Σ’ αυτό θ’ ασχοληθούμε με την αντίπερα σχολή οικονομκής σέψης (και δράσης όποτε της δίνεται η ευκαιρία να επηρρεάζει τς εξελίξεις) η οποία εκπροσωπείται αποκλειστικά από τον Τζών Μέυναρντ Κέυνς. Ο Κέυνς παρότι πολιτικά ανήκε στους Συντηρητικούς ήταν έντιμος επιστήμονας. Ήταν προσκολημένος στην αλήθεια που προέκυπτε από τα δεδομένα και δεν δίστασε ν’ αναγνωρίσει την πλάνη του (σ’ αντίθεση με άλλους συναδέλφους του) όταν τα δεδομένα δεν επαλήθευαν την κλασική και μη αμφισβητούμενη ως τότε οικονομική θεωρία. Συνέπεια του έργου του ήταν η δημιουργία συνταγών για την αντιμετώπιση των οικονομικών υφέσεων και κρίσεων, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις τους στην οικονομία και την κοινωνία.
Παρά το γεγονός ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει χάσμα μεταξύ του δασκάλου και των συνεχιστών/οπαδών του ωστόσο όσο απομακρυνόμασταν χρονικά από την δεκαετία του 1930 και οι μνλημες της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης του 1929 ξεθώριαζαν, υπήρξε μιά διαφοροποίηση στη «Κεϋνσιανή σχολή». Ένα παρακλάδι της σχολής προσπάθησε να συμβιβάσει την κλασική θεωρία με τον Κέυνς και να δημιουργήσει ένα μη αντικρουόμενο ενιαίο σύνολο. Στην προσπάθεια του αυτή έφτασε να υποστηρίζει κοινές με την κλασική σχολή θέση κυρίως σε ότι αφορά τους μισθούς και την αγορά εργασίας. Στα κείμενα που θ’ ακολουθήσουν θ’ ασχοληθούμε με το «αρχικό και κυρίαρχο ρεύμα» της σχολής που αντανακλά πλήρως την οικονομική και κοινωνική σκέψη του «ιδρυτή» της.
Σ’ αντίθεση με το κείμενο μας για τον Φιλελευθερισμό θα υπάρξουν πάνω από ένα κείμενα για την «Κεϋνσιανή σχολή» (την οπτική της καθώς και τις λύσεις που προτείνει). Επειδή όμως η «Κεϋνσιανή σχολή» δομήθηκε στην αντίθεση της με την ερμηνεία των οικονομικών φαινομένων της κλασικής σχολής, μέσα από τα κείμενα θα προκύπτουν οι απόψεις και των δύο σχολών. Έτσι μόνο τυπικά τα επόμενα κείμενα θα είναι αφιερωμένα στην «Κεϋνσιανή σχολή».
Η «Κεϋνσιανή σχολή» οικονομικής σκέψης.
Η διαφορά ανάμεσα στα αποτελέσματα που προέκυπταν από τη στατιστική επεξεργασία των δεδομένων της Βρεττανικής (αλλά και των υπολοίπων οικονομιών) με τις προβλέψεις της κλασικής Οικονομικής Θεωρίας έδωσε το ερέθισμα στον Τζών Κέυνς να σκεφθεί την λειτουργία του οικονομικού κυκλώματος από το μηδέν χωρίς να θεωρεί apriori (από τα πριν) τίποτα δεδομένο. Καρπός αυτής της διαδικασίας ήταν το κλασικό πλέον βιβλίο του με τίτλο: «Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του τόκου και του Χρήματος». Στην εισαγωγή του βιβλίου αυτού ο Κέυνς αναλύει τα προβλήματα ως πανεπισττημιακός ερευνητής αλλά και καθηγητής συνάντησε σχετικά με την αδυναμία επαλήθευσης της κλασικής οικομικής θεωρίας μέσω των οικονομικών στοιχείων που είχε στα χέρια του και ζητά συγγνώμη από τον αναγνώστη του γιατί ο ίδιος δεν τα είχε εξακριβώσει νωρίτερα και συνέχιζε να διδάσκει ως σωστά όσα φαίνονταν να ισχύουν μόνο σε μια συγκεκριμένη οικονομική συγκυρία και όχι σε κάθε περίπτωση.
Ο αντίκτυπος αυτής της ανακάλυψης στην ακαδημαϊκή οικονομική κοινότητα ήταν μεγάλος. Η παραδοχή ότι η κλασική οικονομική θεωρία δεν ίσχυε πάντα ήταν απαράδεκτη αφού πάνω στα αξιώματα της ήταν δομημένη η οικονομική σκέψη και πρακτική. Συνεπώς έπρεπε τα δεδομένα που υποστήριζαν την «αιρετική» αυτή άποψη όχι μόνο να είναι λανθασμένα (να τα είχαν επεξεργαστεί ή ερμηνεύσει «λάθος»), αλλά και με την «σωστή» επεξεργασία/ερμηνεία τους από τους οικονομολόγους της κλασικής σχολής να την επιβεβαιώνουν πλήρως.
Ο Κέυνς έχοντας ξοδέψει πολύ χρόνο στην επεξεργασία των δεδομένων είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως η μοναδική στιγμή που ισχύει πλήρως (και συνεπώς επιβεβαιώνεται) η κλασική οικονομική θεωρία είναι όταν υπάρχει «πλήρης απασχόληση». Σ’ αυτή την οικονομική συγκυρία η οικονομία χαρακτηρίζεται από την επίτευξη της πλήρους παραγωγής που θα ήταν απαραίτητη για να καλύψει πλήρως τη ζήτηση καθώς και από την «πλήρη απασχόληση». Βέβαια ο ρόλος «πλήρης απασχόληση» έχει ελαφρώς διαφορετικό περιεχόμενο (όπως και άλλοι όροι επίσης) για τους οικονομολόγους και διαφορετικό για τους υπόλοιπους καθημερινούς ανθρώπους. Μόνο και μόνο από τον ορισμό (βλέπε εδώ) αποδεικνύεται η διαφορά οπτικής ανάμεσα σε οικονομολόγους και καθημερινούς ανθρώπους. Πλήρη απασχόληση έχουμε την χρονική στιγμή κατα την οποία όποιος επιθυμεί να εργαστεί (και για όσες ώρες επιθυμεί) μπορεί να βρεί δουλειά που ν’ ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του. Βέβαια πάντα υπάρχει ένα «φυσικό ποσοστό ανεργίας» το οποίο αντιπροσωπεύει τις ανακατατάξεις στην οικονομία. Π.χ. η μείωση της σημασίας της βιομηχανικής παραγωγής σε σχέση με την μεταποίηση δημιουργεί ανεργία (διαρθρωτική) στους βιομηχανικούς εργάτες την ίδια ώρα που αυξάνεται η ζήτηση για εργαζόμενους στην μεταποίηση. Απόρροια του ορισμού αυτού είναι η «ανάγκη» του προσδιορισμού των «φυικών» (δηλαδή ανεκτών) ποσοστών της ανεργίας ο οποίος όμως προσδιορισμός δεν προκύπτει μέσω κα΄ποιου τύπου της κλασικής οικονομικής θεωρίας, παρά μόνον εμπειρικά. Ο ορισμός της «πλήρους απασχόλησης» απαιτεί όμως και μιά άλλη αναγκαία προϋπόθεση για να ισχύει και να μην καταρρεύσει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Πρέπει επίσης η κυκλική ανεργία να είναι μηδέν. Κυκλική ανεργία είναι η ανεργία που προκαλείται εξαιτίας της μείωσης της ζήτησης για κάποια προϊόντα ή/και υπηρεσίες (βλέπε εδώ) και η οποία φυσικά υποδηλώνει ότι η οικονομία δεν βρίσκεται σε «πλήρη απασχόληση» (αλλιώς η προσφορά θα εξισορροπούσε την ζήτηση).
Φυσικά όλα τα παραπάνω -όπως και κάθε άλλη καατάσταση ισορροπίας στο κλασικό οικονομικό μοντέλο- ισχύουν μόνο για την κάθε φορά «σωστή τιμή» ή αλλιώς την γνωστή σ’ όλους μας «τιμή ισορροπίας». Ως «τιμή ισορροπίας» (βλέπε εδώ) θεωρούμε αυτήν που τόσο ο πωλητής όσο και ο αγοραστής θεωρούν εύλογη ο μεν πρώτος για να πουλήσει, ο δε δεύτερος για ν’ αγοράσει ένα προϊόν ή/και μια υπηρεσία. Επίσης αυτά με τη σειρά τους (όπως άλλωστε και κάθε απόφαση στα πλαίσια της κλασικής θεωρίας) προϋποθέτουν ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι λαμβάνουν ενσυνείδητα τις σχετικές αποφάσεις βασιζόμενοι στην ορθολογική εξέταση και αξιολόγηση των διαθέσιμων σ’ αυτούς πληροφοριών, οι οποίες (φυσικά) είναι το ίδιο διαθέσιμες σ’ όλους.
Όπως είναι κατανοητό στο σύμπαν της κλασικής θεωρίας όλοι ενεργούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δεν υπάρχουν απατεώνες και όλοι έχουν την ίδια πρόσβαση στις ίδιες πληροφορίες (απουσιάζει η «εμπιστευτική» ή «εσωτερική πληροφόρηση»). Είναι λοιπόν προφανές ότι εξ’ ορισμού η κλασική οικονομική θεωρία είναι χαμένη. Παρ’ όλα αυτά οι οπαδοί της με πίστη φανατικού θρησκευόμενου προσπαθούν πάντα να βρούν τα δεδομένα που την επιβεβαιώνουν, ενώ για κάθε πρόβλημα προτείνουν ακριβώς το ίδιο φάρμακο: «αφήστε την αγορά ελεύθερη και αυτή αυτορυθμιζόμενη θα ισορροπήσει και θα λειτουργήσει (τελικά) αποτελεσματικά».
Στην άλλη όχθη άνθρωποι σαν τον Κέυνς πασχίζουν να διαχειριστούν την κατάσταση συμμαζεύοντας τ’ ασυμμάζευτα και συμβιβάζοντας τ’ ασυμβίβαστα. Σκοπός τους δεν είναι ν’ ανατρέψουν το σύστημα (αυτό θα ήταν αρκετά ευκολότερο), αλλά να το κάνουν αποδοτικότερο και λειτουργικότερο για όλους. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τα οφέλη (κέρδη) από την οικονομική δραστηριότητα πρέπει να φτάνουν (διαχέονται) σε μεγαλύτερο βαθμό πρός τα «κάτω». Κάτι τέτοιο όμως δεν γίνεται σε καμιά περίπτωση χωρίς αντιδράσεις και μάλιστα σοβαρές, καθώς αυτοί που κυριαρχούν στην κοινωνική διαστρωμάτωση δεν είναι διατεθειμένοι να μοιραστούν με κανέναν την κυριαρχία τους.
Βέβαια είναι ευκολότερο να πείσεις κάποιους να μοιραστεί προς τα κάτω (διαχυθεί, αναδιανεμηθεί) μεγαλύτερο κομμάτι του Εθνικού Εισοδήματος όταν η οικονομία βρίσκεται σε φάση μεγέθυνσης παρά όταν έχει εισέρθει σε υφεσιακή τροχιά η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε κρίση. Κρίνοντας από τις επιπτώσεις της αναδιανομής (όταν αυτή έχει σχεδιαστεί σωστά το αποτέλεσμα είναι και στις δυο περιπτώσεις θετικό. Στην πρώτη περίπτωση η αναδιανομή επιτυγχάνει την αύξηση της κατανάλωσης του νοικοκυριού και άρα την βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης του, ενώ στην δεύτερη συντελεί στην συγκράτηση του επιπέδου διαβίωσης του νοικοκυριού μέσω της αποτροπής της μεγάλης συρρίκνωσης της κατανάλωσης του.
Επιστημονικά η αναδιανομή του εισοδήματος καλείται «μεταβιβαστική πληρωμή». Οι μεταβιβαστικές πληρωμές επιτυγχάνονται άμεσα είτε μέσω παροχών/επιδομάτων/βοηθημάτων είτε έμμεσα μέσω φορολογικών ή άλλου τύπου ρυθμίσεων. Η νέο-Φιλελεύθερη σχολή σθεναρά αντιστέκεται σε πρακτικές αναδιανομής (ειδικά μέσω παροχών ή/και φορολογικών ρυθμίσεων) επισείοντας τον κίνδυνο των μειωμένων κρατικών εσόδων (άρα και του ελλείμματος) τα οποία έσοδα το κράτος θα πρέπει να καλύψει με δανεισμό αποτέλεσμα του οποίου θα είναι η αύξηση των εξόδων για τοκοχρεολύσια και συνεπώς η επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών.
Ωστόσο η εμπειρία έχει δείξει πως οι κρατικές δαπάνες (οποιουδήποτε τύπου) βοηθούν την οικονομική μεγέθυνση (ανάπτυξη) μέσω της λειτουργίας των λεγόμενων «πολλαπλασιαστών». Προκειμένου να μην μπλέξουμε με τους αντίστοιχους μαθηματικούς τύπους και τις μεταβλητές τους φτάνει να ορίσουμε ότι ο πολλαπλασιαστής είναι ο τύπος με τον οποίο υπολογίζουμε την επίδραση που θα έχει μια δημόσια δαπάνη στην οικονομία της χώρας σε μια δεδομένη περίοδο. Από την άλλη θα έπρεπε να είναι φανερό ότι η αύξηση του εισοδήματος των χαμηλότερων εισοδηματικά στρωμάτων είναι περισσότερο επωφελής για την οικονομία επειδή τα φτωχότερα νοικοκυριά ξοδεύουν όλο τους το εισόδημα και αποταμιεύουν ελάχιστα σε σχέση με τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα τα οποία κάνουν ακριβώς το αντίθετο όταν το εισόδημα τους αυξάνεται. Συνεπώς είναι φανερό πως από οικονομικής σκοπιάς ο πολλαπλασιαστής μιάς δαπάνης λαμβάνει την μεγαλύτερη τιμή του όταν η δαπάνη είναι με τέτοιον τρόπο σχεδιασμένη ώστε να κατευθύνεται στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Με τον τρόπο αυτό ο Κέυνς και οι επίγονοι του θεωρούν ότι βγαίνει η οικονομία από την ύφεση και την συνεπάκολουθη κρίση, αφού με βάση το σκεπτικό τους οι οικονομικές κρίσεις οφείλονται σε μειωμένη (για οποιονδήποτε λόγο) κατανάλωση. Έχοντας αυτά υπόψη του ο Κέυνς πρότεινε το θάψιμο σε συγκεκριμένα σημεία δοχείων με μετρητά τα οποία σε καιρούς κρίσης θα είχαν δικαίωμα να ξεθάψουν οι πολίτες (έναντι καταβολής κάποιου μικροποσού) και τα οποία (μετρητά) ως δικούς τους θησαυρούς θα μπορούσαν ελεύθερα να διαθέσουν. Κάτι ανάλογο πρότεινε και ο Φρήντμαν ο οποίος όμως για τον σκοπό αυτό προτιμούσε να ρίχνει «λεφτά από το ελικόπτερο». Βλέπουμε δηλαδή πως το «φάρμακο» σε καιρούς κρίσης ήταν πανομοιότυπο και για τις δύο σχολές. Ωστόσο υπήρχαν ακόμη και εκεί ουσιαστικές διαφορές, τίς οποίες θα εξετάσουμε στο επόμενο κείμενο μας.
25 Νοέμβρη 2014.
παρατηρητής 1.






















































































