Γενικά μιλώντας προκειμένου ένας απολογισμός να πάρει τον χαρακτήρα μιας ουσιαστικής λογοδοσίας απαιτεί μια αναλυτική παρουσία των πεπραγμένων μιας Διοίκησης. Αν αυτό είναι εύκολο σε επίπεδο σωματείου γίνεται απαιτητικότερο σε επίπεδο εταιρείας ή ακόμη και Κράτους (γιατί και τα Κράτη λογοδοτούν για την εκτέλεση των Προϋπολογισμών τους). Ειδικά στην τελευταία περίπτωση η λογοδοσία αν και αφορά αριθμούς και στατιστικές μεταβολές είναι αδύνατη αν δεν γίνεται τακτικά κατά την διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου.
Για παράδειγμα κάθε Δεκέμβρη ψηφίζεται-εγκρίνεται ο Προϋπολογισμός της επόμενης χρονιάς και την ίδια περίοδο τίθεται για ψήφιση-έγκριση ο Απολογισμός της προ-προηγούμενης χρονιάς (η εκτέλεση του Προϋπολογισμού). Φέτος για παράδειγμα εγκρίθηκε ο Προϋπολογισμός του 2024 και ταυτόχρονα εγκρίθηκε και η εκτέλεση του Προϋπολογισμού του 2022. Αν μεν και τα δύο έτη αφορούν την διακυβέρνηση της ίδιας Κυβέρνησης προφανώς δεν τίθεται κάποιο ζήτημα. Τι γίνεται, όμως, όταν ο Απολογισμός αφορά Προϋπολογισμό άλλης Κυβέρνησης τον οποίο τότε δεν είχε υπερψηφίσει το κόμμα που σήμερα κυβερνά;
Δυστυχώς ή ευτυχώς ο τρόπος που λογοδοτούν οι Κυβερνήσεις μας για τις οικονομικές αποφάσεις τους είναι επιφανειακός και ανούσιος έτσι ώστε δεν νοείται η καταψήφιση εκτέλεσης ενός Προϋπολογισμού τον οποίο η σημερινή Κυβέρνηση ως Αντιπολίτευση είχε καταψηφίσει. Το άρθρο που ακολουθεί και το οποίο αποτέλεσε την αφορμή του σημερινού κειμένου μας είναι πολύ κατατοπιστικό ειδικά στην κατεύθυνση της μετατροπής της λογοδοσίας σε μια ουσιαστική διαδικασία (κάτι που σε άλλα Κράτη θεωρείται δεδομένο και άρα φυσιολογικό).
Για την ανάγνωση του άρθρου του Κώστα Καλλίτση πατήστε εδώ.
30 Δεκέμβρη 2023
«πουθενάδες».






















































































