμετέχει στην Ε.Ε. αυτό καθόλου δεν την ωφελεί για τους εξής δύο λόγους:
- Αφενός επειδή συμμετέχει στον υπερεθνικό Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (Π.Ο.Ε.) κάτι που σημαίνει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Συνεπώς θα πρέπει ν’ αποχωρήσει από παντού.
- Αφετέρου επειδή στην πράξη ΔΕΝ έχει σημασία αν η Χώρα μας μετέχει ή όχι σε κάποιον υπερεθνικό οργανισμό. Από την Αρχαιότητα όποιος εμπορεύεται με το εξωτερικό το κάνει με τους όρους που πάντα συμφέρουν τον οικονομικά πιο ισχυρό. Η μόνη πιθανή εξαίρεση θα ήταν ο οικονομικά ανίσχυρος να διαθέτει κάποιο προϊόν ή πρώτη ύλη που να είναι απολύτως αναγκαία ή σπάνια για τον οικονομικά ισχυρό και την οποία ο δεύτερος ΔΕΝ μπορεί να πάρει με την βία.
Βέβαια έχουν απόλυτο δίκιο ότι ειδικά οι μικρές χώρες με την συμμετοχή τους σε οικονομικούς οργανισμούς ΔΕΝ εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα δικά τους συμφέροντα παρά αυτών που κυριαρχούν στους οργανισμούς αυτούς. Οι δε ισχυροί πληρώνουν τα εμπορεύματα που λαμβάνουν με απλά χαρτιά (ομόλογα) τα οποία κάποια στιγμή που τους βολεύει εξοφλούν. Τον Φλεβάρη του 2017 υπήρξε η είδηση ότι η Ρωσία του Πούτιν θ’ αποπληρώσει εντός του 2017 το χρέος της Ε.Σ.Σ.Δ. (βλέπε εδώ). Αν λοιπόν μια άλλη πορεία ήταν κατορθωτή τότε δεν θα διαβάζαμε ποτέ αυτή την είδηση.
Τίποτα από τα παραπάνω, όμως, δεν θα έχει σημασία αν όλοι μας δεν καταλάβουμε πως δεν γίνεται στην παρούσα φάση να ζούμε όπως ακριβώς ζούσαμε πριν. Πρέπει να καταλάβουμε πως καμία δουλειά (ιδιαίτερα οι χειρωνακτικές που έκαναν οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας) όχι μόνο δεν είναι παρακατιανή (ντροπή), αλλά κυρίως ότι είναι απαραίτητο από οικονομικής άποψης να την κάνουν Έλληνες και όχι αλλοδαποί. Η εξήγηση είναι απλή.
Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μια θέση οικιακού βοηθού, ο οποίος μένει στο σπίτι που εργάζεται. Συνεπώς δεν πληρώνει ούτε για φαγητό ούτε για στέγη. Δεδομένου ότι τα υπόλοιπα έξοδα του σε σχέση με το κόστος για φαγητό και στέγη είναι αμελητέα το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου μισθού του αποταμιεύεται.
Στην περίπτωση μας υπάρχουν δύο ενδεχόμενα:
α) Ο/η οικιακός βοηθός είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας.
β) Ο/η οικιακός βοηθός ΔΕΝ είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας. Είναι αυτό που αποκαλούμε «οικονομικός μετανάστης». Το δεύτερο ενδεχόμενο έχει δύο (υπο)ενδεχόμενα:
- β1) Είτε ο/η οικιακός βοηθός εγκαθίσταται μόνιμα στην Ελλάδα.
- β2) Είτε γυρίζει στην πατρίδα του με τα χρήματα που έχει μαζέψει (τα οποία μαζί με τα μέχρι τότε εμβάσματα του είναι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του μισθού του).
Στις περιπτώσεις α) & β1) από οικονομική άποψη το αποτέλεσμα είναι θετικό για την Ελλάδα, αφού τα λεφτά μένουν εδώ. Έτσι ακόμα και η σύνταξη που χορηγείται σε αλλοδαπό εγκατεστημένο μόνιμα εδώ ΔΕΝ επιβαρύνει την Εθνική Οικονομία. Αντιθέτως η περίπτωση β2) είναι βλαπτική για την Ελληνική Οικονομία αφού πρόκειται για μια ξεκάθαρη «μεταφορά πόρων» από την Χώρα στην οποία παράγεται μια υπηρεσία προς μια άλλη.
Ο Βατικιώτης -στο κείμενο που στάθηκε η αφορμή για όσα προηγήθηκαν- κατηγορεί τον Κουτσούμπα ότι διαστρεβλώνει την πραγματικότητα αποδίδοντας τα σενάρια για επιστροφή στην Δραχμή σε «τμήματα του κεφαλαίου». Σύμφωνα με τον Βατικιώτη, αφού ο Σ.Ε.Β. και κάθε θεσμική έκφραση του κεφαλαίου στην Χώρα μας έχουν ταχθεί αναφανδόν υπέρ του Ευρώ απαγορεύοντας την συζήτηση για επιστροφή στην Δραχμή, η θέση που διατυπώθηκε στο 20ο Συνέδριο του Κ.Κ.Ε. είναι λάθος. Δεν έχει νόημα να μείνουμε στην «γραμματικού τύπου» απάντηση, δηλαδή ότι ο Κουτσούμπας μίλησε για «τμήματα» και όχι όλο το «Ελληνικό κεφάλαιο». Ούτε θα είχε νόημα να επιχειρηματολογήσει κανείς σχετικά με το ότι ΔΕΝ είναι ισότιμα (ισοδύναμα) όλα τα μέλη του Σ.Ε.Β.
Αυτό που ενδεχομένως είχε υπόψη του ο Κουτσούμπας (και θα έπρεπε να γνωρίζουμε και όλοι μας) είναι ότι «μεγάλες» Ελληνικές επιχειρήσεις («πολύ μεγάλες» για τα Ελληνικά δεδομένα) έχουν μεταφέρει την έδρα τους μετά τον Ιούνη του 2015 στο εξωτερικό (π.χ. Βέλγιο) όπου η χρηματοδότηση είναι πολύ φθηνότερη (για την ακρίβεια τα επιτόκια καταθέσεων στο Βέλγιο είναι αρνητικά, δηλαδή ο καταθέτης πληρώνει την τράπεζα για να του «φυλάει» τα χρήματα). Αυτά τα «τμήματα» του ελληνικού Κεφαλαίου όχι μόνο δεν θα επηρεάζονταν από την «επιστροφή στην Δραχμή», αλλά θα τους ευνοούσε κιόλας καθώς τα «κεφάλαια κίνησης» τους θα τα δανείζονταν σε Ευρώ και θα τα μετέτρεπαν σε Νέες Δραχμές για να κάνουν τις πληρωμές τους.
Όπως θα ευνοούσε όλους τους εργοδότες μια υποτίμηση (και μάλιστα μεγάλη) του Εθνικού νομίσματος, αφού θα πλήρωναν για ένα χρονικό διάστημα σημαντικά λιγότερα λεφτά στους εργαζομένους τους. Θεωρητικά η υποτίμηση της Ν.Δ. δεν θα πρέπει να επηρεάσει τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα, ενώ θα επηρεάσει κάπως αυτά στα οποία χρησιμοποιούνται εισαγόμενες πρώτες ύλες αναλόγως του βαθμού στον οποίο αυτές συμμετέχουν στο τελικό προϊόν. Όσο για τα εισαγόμενα αυτά θα ακριβύνουν τόσο όσο το ποσοστό της υποτίμησης, αλλά στο κάτω-κάτω αυτός είναι και ο διπλός σκοπός της υποτίμησης ως οικονομικού μέτρου/εργαλείου. Δηλαδή, τα εγχώρια προϊόντα να γίνουν φθηνότερα στις αγορές του εξωτερικού την ίδια στιγμή που τα εισαγόμενα θα είναι πανάκριβα. Μόνον έτσι μπορεί να βελτιωθεί αισθητά το «Εμπορικό Ισοζύγιο».
Αυτά όμως στην Οικονομική Θεωρία. Γιατί όταν υπάρξει μια υποτίμηση (η οποία δεν θα είναι αποτέλεσμα μιας σταδιακής υποχώρησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας) που θα επιβληθεί «εν μια νυκτί» από την κυβέρνηση, τότε αυτή ψυχολογικά θα λειτουργήσει ψυχολογικά ως σήμα για κάθε έμπορο-επιχειρηματία ν’ ανεβάσει τις τιμές του προκαλώντας τις λεγόμενες «πληθωριστικές πιέσεις». Οι περιπτώσεις στις οποίες οι συναλλασσόμενοι αντιδρούν «παράλογα» (δηλαδή, με βάση την ψυχολογία ή όπως αλλιώς λέμε τους «πιάνει πανικός») φέρνουν την Πολιτική Οικονομία σε δύσκολη θέση γι’ αυτό και τις «ξορκίζει» μη κάνοντας καμία προσπάθεια να τις ερμηνεύσει αν και βρίσκονται πάντα εκεί «μπροστά στα μάτια της». Βρίσκονται στις σελίδες της Παγκόσμιας Ιστορίας και διηγούνται τα πάθη λαών και κρατών. Δυστυχώς όμως κανείς οικονομολόγος «κλασικός» όπως ο Ρικάρντο ή «μαρξιστής» (του ίδιου του Μάρξ συμπεριλαμβανομένου) δεν (συν)υπολογίζει την ψυχολογία και τον τρόπο διαμόρφωσης της στους συναλλασσομένους.
Ένα σημείο, όμως, στο οποίο ο Βατικιώτης έχει απόλυτο δίκιο είναι ότι το νόμισμα δεν ήταν και δεν είναι ποτέ απλά ένα «μέσο συναλλαγών». Μπορεί μ’ αυτό και σε αυτό να εκφράζεται μια σχέση μεταξύ δύο συναλλασσομένων (φυσικών/νομικών προσώπων & κρατών), αλλά η σχέση αυτή είναι κάθε φορά περισσότερο ή λιγότερο μια «σχέση υποταγής» του ενός στον άλλο. Ο ένας (κυριαρχούμενος) αποδέχεται το τίμημα της συναλλαγής επειδή ΔΕΝ μπορεί να κάνει διαφορετικά (δεν βρίσκει καλύτερους όρους). Ο άλλος (κυρίαρχος) το δίνει δήθεν μεγαλόθυμα θεωρώντας ότι επειδή έχει «καλή καρδιά» πληρώνει παραπάνω απ’ όσο πρέπει. Το ζήτημα είναι ότι αυτά ισχύουν τόσο σε «Καπιταλιστική» όσο και σε «Σοσιαλιστική» Οικονομία.
Τέλος υπάρχει ένα προβληματικό σημείο στο οποίο οι οικονομολόγοι όλων των τάσεων πρέπει επιτέλους να δώσουν ικανοποιητική απάντηση∙ απάντηση η οποία να έχει αποτέλεσμα στις ζωές των πολιτών. Το πρόβλημα είναι μεν απλό χωρίς όμως να σημαίνει ότι είναι εύκολα αντιμετωπίσιμο, ειδικά σε πραγματικές συνθήκες:
Πως θα επιτευχθεί πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο με ταυτόχρονη μείωση των κρατικών ελλειμμάτων και του Δημόσιου Χρέους;
Για να έχουμε πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο πρέπει οι εξαγωγές να είναι σε αξία περισσότερες από τις εισαγωγές (υποτίμηση). Ταυτόχρονα το κράτος πρέπει από άποψη δαπανών να συμπεριφέρεται σαν το νόμισμα του να είναι «σκληρό», να έχει δηλαδή μεγάλη αγοραστική δύναμη. Την ίδια στιγμή οι κρατικές δαπάνες θα πρέπει σχεδόν να εκμηδενιστούν (αν είναι η προσαρμογή να γίνει γρήγορα). Οι μόνες κρατικές δαπάνες για τις οποίες θα μπορούσε (και ενδεχομένως θα έπρεπε) να γίνει κάποια παρέκκλιση είναι οι «παραγωγικές» (Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων) οι οποίες και θα έπρεπε να διοχετευτούν σε έργα με την πλέον γρήγορη αλλά και μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα, προκειμένου τ’ αποτελέσματα τους να φανούν όσο γίνεται πιο γρήγορα. Η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική έχει ως αποτέλεσμα την υπολειτουργία τομέων όπως η παιδεία, η κοινωνική πρόνοια και η υγεία. Η έλλειψη των αναγκαίων πόρων μπορεί στις παρούσες συνθήκες ν’ αναπληρωθεί μόνο από δωρεές και χορηγίες. Δωρεές όπως αυτή του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, το οποίο δωρίζει στο Κράτος το κόστος απόκτησης και συντήρησης 143 νοσοκομειακών για 8 χρόνια (βλέπε εδώ).
Και όλα τα παραπάνω υπό την αίρεση ότι οι διεθνείς οικονομικές συνθήκες είναι ευνοϊκές και ότι η Ελλάδα δεν δέχεται (αισχρο)κερδοσκοπικές επιθέσεις στην αγορά συναλλάγματος από «επενδυτές» τύπου Σόρος, οι οποίες θα προκαλούσαν μεγάλη εκροή (πώληση) πολύτιμου συναλλάγματος. Πρακτικά το πρόβλημα συνοψίζεται στο αν οι σημερινοί Έλληνες είναι διατεθειμένοι όπως οι γονείς και οι παππούδες τους το 1932 να ζήσουν για κάμποσα χρόνια μόνο μ’ όσα παράγει αυτός ο τόπος, ξεχνώντας για την περίοδο αυτή όσα θεωρούσα αυτονόητα μέχρι το 2008. Μόνον έτσι θα υπάρχουν βάσιμες ελπίδες οι επόμενες γενιές να ζήσουν όπως αυτοί μέχρι το 2008, ότι κι αν σημαίνει για τον καθένα μας αυτό.
Κλείνοντας το σημερινό πρώτο κείμενο μιας σειράς κειμένων πρέπει να γίνει ειδική αναφορά στο Κεφάλαιο 18. Ανασύνταξη εργασιακών σχέσεων του κοινού πονήματος των «μαρξιστών» οικονομολόγων Λαπαβίτσα-Μαριόλη. Στο κείμενο γίνεται αναφορά στην αστυνόμευση της αγοράς εργασίας προκειμένου να μην καταστρατηγείται στην πράξη το ωράριο εργασίας (π.χ. να εργάζονται οι ημιαπασχολούμενοι κανονικό 8ωρο), καθώς και η επαναφορά του προ ύφεσης εργασιακού καθεστώτος.
Στο σημείο αυτό υπάρχουν ζητήματα τα οποία χρίζουν ξεχωριστής εξέτασης η οποία θα γίνει προσεχώς. Γενικά, όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα ΔΕΝ είναι το ύψος των αμοιβών, αλλά η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Η επαναφορά του κατώτατου ονομαστικού μισθού καθώς και η απαγόρευση του δανεισμού/ενοικίασης εργαζομένων όσο ωραία και να ακούγονται ΔΕΝ θ’ αποδειχθούν ιδιαιτέρως αποτελεσματικά γιατί η «αγορά» βρίσκει πάντα τρόπο να ξεπεράσει τα «εμπόδια» που της βάζουν οι πολιτικοί με τις αποφάσεις τους. Συνεπώς καλύτερο και από την επαναφορά του κατώτατου μισθού (ανειδίκευτου εργάτη) στα 751 Ευρώ θα ήταν η αύξηση της αγοραστικής του δύναμης με οποιοδήποτε τρόπο αποδειχθεί προσφορότερος (π.χ. μηδενική ή/και αρνητική φορολογία εισοδήματος).
Επιπλέον η δημιουργία θέσεων εργασίας δεν γίνεται επειδή (και όταν) υπάρχει φθηνό χρήμα για επενδύσεις. Ούτε όταν απαγορευτεί ο δανεισμός και η ενοικίαση εργαζομένων σε συνδυασμό με την αστυνόμευση της αγοράς εργασίας. Γίνεται όταν με βάση την αύξηση της «ενεργούς ζήτησης» (κατανάλωσης) προκύπτει ανάγκη για μεγαλύτερη παραγωγή.
Τέλος καλό θα είναι όλοι μας να έχουμε υπόψη μας μια άβολη και πιθανόν στενάχωρη αλήθεια (η οποία παρά ταύτα και ακριβώς γι’ αυτούς του λόγους ισχύει) και συμπυκνώνεται στην περίφημη φράση της «Κεϋνσιανής» Βρετανίδας οικονομολόγου Τζόαν Ρόμπινσον την οποία επικαλέστηκε ο Τσακαλώτος το 2015. Αντιγράφω από τον λόγο του Υπουργού:
«Όπως είχε πει η Joan Robinson για την αγορά εργασίας, το μόνο πράγμα χειρότερο από το να σε εκμεταλλεύεται ο καπιταλισμός είναι να μη σε εκμεταλλεύεται ο καπιταλισμός, γιατί στον καπιταλισμό αν δεν σε εκμεταλλεύεται, σημαίνει ότι είσαι άνεργος.»
(Σημείωση: Η φωτογραφία του θέματος είναι του Τάσου Κωστόπουλου).
13 Μάη 2017
παρατηρητής 1.






















































































