Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΑΥΤΗ ΜΠΟΡΕΙ Νˊ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΛΟ (ΜΕΡΟΣ Βˊ).

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΑΥΤΗ ΜΠΟΡΕΙ Νˊ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΛΟ (ΜΕΡΟΣ Βˊ).

Είδαμε στο προηγούμενο μέρος ότι από την απαρχή του Καπιταλιστικού συστήματος ως και την έκτη δεκαετία του 20ου αιώνα, οι παραγωγικές σχέσεις (και συνεπώς οι οικονομικές και κοινωνικές) ελάχιστα είχαν διαφοροποιηθεί. Η μεγάλη αλλαγή επήλθε στίς αρχές της δεκαετίας του 1970 και σηματοδοτούνται από την κατάργηση της Συμφωνίας του Μπρέτον Γούντς. Εκείνη την περίοδο είχε ήδη φθάσει στο τέλος του ο κύκλος της οικονομικής μεγέθυνσης που είχε προκληθεί εξαιτίας της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης της Ευρώπης (μεγάλο μέρος της οποίας συντελέστηκε με αμερικάνικα κεφάλαια (Σχέδιο Μάρσαλ).

Μέχρι την κατάργηση της Συμφωνίας του Μπρέτον Γούντς η χρηματοπιστωτική λειτουργία ήταν σαφώς οριοθετημένη και πλήρως ελεγχόμενη. Το Κράτος αποδεχόμενο πλήρως τον κεντρικό ρυθμιστικό του ρόλο ασκούσε πλήρη εποπτεία στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας και μέσω της προοδευτικής φορολογίας (ανάλογα με το συνολικό εισόδημα) αλλά και με τις κοινωνικές παροχές αναδιένειμε το εισόδημα στο σύνολο της κοινωνίας. Από την δεκαετία του 1970 λοιπόν ο Καπιταλιστής ως επενδυτής είναι ολοένα και λιγότερο συνδεδεμένος με την χώρα καταγωγής του, μεταβαλλόμενος σιγά-σιγά σε κοσμοπολίτη. Έχοντας στη διάθεση του πληθώρα πλεονασματικού κεφαλαίου το οποίο έχει δανειστεί με χαμηλό επιτόκιο μπορεί να κατευθυνθεί οπουδήποτε στον κόσμο εντοπίσει και την παραμικρή έστω μείωση του κόστους παραγωγής. Ο χρυσός, πλέον, δεν καλύπτει την ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορεί (κανόνας του χρυσού) και το χρήμα αποσυνδεδεμένο από αυτόν καθίσταται πλέον και αυτό εμπόρευμα. Με τον τρόπο αυτό εντάσσονται στο παγκόσμιο οικονομικό καπιταλιστικό σύστημα πολυπληθείς χώρες οι οποίες στη φάση αυτή προσφέρουν φθηνό ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό. (π.χ. Κίνα, Πακιστάν, Ινδία).

Παράλληλα οι συνεχείς πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 δίνουν ουσιαστικά την «χαριστική βολή» στο σύστημα οικονομικής δραστηριότητας, που λειτουργούσε ως τότε στις ηγέτιδες καπιταλιστικές χώρες. Οι χώρες αυτές με διαφορετικό ρυθμό καθεμιά τους περνούν από το στάδιο της απο-βιομηχάνισης. Εργοστάσια κλείνουν και τις δουλειές των εργατών αντικαθιστούν αυτές των εμποροϋπαλλήλων, αφού πλέον στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες η κατανάλωση εισαγόμενων ειδών αντικαθιστά την βιομηχανική παραγωγή ως δραστηριότητα. Στις χώρες αυτές το χρηματοπιστωτικό σύστημα αυτονομήθηκε ουσιαστικά (αλλά και τυπικά μέσω των αλλαγών στην νομοθεσία) και απέκτησε το «πάνω χέρι» επιβαλλόμενος εύκολα και στην κοινωνία.

Από την παραπάνω διαδικασία επλήγη το σύνολο της κοινωνίας (ακόμη και αν για κάποιο χρονικό διάστημα ο σχηματισμός ενός ογκώδους στρώματος υπαλληλικού προσωπικού πρόσφερε αρκετές καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας). Το πλήγμα αυτό κατορθώθηκε σιγά-σιγά τόσο μέσω της διάλυσης των συνδικάτων (τα οποία εξαιτίας της απο-βιομηχάνισης έχαναν σταδιακά τη δύναμη τους) όσο και μέσω του περιορισμού του κοινωνικού ρόλου του Κράτους. Το δεύτερο κατορθώθηκε μέσω της ανάγκης τα κράτη να μειώσουν τα έξοδα τους προκειμένου να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τα δανεικά αυτά για δημόσιες επενδύσεις.

Μετά από αυτή την αργή διαδικασία το μόνο ισχυρό συνδικαλιστικά κομμάτι εργαζομένων ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι, των οποίων οι όποιες κινητοποιήσεις αντιμετωπίστηκαν ως στενά και καθαρά συντεχνιακές ή και ακόμα ως μάχες οπισθοφυλακής (δηλαδή ουσιαστικά χαμένες). Ωστόσο η διαδικασία αυτή δεν έλαβε μέρος με την ίδια ένταση σε όλες τις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Από την Βρεττανία της Μ. Θάτσερ και την απεργία ορόσημο των ανθρακωρύχων (οι οποίοι κέρδισαν τη μάχη χάνοντας όμως τον πόλεμο) ως την σημερινή Γαλλία (που ακόμα αντιστέκεται) οι διαφοροποιήσεις ήταν έντονες.

Παρά όμως τις αλλαγές αυτές, οι οποίες συνοδεύτηκαν και από μειώσεις της φορολογίας των επιχειρήσεων, δεν παρατηρήθηκε ουσιαστική αύξηση ούτε των θέσεων εργασίας (έτσι ώστε ν’ απορροφηθεί το πλεονάζων εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό) ούτε και φυσικά άνοδος του μισθολογικού (και συνεπώς και του βιοτικού) επιπέδου τόσο των μεσαίων όσο και των κατώτερων στρωμάτων. Ακόμη δε και αν στατιστικά παρατηρείται σε κάποιες περιπτώσεις ποσοστιαία άνοδος αυτή είναι ουσιαστικά αμελητέα, ειδικά συγκρινόμενη με την άνοδο του εισοδήματος των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων.

Δεδομένου ότι «ο έρωτας, ο βήχας και τα λεφτά δεν κρύβονται» και πώς κάποιοι ιδιαίτερα προβεβλημένοι δεν έκαναν ιδιαίτερη προσπάθεια να κρύψουν τα πλούτη τους, δημιουργήθηκε το κοινωνικό φαινόμενο του lifestyleμέσω του οποίου όσοι δεν είχαν την «τύχη» αυτών που πλούτισαν ένοιωθαν να παίρνουν κάτι από τη «λάμψη» τους κρατώντας και το δικό του όνειρο (να πλουτίσουν) ζωντανό. Μέσω της ιδιότυπης αυτής «κλειδαρότρυπας» από την οποία οι πλούσιοι άφηναν να περνά ότι αυτοί ήθελαν να προβάλλουν, κοινωνικοποιούνταν μεγάλα στρώματα του πληθυσμού, ελπίζοντας να είναι οι επόμενοι «τυχεροί» είτε του καπιταλιστικού συστήματος είτε των κληρώσεων των τυχερών παιχνιδιών (λαχεία, στοίχημα κ.λπ.). Εκείνη την περίοδο οι ιστορίες επιτυχίας επιβεβαίωναν τον κανόνα, ενώ στις παταγώδεις αποτυχίες των πλουσίων να παραμείνουν πλούσιοι οι ευθύνες ήταν των ίδιων και όχι του συστήματος.

Ακριβώς την ίδια περίοδο παρατηρείται και η δημιουργία μεγάλων πλεονασμάτων τα οποία αφού δεν μπορούν να τοποθετηθούν (επενδυθούν) στην παραγωγή, διοχετεύονται στο σύνολο της κοινωνίας μέσω παροχής χαμηλότοκων (σχετικά) δανείων με χαμηλή ή/και καθόλου εξασφάλιση (υποθήκη). Ο δανεισμός αυτός τροφοδότησε μια μεγαλύτερη μεγέθυνση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος ακόμα και αν αυτή βασίστηκε στην κατανάλωση εισαγόμενων ειδών.        

Ωστόσο το life style εκτός της κοινωνικοποίησης (η οποία δεν είχε αποτέλεσμα σε όλους) ανεδείκνυε ταυτόχρονα και το χάσμα που υπήρχε μεταξύ των ανώτερων εισοδηματικά στρωμάτων και των υπολοίπων. Δυστυχώς για τους «απολογητές» του καπιταλιστικού συστήματος οι ανισότητες μεταξύ των στρωμάτων της κοινωνίας (μιάς και τα όρια των «τάξεων» είχαν αρχίσει να γίνονται δυσδιάκριτα και ο σαφής διαχωρισμός ολοένα και δυσκολότερος) αύξαναν αντί να μειώνονται ακόμη και όταν υπήρχε μεγάλη αύξηση του Α.Ε.Π. Σύντομα όμως έγινε κατανοητό ότι ακόμη και οι πλούσιοι όφειλαν την «ευημερία» τους περισσότερο στον χρηματοπιστωτικό τομέα μέσω του οποίου χρηματοδοτούσαν την καλοπέραση τους και όχι στην επαγγελματική τους δραστηριότητα.

Έχουμε πλέον εισέλθει στην εποχή που κυρίαρχος της καπιταλιστικής λειτουργίας είναι πλέον το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και ειδικά αυτό που θ’ αποκαλείται από δώ και πέρα «σκιώδες». Πρόκειται στην ουσία για τα κεφάλαια των συνταξιοδοτικών ταμείων, τις εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων και γενικότερα για οτιδήποτε δεν περνά μέσα από τις παραδοσιακές τραπεζικές λειτουργίες και πρακτικές. Σιγά-σιγά με την και οι τράπεζες είτε υιοθέτησαν τις πρακτικές αυτές, ή/και ανέλαβαν για λογαριασμό των «επενδυτικών» αυτών οργανισμών την «επένδυση» ή την διαχείριση των κεφαλαίων αυτών.

Ο μη παραγωγικός και γι’ αυτό «αεριτζίδικος» τρόπος διαχείρισης των κεφαλαίων αυτών ήταν αυτός που έκανε δυνατή την πραγματοποίηση μεγάλων (καμιά φορά τεράστιων) κερδών (αποδόσεων) με βάση τις οποίες μοιράζονταν κάθε χρόνο στους διαχειριστές τους υπερβολικά μπόνους δεκάδων έως και εκατοντάδων εκατομμυρίων. Ενώ φαίνεται με πρώτη ματιά ως μία επενδυτική δραστηριότητα είναι στην ουσία παρασιτική, γιατί οι υψηλές αποδόσεις των κεφαλαίων αυτών (που στην επιχειρηματική γλώσσα θα ονομαστούν «θεσμικοί») δεν προκύπτουν τις περισσότερες φορές από μιά ομαλή παραγωγική διαδικασία αλλά από τη συνεχή αγορά και πώληση μετοχών με κύριο (αν όχι μοναδικό) κριτήριο τις αποδόσεις τους.

Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω (το οποίο δυστυχώς έγινε κατανοητό σχετικά αργά) είχαμε την μεταβολή της σχέσης εξάρτησης μεταξύ των εργοδοτών και των εργαζομένων. Μέχρι τότε (δεκαετία του 1970) οι εργοδότες χρηματοδοτούνταν από τις τράπεζες προκειμένου να δημιουργήσουν ή/και να επεκτείνουν τις δουλειές τους προσλαμβάνοντας εργαζόμενους για την παραγωγή, διακίνηση και εμπορία των προϊόντων. Τις μεταξύ των τριών παραγόντων σχέσεις διαμεσολαβούσε το Κράτος. Από το 1970 και μετά ολοένα σημαντικότερο ρόλο αναλαμβάνει ο τομέας που παραπάνω ως «σκιώδης» ο οποίος αναλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο ποσοστό της χρηματοδότησης Κρατών και επιχειρήσεων πιέζοντας τα μεν Κράτη για περικοπές, τις δε επιχειρήσεις για μεγαλύτερα κέρδη (και άρα μερίσματα). Οι πιέσεις αυτές οδήγησαν με τη σειρά τους στην επένδυση σε τίτλους αξιών και όχι στην παραγωγή, σε απολύσεις και αύξηση της ανεργίας. Την ίδια στιγμή και στ’ όνομα της χαμένης ανάπτυξης ξεκινούσε η δήθεν απελευθέρωση της αγοράς εργασίας η οποία στην πράξη οδηγούσε σε απορύθμιση των παραδοσιακά δομημένων σχέσεων αλληλεξάρτησης, χωρίς να φέρει τα αποτελέσματα που οι υπερασπιστές της απελευθέρωσης είχαν υποσχεθεί. Όσο τ’ αποτελέσματα ήταν (και είναι) κατώτερα των προσδοκιών, τόσο οι πιέσεις για περισσότερη «απελευθέρωση» και «ελαστικοποίηση» των εργασιακών σχέσεων μεγάλωναν. Άλλωστε αυτή είναι και η κατάσταση που βιώνουμε σήμερα στη χώρα μας.

Ο Καπιταλισμός στη φάση αυτή λειτουργεί ως οδοστρωτήρας θυμίζοντας ένα δυνατό μα κακομαθημένο παιδί που θα συνεχίσει να κάνει δύσκολη τη ζωή των υπολοίπων (προκαλεί καταστροφές) όσο οι γονείς του αρνούνται να το περιορίσουν ασκώντας του στενό έλεγχο. Όλοι κατανοούν την ανάγκη να «γίνει κάτι» αλλά είτε δεν ξέρουν τι, είτε δεν συμφωνούν στο τι πρέπει να γίνει. Δεν υπάρχουν ούτε δεδομένες αλλά ούτε και εύκολες λύσεις. Από τη μιά πρέπει να συνεννοηθούν τα κράτη μεταξύ τους σχετικά με τον έλεγχο των «φορολογικών παραδείσων» (με τους οποίους θ’ ασχοληθούμε σε άλλο κείμενο μας) και την αποκατάσταση μιάς ισορροπίας μεταξύ Κράτους, χρηματοπιστωτικού κλάδου, εργοδοτών και εργαζομένων. Δηλαδή η ρύθμιση της κοινωνικής ισορροπίας η οποία είναι απαραίτητη για να υπάρξει οικονομική ευημερία.

Ωστόσο αν και (τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο) τα πράγματα για τα κράτη και τους υπερεθνικούς οργανισμούς είναι μάλλον δεδομένα, αυτό δεν σημαίνει ότι το περιεχόμενο της αναθεώρησης του πολιτικού μας συστήματος όπως και του περιεχομένου των κοινωνικών σχέσεων είναι δεδομένο. Σημαντικό ρόλο θα παίξουν οι επιδιώξεις αυτού που σχηματικά καλούμε «κοινωνία των πολιτών» η οποία περιλαμβάνει τόσο όλους μας ατομικά όσο και κάθε οργάνωση πολιτών.

Πολλά έχουν γραφτεί σχετικά με το θέμα αυτό, ωστόσο αν θα έπρεπε να κάνουμε μία επιλογή θα έπρεπε ν’ ασχοληθούμε με το έργο των Αλαίν Τουρέν και Κορνήλιου Καστοριάδη.

Ο πρώτος (Αλέν Τουρέν) ως κοινωνιολόγος στο πιό πρόσφατο έργο του «Μετά την κρίση, από την κυριαρχία των αγορών στην αναγέννηση της κοινωνίας» εκδόσεις «Μεταίχμιο», μετά την ανάλυση που παρουσιάσαμε παραπάνω καταλήγει στο συμπέρασμα ότι καθένας μας ατομικά πρέπει να συνειδητοποιήσει την κατάσταση του καθώς και τι πρέπει να κάνει, αλλά η δραστηριοποίηση του για την διεκδίκηση αυτών των αλλαγών πρέπει να γίνει συλλογικά.

Ο δεύτερος (Κορνήλιος Καστοριάδης) σταθερά πίστευε στην αυτοοργάνωση και την αυτοθέσμιση της κοινωνίας η οποία φυσικά θα προέλθει από τους αγώνες καθενός μας και όλων μαζί. Φυσικά απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η συνειδητοποίηση από μέρους μας της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε (ατομικά και συλλογικά). Για όποιον θα ήθελε να εμβαθύνει περισσότερο στη σκέψη του Καστοριάδη καλό θα ήταν να διαβάσει μεν την «Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» εκδόσεις «Κέδρος», και επειδή αυτό το βιβλίο μπορεί να του φανεί «βαρύ» και δύσκολο μπορεί εναλλακτικά να διαβάσει οποιοδήποτε άλλο έργο του ή/και συνέντευξη του, καθώς όλο του το έργο και η ζωή διαπνέονται από τις παραπάνω ιδέες.

Συμπερασματικά αν και είναι δεδομένη η κατάσταση που βιώνουμε σήμερα και είναι επίσης δεδομένο τι δεν πρέπει να συνεχίσει να γίνεται, ωστόσο δεν πρέπει να υπάρξουν έτοιμες λύσεις που θα επιβληθούν «από τα πάνω». Αν γινόταν αυτό ο πολίτης δεν θα είχε καμία ευθύνη για την σωστή λειτουργία της νέας κοινωνικής οργάνωσης, αφού αυτή θα του είχε επιβληθεί έτοιμη από άλλους. Εμείς (δηλαδή οι πολίτες) θα πρέπει να δώσουμε νόημα και περιεχόμενο (νοηματοδοτήσουμε) τους θεσμούς που θα θέλαμε να ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή. Δεν θα πρέπει άλλωστε να λησμονούμε το παράδειγμα της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας η οποία μεγαλούργησε μόνο όσο οι πολίτες μετείχαν ενεργά, ενώ μετά αν και τυπικά ήταν «Δημοκρατία» είχε καταντήσει ουσιαστικά ολιγαρχία.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

 

28 Οκτώβρη 2014.
παρατηρητής1.

Διαβάστηκε 10929 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΑΥΤΗ ΜΠΟΡΕΙ Νˊ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΛΟ (ΜΕΡΟΣ Βˊ).