Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΟΙΟΣ ΟΦΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΗΜΕΝΑ (ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΠΟΨΗ) ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ; (ΝΟΕΙΤΑΙ «ΑΡΙΣΤΕΡΑ» ΧΩΡΙΣ «ΦΑΣΙΣΤΕΣ»;)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΟΙΟΣ ΟΦΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΗΜΕΝΑ (ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΠΟΨΗ) ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ;
(ΝΟΕΙΤΑΙ «ΑΡΙΣΤΕΡΑ» ΧΩΡΙΣ «ΦΑΣΙΣΤΕΣ»;)

Στην εποχή της «πολιτικής ορθότητας» οι λέξεις τείνουν να χάσουν τη σημασία τους. Μιλάμε με εξειδικευμένους όρους χωρίς να λέμε επί της ουσίας τίποτα, τουλάχιστον τίποτα που ν’ αξίζει να διασώσει ο ιστορικός του μέλλοντος. Άλλωστε ελάχιστα δεν έχουν ειπωθεί από την Αρχαιότητα ως σήμερα. Επιπλέον δήθεν για να καταφέρουμε να σταθούμε στον διεθνή ανταγωνισμό καταστρέφουμε συστηματικά την μοναδική γλώσσα στην οποία ο χρήστης της μπορεί να εκφραστεί με όση ακρίβεια επιθυμεί. Πρέπει, λενε, να μάθουμε την Αγγλική η οποία είναι απλούστερη της Ελληνικής και την οποία συνεχώς την απλουστεύουν. Βέβαια ακόμη και στην περίπτωση της Ελληνικής γλώσσας οι περισσότεροι (δυστυχώς) διδάσκονται μηχανικά την χρήση της και δεν μπαίνουν στην πρόκληση ν’ ασχοληθούν και με την προέλευση (ετυμολογία) των λέξεων της (η οποία τελικά προσδιορίζει και την ορθογραφία τους).

Η σκοπιμότητα για κάτι τέτοιο δεν είναι η διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ κρατών και ανθρώπων, αλλά η σταδιακή μετατροπή μας σε άλογα και χωρίς σκέψη όντα. Γιατί αν συνεννοούμαστε στα Ελληνικά χωρίς να μιλάμε την Ελληνική χρησιμοποιώντας Αγγλικούς όρους ή μπασταρδεμένους από την «πολιτική ορθότητα» απλά επικοινωνούμε χωρίς να σκεφτόμαστε. Αμβλύνουμε τα νοήματα των λέξεων τόσο που στο τέλος να μην σημαίνουν τίποτα ή και ακόμη να σημαίνουν το εντελώς ανάποδο απ’ ότι στην αρχή. Ωστόσο, κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να συμβεί (και έχει συμβεί) καθώς η γλώσσα ως κάτι το ζωντανό βρίσκεται σε συνεχή διαμόρφωση. Τώρα, όμως, αυτό συμβαίνει σκόπιμα μόνο και μάλιστα σκόπιμα.

Για παράδειγμα προκειμένου να «κοιμόμαστε πιο ήσυχα» μετεξελίξαμε σταδικά τους ανάπηρους (οποιασδήποτε μορφής) σε «Άτομα Με Ειδικές Ανάγκες» και εσχάτως σε «Άτομα Με Ειδικές Δεξιότητες». Είναι προφανές σε οποιονδήποτε κάτσει και το σκεφτεί ότι τα «Άτομα Με Ειδικές Ανάγκες» δεν έχουν καμία «ειδική δεξιότητα» κάτι που να μπορεί για παράδειγμα να κάνει κάποιος σε αναπηρικό καροτσάκι σε σχέση μ’ έναν αρτιμελή που κάθεται και αυτός σ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι. Αν με τον όρο «ειδική δεξιότητα» θέλαμε απλώς να υποδηλώσουμε ότι και όσοι από ανάγκη χρησιμοποιούν αναπηρικό καροτσάκι είναι σε θέση ν’ αθλούνται όπως και οι αρτιμελείς αλλά με διαφορετικό τρόπο, τότε ο συνδυασμός λέξεων που επιλέξαμε για να το δηλώσουμε είναι απλά αποτυχημένος.

Προκειμένου, όμως, να είναι επιτυχής η συγκεκριμένη προσπάθεια έπρεπε να χάσουν την σημασία τους οι κάθε λογής «ταμπέλες» και προσδιορισμοί. Έπρεπε, δηλαδή, να «σχετικοποιηθούν» ως προς το περιεχόμενο (τη σημασία) τους. Αυτό επιτεύχθηκε εν μέρει λόγω της αμορφωσιάς και της αναπαραγωγής μυθευμάτων που βολεύουν αφού λίγοι μπαίνουν στον κόπο να διαβάσουν από το πρωτότυπο. Για παράδειγμα ο Άνταμ Σμίθ έχει χαρακτηριστεί από τους Γερμανούς μεταφραστές του ως οπαδός του «laissez faire laissez passer» όταν από την ανάγνωση του «Πλούτου των Εθνών» δεν προκύπτει τίποτα τέτοιο. Στη σύγχρονη εποχή έχουμε μάθει να μην αμφισβητούμε αυτό που ακούμε, γιατί η αμφισβήτηση προϋποθέτει την σκέψη και αυτή η τελευταία είναι μια διαδικασία η οποία να εφαρμοστεί σωστά μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα που δεν μας αρέσουν. Για να το θέσω πιο σωστά: έχουμε μάθει ν’ αμφισβητούμε μόνον ότι δεν ταιριάζει μ’ αυτά που θεωρούμε ως δεδομένα (ότι ισχύουν ή πρέπει να ισχύουν). Εξετάζουμε την πραγματικότητα μέσα από τα «γυαλιά» της πολιτικής μας τοποθέτησης (η οποία είναι υποκειμενική) και όχι με βάση την λογική.

Η «σχετικοποίηση» του περιεχομένου των λέξεων δεν θα είχε κατορθωθεί αν δεν βασιζόταν στον αναπόδεικτο ισχυρισμό (στην μπαρούφα) της «Ηθικής Προόδου». Ο συλλογισμός ήταν τόσο απλοϊκός (και γι’ αυτό μεγαλοφυής) όσο χρειαζόταν για να ενσωματωθεί από απλοϊκά μυαλά που παράγει με μεγάλη επιτυχία το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα. Για παράδειγμα ο «Αριστερός» πολιτικός που βασίζει την εκλογική του επιτυχία στην επίκληση των πλέον «ταπεινών» συναισθημάτων, που οδηγεί μέχρι να πάρει την εξουσία την χώρα του στον εμφύλιο, που άλλα υπόσχεται και κάνει ακριβώς τ’ αντίθετα όταν πάρει την Αρχή ΔΕΝ ονομάζεται «λαϊκιστής», «λαοπλάνος», «οπορτουνιστής» ή όπως αλλιώς αλλά αποκαλείται «πραγματιστής», «υπεύθυνος», «άνθρωπος που είχε αυταπάτες (αλλά δεν έχει πια)» και «σοσιαλδημοκράτης». Και το χειρότερο είναι πως υπάρχουν και κάποιοι που θεωρούν ότι ο συγκεκριμένος «Αριστερός» πολιτικός ΔΕΝ οφείλει ούτε μια «συγγνώμη» στους πολιτικούς του αντιπάλους τους οποίους κακομεταχειρίστηκε όπως κάθε φορά μπορούσε γιατί απλά «έτσι είναι η πολιτική».

«Έχει χαθεί η τσίπα (ντροπή)» θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς. Όπως ανέφερα, όμως, παραπάνω αφού η Ανθρωπότητα «προοδεύει» αναγκαστικά μεταβάλλεται και η σημασία των «ταμπελών» και προσδιορισμών που χρησιμοποιούμε. Έτσι ο Τσίπρας δεν είναι κάποιος χωρίς τσίπα, αλλά είναι «σοσιαλδημοκράτης». Βέβαια για τους original Αριστερούς ο «οπορτουνιστής» και ο «σοσιαλδημοκράτης» από παληά είναι έννοιες ταυτόσημες οπότε η περίπτωση αυτή τους «δικαιώνει». Ωστόσο, στην πολιτική οι παρατάξεις προσδιορίζονται τόσο σε σχέση με τις επιδιώξεις τους όσο και σε σχέση με τις αντίπαλες/ανταγωνίστριες παρατάξεις.

Εκτός όμως από τον προσδιορισμό τους οι παρατάξεις έχεουν «ανάγκη» κατά καιρούς να κοντράρονται με τις αντίπαλες/ανταγωνίστριες παρατάξεις προκειμένου έτσι να συσπειρωθούν καταπολεμώντας έτσι την χαλαρότητα και την ομογενοποίηση. Κατά καιρούς η κόντρα πρέπει να λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις κυρίως σε λεκτικό επίπεδο, ενώ αν «πέσουν και τίποτα ψιλές» ακόμη καλύτερα. Τότε το κλίμα συμπάθειας προς τον παθόντα σε σχέση πάντα με την συγκυρία (timing για τους Ελληνάρες) δημιουργούν την πλεόν ευνοϊκή συγκυρία πολιτικής εκμετάλλευσης. Άσε που τονίζεται και η «διαφορετικότητα» μας σε σχέση με τους «άλλους» την ίδια στιγμή που προβάλλεται εκ νέου στους ψηφοφόρους κατά περίπτωση η «Αριστεροσύνη» ή η «Εθνικοφεοσύνη» μας. Έτσι ή αλλιώς φταίχτης είναι πάντα ο «άλλος» (αν δεν με πιστεύετε διαβάστε Καμύ).

Ο Μάρξ είχε γράψει ότι η Ιστορία πρώτα επαναλαμβάνεται ως τραγωδία και έπειτα ως φάρσα. Δεν έγραψε όμως τίποτα για όταν η Ιστορία φαίνεται να μας ειρωνεύεται αντιστρέφοντας τους ρόλους του θύτη και του θύματος. Δεδομένου, όμως, ότι η Ιστορία είναι μια φαντασιακή επένδυση και όχι ο σκηνοθέτης της ζωής μας η αντιστροφή των ρόλων οφείλεται στις συνειδητές επιλογές μας. Οι οποίες επιλογές μας καθορίζονται από την θέση μας. Για παράδειγμα άλλες επιλογές κάνει μια παράταξη (ένα κόμμα) στην Αντιπολίτευση και άλλες όταν είναι στην Κυβέρνηση.

Ας υποθέσουμε ότι έχουμε ένα μικρό κόμμα το οποίο δίνει συνεχή μάχη για την είσοδο του στην Βουλή (η οποία του εξασφαλίζει μεγαλύτερη δημοσιότητα και λεφτά). Όσο μικρότερο είναι και όσο περρισσότερο αγκομαχά για να μπει στην Βουλή τόσο πιο μαχητικό και ριζοσπαστικό εμφανίζεται. Οργανώνει συγκεντρώσεις και εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία που του δίνεται για να προβάλλει την «διαφορετικότητα» του σε σχέση με τους «εχθρούς» του. Στην ανάγκη οργανώνει και αντισυγκεντρώσεις στις συγκεντρώσεις των αντιπάλων του. Είναι προφανές ότι η τακτική των αντισυγκεντρώσεων είναι από αντιδημοκρατική έως φασιστική και αυτό ανεξάρτητα ποιός την μετέρχεται (χρησιμοποιεί), γιατί η λογική της αντισυγκέντρωσης είναι η άρνηση του δικαιώματος να υποστηρίζεις μια άποψη. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να προβληθεί το επιχείρημα ότι κάποιες απόψεις ΔΕΝ έχουν δικαίωμα έκφρασης∙ ειδικά όταν αυτό το επιχείρημα απ’ αυτούς που στο παρελθόν έδωσαν μάχες για να έχουν το δικαίωμα να διαδηλώνουν τις απόψεις τους.

Απ’ αυτούς που έζησαν στο πετσί τους τ’ αποτελέσματα της δράσης του παρακράτους που χρησιμοποιούσε τη μέθοδο των αντισυγκεκντρώσεων για να δημιουργήσει προβοκάτσιες. Μόνο που τότε ήταν στην Αντιπολίτευση ενώ τώρα είναι από την άλλη πλευρά. Τότε τις υφίσταντο, τώρα τις χρησιμοποιούν. Και όταν δεν μπορούν να τις κάνουν (λόγω ανεπάρκειας μηχανισμού κινητοποίησης) τις ενισχύουν όπως μπορούν ενώ σε κάθε περίπτωση τις δυσφημούν με όποιο πρόσφορο μέσο. Είναι προφανές ότι η επιλογή της αντισυγκέντρωσης ως μέσου πολιτικού αγώνα δεν ταυτίζεται τόσο με συγκεκριμένα κόμματα παρά με παρατάξεις. Όσο, όμως, «πετυχημένη» είναι για όσους την μετέρχονται άλλο τόσο επικίνδυνη είναι για την Κοινωνία ειδικά σε «ρευστές» περιόδους γιατί έτσι απονοεχοποιείται η «δυναμική» αντίδραση/διεκδίκηση και απελευθερώνονται τα βίαια ένστικτα που πολύ δύσκολα τιθασεύονται. Επιπλέον σε καθεστώς «ανωνυμίας» (που εξασφαλίζει η κάλυψη του προσώπου) νοιώθεις πανίσχυρος και ατιμώρητος.     

Η πρόσφατη «επίθεση» στον Μπουτάρη είχε ενορχηστρωθεί αριστοτεχνικά. Θεωρητικά η επίθεση έγινε από ακροδεξιούς/φασίστες. Άλλωστε βίντεο που «ενοχοποιούσαν» τον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης για συγκεκριμένες δηλώσεις είχαν ανέβει σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες. Αυτό, όμως, ΔΕΝ αποδεικνύει ποιος τα είχε πράγματι δημιουργήσει και εν τέλει ενορχηστρώσει την «επίθεση». Ακόμη χειρότερα ήταν άσχετο αν όντως ο Μπουτάρης είχε κάνει τις συγκεκριμένες δηλώσεις γιατί πολύ απλά θα μπορούσε πολύ εύκολα να τις είχε όντως κάνει με βάση όσα κατά καιρούς έχει πεί. Είναι, για παράδειγμα, γνωστό πόσο εκτιμά τον Κεμάλ του οποίου διασώζεται το σπίτι όπου γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη. Είναι επίσης γνωστό πόσο θα ήθελε να μπορούσε να μετονομάσει τον δρόμο που βρίσκεται το συγκεκριμένο κτίριο σε οδό «Κεμάλ Ατατούρκ (πατέρα των Τούρκων)».

Προφανώς μέσω της επίθεσης ξεκάβλωσαν (εκτονώθηκαν) κάποιοι που τον θεωρούν ένοχο προδοσίας. Ωστόσο, αν εξετάσουμε το περιστατικό από αστυνομική άποψη θα δυσκολευτούμε να βρούμε τον ένοχο. Το ερώτημα που πρέπει ν’ απαντήσουμε είναι το κλασικό: «Ποιος είχε όφελος από το συγκεκριμένο συμβάν;» Δυστυχώς ΔΕΝ ήταν μόνον ένας ποιου ωφελήθηκε από την «επίθεση» στον Μπουτάρη.

  • Κατ’ αρχάς ωφελείται ο ίδιος επειδή ξαναβγαίνει στην επικαιρότητα την τόσο αναγκαία για την επανεκλογή του. Άλλωστε κάθε Δήμαρχος που σέβεται τον εαυτό του πρέπει τουλάχιστον μια φορά στην τετραετία να έρθει σε σύγκρουση με κάποιον ισχυρό ή να τον προπηλακίσουν. Έτσι ο Μπουτάρης δεν έκανε κάτι διαφορετικό απ’ ότι έκανε ο Βασιλόπουλος στην Ν. Φιλαδέλφεια.
  • Ο δεύτερος που ωφελήθηκε είναι η ίδια η Κυβέρνηση, η οποία βρήκε την ευκαιρία να υπενθυμίσει πρώτα στον εαυτό της και μετά στους ψηφοφόρους την «Αριστεροσύνη» της. Αυτό, άλλωστε, αποδείχτηκε και από την πρόταση που έκανε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στον Μπουτάρη να κατέβει (ουσιαστικά) υπό τη σημαία του στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές.
  • Ο τρίτος και τελευταίος ωφελημένος ήταν η Άκρα Δεξιά η οποία εμφανίστηκε ως τιμωρός των προδοτών. Έτσι κι αλλιώς καθένας καταλαβαίνει αυτό που επιθυμεί. Όλα όσα δεν συμφωνούν μ’ αυτό απλά αποβάλλονται από την γενική εικόνα.

Τέτοιου είδους κόλπα (προκλήσεις μέσω δηλώσεων και παρουσίες σ’ εκδηλώσεις που γνωρίζει ότι είναι ανεπιθύμητος) είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούν να επιβιώσουν πολιτικά χαμαιλέοντες «τύπου Μπουτάρη». Ο συγκεκριμένος δεν είχε κανένα πρόβλημα να δίνει κατά καιρούς την εντύπωση ότι συμμερίζεται διαφορετικές μεταξύ τους πολιτικές κομμάτων και σχηματισμών όπως το «Ποτάμι», η «ΔΗ.ΜΑΡ.», του «ΠΑ.ΣΟ.Κ.», του Στέφανου Μάνου και γενικά πήγαινε παντού όπου τον προσκαλούσαν και έβγαζε μ’ όλους φωτογραφίες μιλώντας θερμά για τους οικοδεσπότες. Είναι -όπως και ο Τσίπρας- άνθρωπος χωρίς πολιτικές καταβολές και περιεχόμενο. Γι’ αυτό και μπορεί εύκολα να υιοθετήσει ότι κάθε φορά βρίσκεται στην πολιτική μόδα. Άλλωστε είναι «τοπικός άρχοντας» (Δήμαρχος) σε δεύτερο (πολιτικό) πλάνο και όχι στην «κεντρική (πολιτική) σκηνή». (Για ένα κείμενο που ανακεφαλαιώνει κάποια περιστατικά από την πονηρή τακτική του Δημάρχου Θεσσαλονίκης πατήστε εδώ).

Όσα προκλητικά έχει πει θα ήταν ανάξια σχολιασμού αν τα έλεγε ο «κυρ Γιάννης». Λαμβάνουν, όμως, άλλη βαρύτητα όταν τα διατυπώνει ως «Δήμαρχος Θεσσαλονίκης». Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο λόγος της αήθους και κομπλεξικής επίθεσης μέσω facebook του Χάρυ Κλύνν στον Μπουτάρη το 2015 εξαιτίας των όσων είπε ο τελευταίος για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Προφανώς ούτε ο ταλαντούχος διασκεδαστής μπόρεσε να ξεχωρίσει πότε μιλά ο Μπουτάρης και πότε ο «Δήμαρχος Θεσσαλονίκης» και γι’ αυτό τον στόλισε με βαριούς χαρακτηρισμούς η χρήση των οποίων αποδείκνυε την ένδεια επιχειρημάτων για ν’ αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Μπουτάρη.

Τέλος δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε δυό σημαντικές παραμέτρους που ανέδειξε η συγκεκριμένη «επίθεση». Και οι δύο παράμετροι είναι αλληλένδετες και κατά την γνώμη μου αποδεικνύουν την πολιτική/αναλυτική μυωπία που διακατέχει τους περισσότερους από εμάς και η οποία οδηγεί αναγκαστικά σε επιφανειακή εξέταση (και άρα αντιμετώπιση) όσων συμβαίνουν.

  • Η πρώτη είναι ο χαρακτηρισμός των δύο νεαρών κατηγορουμένων ως «θρασύδειλων» επειδή εμφανιζόμενοι στο δικαστήριο ζήτησαν κλαίγοντας «συγγνώμη» από τον Γιάννη Μπουτάρη.
  • Η δεύτερη είναι η «άσφαιρη» επιχειρημάτων επίθεση που δέχτηκε ο Βασίλης Τσάρτας (ή όποιος έγραψε το κείμενο που ανέβηκε στο προφίλ του) για όσα αναρωτήθηκε δημόσια σχετικά με την «επίθεση» στον Μπουτάρη.

Σχετικά με το πρώτο υποτίθεται πως η στάση των δύο κατηγορουμένων μπροστά στον δικαστή αποδεικνύει ότι «οι φασίστες είναι τζάμπα μάγκες». Δεν τους περνά από το μυαλό το ενδεχόμενο να μην είναι εκ πεποιθήσεως φασίστες, να είναι για παράδειγμα κάποιοι «εθνικόφρονες» (με όποια σημασία δίνει κανείς στην λέξη) αγανακτισμένοι με την σημερινή κατάσταση την οποία χειροτέρευσε ποσοτικά και ποιοτικά ένας «οπορτουνιστής» που τους ξεγέλασε. Δεν είναι δύσκολο σε λίγο καιρό οι κάτοικοι της Μυτιλήνης (πρωτεύουσας της Λέσβου) να ξεσηκωθούν κατά των μεταναστών που σκόπιμα έφερε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην Χώρα. Όταν γίνει αυτό θα είναι προδοτική χαζομάρα να τους «βαφτίσει» όλους συλλήβδην «φασίστες».

Το ερώτημα αυτό τόλμησε να θέσει στο προφίλ του ο Β. Τσάρτας. Ειλικρινά δεν θεωρούσα πως είναι σε θέση να γράψει ένα τέτοιο κείμενο. Τελικά, όμως, αυτό δεν έχει και τόση σημασία καθώς δημοσιεύτηκε με τ’ όνομα του. Σε σχέση με προηγούμενα στα οποία εξέφραζε τα επιχειρήματα του, εδώ είχαμε απλώς την διατύπωση ενός ερωτήματος του τύπου: «Έχετε σκεφτεί αν είναι αγανακτισμένοι με όσα συμβαίνουν (και αντιδρούν έτσι);». Ο Βασίλης απάντηση δεν πήρε. Άλλωστε ΔΕΝ υπάρχει απάντηση στον προβληματισμό που έθεσε. Υπήρξαν, βέβαια, κάποια «απαξιωτικά» σχόλια του τύπου: «Όσο μεγάλος παίκτης ήσουν τόσο μικρός άνθρωπος είσαι.», τα οποία επί της ουσίας ΔΕΝ σημαίνουν απολύτως τίποτα.

Το ζήτημα είναι ποιος και με ποια κριτήρια (αντικειμενικά εννοείται) αποφασίζει ποια ερωτήματα τίθενται στην δημόσια συζήτηση; Γιατί οι «αγανακτισμένοι» όταν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν στην Αντιπολίτευση ήταν «κανονικοί» και τώρα είναι οι «γκρίζοι λύκοι» των φασιστών μεταμφιεσμένοι ως «αγανακτισμένοι»; Αν ο τρόπος αντιμετώπισης τόσο από τον Σ.Π. της «Αυγής» όσο και απ’ όσους του ζητούν να «βγάλει τον σκασμό» Δεν είναι φασιστικός, τότε τι την ευχή είναι; Τελικά ο ίδιος φτιάχνει το προφίλ του υποψήφιου Βουλευτή (αν επαληθευτούν οι φήμες) ή όσοι τον αντιμετωπίζουν έτσι;

Αντί επιλόγου στο σημερινό μακροσκελές σχόλιο αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα και εγώ ατιμώρητα να χρησιμοποιήσω τους απαξιωτικούς και χυδαίους χαρακτηρισμούς του Χάρυ Κλύνν για τον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης. Υποθέτω πως εγώ αντίθετα μ’ εκείνον θα τιμωρούμουν τόσο γιατί δεν είμαι επαγγελματίας υπερασπιστής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. όσο και γιατί πλέον ο Μπουτάρης δεν είναι απέναντι αλλά στην ίδια πλευρά με τον Τσίπρα (τουλάχιστον για όσο ο ασταθής χαρακτήρας του τού το επιτρέψει).

Υ.Γ.1. Όσοι προβληματίζονται λεκτικά για την επανεμφάνιση του εγχώριου φασισμού έχουν δύο επιλογές:

  • Είτε να κατανοήσουν πως η ανάδυση και η πτώση συγκεκριμένων ιδεολογιών ακολουθεί τις φάσεις του εκάστοτε οικονομικού κύκλου και να τελειώνουμε εδώ.
  • Είτε στην παραπάνω αιτία να συνυπολογίσουν και τις ευθύνες της σημερινής Κυβέρνησης τόσο για τις διχαστικές μεθόδους που ακολούθησε για ν’ ανέβει στην Εξουσία, όσο και για το πολιτικό φλερτ του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με την κοινοβουλευτική ομάδα της Χρυσής Αυγής.

Όλα τα υπόλοιπα ειδικά οι γενικόλογες αναφορές είναι δημοσιογραφία/σχολιασμός της πλάκας αντάξια/-ος «Αριστερών» της κακιάς ώρας (κατ’ όνομα μόνο). Όχι τίποτα άλλο, αλλά υποτίθεται ότι αυτοί ειδικά θα έπρεπε ν’ αναλύουν μ’ επιστημονικό τρόπο (δηλαδή με την λογική) τα δεδομένα καταλήγοντας σε δεσμευτικά γι’ αυτούς συμπεράσματα ακόμη και αν αυτά δεν τους βολεύουν.

Υ.Γ.2. Αν ο φασισμός και ο κομμουνισμός είναι στα δύο άκρα των επιλογών διακυβέρνησης και ο απαράβατος κανόνας στην Φύση είναι ότι αυτή τείνει στην ισορροπία, τότε είναι προφανές ότι ο φασισμός θα νικηθεί οριστικά ταυτόχρονα με την ήττα του κομμουνισμού. Μέχρι τότε (και αν φτάσουμε ποτέ στο σημείο αυτό) θα εναλλάσσονται στο προσκήνιο αναλόγως της φάσης του εκάστοτε οικονομικού κύκλου. Συνεπώς, είναι όχι μόνο εύκολο αλλά και χρήσιμο να προβλέπουμε μ’ ακρίβεια το χρονικό σημείο ανάδυσης τους στο «κοινωνικό και ιστορικό προτσές» που θα έλεγαν και οι Μαρξιστές.

Υ.Γ.3. Δεν είναι καθόλου μακριά η μέρα που ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θ’ αντιμετωπίσει τις ίδιες πρακτικές που χρησιμοποίησε στο παρελθόν. Τότε κανείς δεν θα μπορεί (και ενδεχομένως δεν θα θέλει) να τον βοηθήσει/σώσει. Όπως, άλλωστε, ξέρουμε όταν το τζίνι βγει μετά από χιλιάδες χρόνια από το μπουκάλι δεν ξαναμπαίνει καθόλου εύκολα πάλι μέσα.

 

26 Μάη 2018
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 3973 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΟΙΟΣ ΟΦΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΗΜΕΝΑ (ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΠΟΨΗ) ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ; (ΝΟΕΙΤΑΙ «ΑΡΙΣΤΕΡΑ» ΧΩΡΙΣ «ΦΑΣΙΣΤΕΣ»;)