Έχουμε γράψει πολλές φορές στην σειρά μας αυτή σχετικά με τις βασικές οικονομικές αρχές που ισχύουν (είτε μας αρέσει είτε όχι) στην οικονομική δραστηριότητα. Το κακό ή το καλό (εξαρτάται από ποια πλευρά το βλέπεις) είναι ότι οι αρχές αυτές δεν επιδέχονται παραβίαση/τροποποίηση/αναθεώρηση γιατί στην περίπτωση αυτή το σύστημα καταρρέει. Ένας επιπρόσθετος λόγος για την διατήρηση ανά τους αιώνες των ίδιων αυτών κανόνων είναι ότι δεν συμφωνούν όλοι στην αλλαγή τους, κάτι που είναι απαραίτητο αφού η οικονομική αλληλεπίδραση (μικρότερη ή μεγαλύτερη) με τους γύρω μας είναι δεδομένη (υποχρεωτική) εκτός αν έχουμε την τύχη ή την ικανότητα (μέσω της στρατιωτικής κατάκτησης ή της οικονομικής υποταγής άλλων λαών και εδαφών) να είμαστε αυτάρκεις. Η Ηθική και η Φιλοσοφία δεν βοηθούν ενώ η χρήση τους μάλλον αποπροσανατολίζει από το τι πρέπει να γίνει οδηγώντας μας σε λάθος μονοπάτια σκέψης.
Η οικονομία μιας οικογένειας/περιοχής/κλάδου/Χώρας είναι σαν το ανθρώπινο σώμα και την συνολική του λειτουργία. Προκειμένου να είναι ανθηρή (προσοχή αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χαρακτηρίζεται από ανισορροπίες ή/και προβλήματα) πρέπει να υπάρχει σταθερή ροή (η οποία προσαρμόζεται αυξομειωνόμενη στις εκάστοτε ανάγκες) χρημάτων και αγαθών/υπηρεσιών καθώς και εργατικού δυναμικού. Όταν αυτή η ροή σταματά ή διαταράσσεται τ’ αποτελέσματα είναι πάντα άσχημα και αναλόγως της περιόδου κατά την οποία διαρκεί αυτή η διαταραχή μπορεί να είναι και καταστροφικά (ολέθρια). Πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι η οικονομία (όπως και η Φύση) σιχαίνεται τα κενά. Έτσι όταν μια περιοχή/Χώρα αντιμετωπίζουν προβλήματα κάποια άλλη περιοχή ή Χώρα παίρνουν τη θέση της και την πελατεία της.
Η ύπαρξη προβλημάτων στην οικονομία (οικονομική δραστηριότητα) μιας περιοχής ή Χώρας μοιάζει με την δυσλειτουργία των οργάνων του σώματος επειδή αυτά δεν αιματώνονται επαρκώς εξαιτίας καρδιακών προβλημάτων. Ακόμη και όταν ο εγκέφαλος συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, αυτό δεν σημαίνει ότι τα όργανα δεν θα καταρρεύσουν τελικά. Το μόνο που σημαίνει είναι ότι ο εγκέφαλος θα καταρρεύσει τελευταίος. Για να γίνει κατανοητό σ’ όλους μας ανεξαρτήτως ιδεολογίας που βρισκόμαστε σήμερα, θα σας δώσουμε την αντιστοιχία των οργάνων του σώματος με τους παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα την οικονομική δραστηριότητα. Στον εγκέφαλο αντιστοιχεί η κυβέρνηση, στην καρδιά το τραπεζικό και πιστωτικό σύστημα, στο συκώτι αντιστοιχούν όσοι απορροφούν πλούτο απορρίπτοντας αυτά που δεν θέλουν και στα έντερα η Εφορία. Τέλος οι μαλακοί ιστοί και τα κόκκαλα αντιστοιχούν σε εμάς τους πολίτες-καταναλωτές. Όλα τα όργανα για να λειτουργήσουν έχουν ανάγκη από μια υγιή και πλήρως λειτουργική καρδιά, η οποία αναλαμβάνει την ευθύνη να τα τροφοδοτεί με αίμα. Η καρδιά είναι στην ουσία ένας μυς ο οποίος λειτουργεί λίγο-πολύ ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα όργανα. Δεδομένου ότι η καρδιά πρέπει να ανταποκρίνεται στα αιτήματα για αίμα όλων των υπολοίπων οργάνων έχει συστήσει ένα δευτερεύων (αλλά όχι λιγότερο σημαντικό) νευρικό σύστημα στο οποίο συμμετέχουν το συκώτι και τα νεφρά.
Προφανώς κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι ο οργανισμός ως σύνολο μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και όταν μόνο ένα όργανο έχει καταρρεύσει. Ακόμα και αν στη θέση ενός οργάνου που πάψει να λειτουργεί χρησιμοποιηθεί ένα μηχανικό (π.χ. τεχνητό νεφρό, τεχνητή καρδιά) στην ουσία δεν αλλάζει τίποτα καθώς και το μηχανικό αυτό όργανο είναι σχεδιασμένο να επιτελεί την ίδια ακριβώς λειτουργία. Αν και η αντιστοίχηση είναι ενδεικτική και δεν παρουσιάζει πλήρως τις σχέσεις οικονομικής αλληλεξάρτησης μεταξύ των διαφόρων παραγόντων (οργάνων) της οικονομίας, έχει ωστόσο σημασία να κατανοήσουμε πως η λειτουργία της καρδιάς (τραπεζικό και πιστωτικό σύστημα) είναι ανεξάρτητη (αυτόματη) από αυτήν του εγκεφάλου (κυβέρνησης). Η καρδιά μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς πρόβλημα ακόμη και αν ο εγκέφαλος έχει υποστεί ζημιά.
Έχουμε γράψει σε παλαιότερα κείμενα της σειράς ότι από το 1971 οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν απολέσει τον έλεγχο των εθνικών τους οικονομιών προς όφελος των τραπεζιτών. Η ρύθμιση της κυκλοφορίας του χρήματος (μέσω της αυξομείωσης των επιτοκίων) η οποία με τη σειρά της επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα και αποκρυσταλλώνεται στο ύψος του πληθωρισμού γίνεται από τον κεντρικό τραπεζίτη (τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας κάθε Χώρας). Κάθε κυβέρνηση είτε είναι «δημοκρατικά εκλεγμένη» είτε επιβλήθηκε με την βία οφείλει να ισορροπεί ανάμεσα στην «ανάπτυξη» (σωστότερα μεγέθυνση) και στο ύψος του πληθωρισμού. Η σχέση μεταξύ των δύο μεγεθών είναι ανάλογη. Να πώς:
- Όσο αυξάνεται το Α.Ε.Π. και εντάσσονται στην αγορά εργασίας όλο και περισσότερα άτομα, τόσο αυτά αυξάνουν την συνολική κατανάλωση (εξαιτίας του εισοδήματος που αποκτούν οι νεοεισερχόμενοι σε σχέση με πριν).
- Μέχρι να ισορροπήσει στις νέες απαιτήσεις η παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών οι τιμές θα αρχίσουν ν’ αυξάνονται συμπαρασύροντας και τον πληθωρισμό.
- Ο πληθωρισμός είναι μέτρο της υποτίμησης (μείωσης) της αξίας (αγοραστικής δύναμης) του χρήματος. Όσο αυξάνεται τόσο αυξάνεται το επιτόκιο δανεισμού του Κράτους.
- Το ύψος του επιτοκίου δανεισμού με τη σειρά του καθορίζει τις ταμειακές ανάγκες της Κυβέρνησης για την εξυπηρέτηση του χρέους, αλλά κυρίως για την παράλληλη ικανοποίηση και των τρεχόντων εξόδων της (κοινωνικές παροχές, μισθοδοσίες των δημοσίων υπαλλήλων, εξοπλιστικά προγράμματα κ.λπ.).
Ωστόσο η επιλογή μεταξύ «ισχυρού νομίσματος» το οποίο εξασφαλίζει χαμηλό επιτόκιο δανεισμού και «υποτιμημένου νομίσματος» το οποίο ευνοεί τις εξαγωγές αλλά καθιστά ακριβότερα τα εισαγόμενα είδη δεν είναι ούτε εύκολη ούτε και αυτονόητη. Όσο ακριβότερα δανείζεται κάποιος κεφάλαια τόσο μεγαλύτερες εισπράξεις πρέπει να έχει για να είναι σε θέση να πληρώνει εγκαίρως τα χρέη του. Εφόσον οι ισοτιμίες των νομισμάτων καθορίζονται ελεύθερα από τις χρηματαγορές και εφόσον η επιλογή είναι μεταξύ «ισχυρού» και «υποτιμημένου» νομίσματος, τότε όσο περισσότερο πέφτει η ισοτιμία του νομίσματος της Χώρας έναντι του νομίσματος στο οποίο έχει δανειστεί αυτή η Χώρα τόσο περισσότερα χρήματα θ’ απαιτούνται για την αποπληρωμή των δανεικών. Π.χ. αν η Ελλάδα δανειζόταν άτοκα 1 εκ. Δολλάρια με ισοτιμία 300 Δραχμές ανά 1 Δολλάριο και αυτή η ισοτιμία την περίοδο της αποπληρωμής του δανείου ήταν 600 Δραχμές ανά 1 Δολλάριο, τότε θα χρειαζόταν το διπλάσιο ποσό σε Δραχμές για ν’ αγοραστεί το 1 εκ. Δολλάρια. Βέβαια το παράδειγμα αυτό παραείναι απλοποιημένο τόσο γιατί το δάνειο είναι άτοκο όσο και γιατί δεν συμπεριλαμβάνει την περαιτέρω αύξηση της ισοτιμίας εξαιτίας της μεγάλης προσφοράς Δραχμών για την αγορά Δολλαρίων. Ακόμα και στην περίπτωση που χρησιμοποιούνταν Δολλάρια αγορασμένα από πρίν (συναλλαγματικά διαθέσιμα) με ευνοϊκότερη τιμή (ισοτιμία) αυτό δεν αλλάζει πολύ την εικόνα, αφού αυτά θα έπρεπε ν’ αντικατασταθούν αργότερα με αγορά σε τιμή μεγαλύτερη από εκείνη στο παρελθόν.
Η μόνη περίπτωση ν’ απαιτηθούν στο μέλλον λιγότερα λεφτά για την αγορά συναλλάγματος είναι το νόμισμα της δανειζόμενης Χώρας (Δραχμή στην περίπτωση μας) να ισχυροποιούνταν (σκλήραινε) σε σχέση με το παρελθόν. Δεδομένου ότι μια τέτοια εξέλιξη επηρεάζει τις εξαγωγές μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε είτε σημαντικό περιορισμό του διαθέσιμου εισοδήματος (το οποίο θα επηρέαζε αντίστοιχα την κατανάλωση και άρα την οικονομική δραστηριότητα), είτε υποκατάσταση των εισαγωγών από την εγχώρια παραγωγή και άρα μεγαλύτερη αυτάρκεια η οποία με τη σειρά της θα οδηγούσε σε ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας (αυξάνοντας το Α.Ε.Π.) με ταυτόχρονη διευκόλυνση της αποπληρωμής του χρέους της Χώρας, είτε τέλος θα οφειλόταν στο γεγονός ότι η Χώρα αυτή εξάγει τέτοιου είδους και ποιότητας προϊόντα τα οποία δεν επηρεάζονται από την άνοδο του κόστους παραγωγής τους (δηλαδή από την άνοδο του «βιοτικού επιπέδου» των πολιτών της).
Για τον λόγο αυτόν όπως έχουμε γράψει και σε προηγούμενα κείμενα, αλλά και όπως προκύπτει και από την Έκθεση για τις Γερμανικές Αποζημιώσεις του Γ.Λ.Κ. (την οποία σχολιάσαμε παλαιότερα) η Ελλάδα κατά το παρελθόν συνέδεε το νόμισμα της (άρα και την οικονομική της δραστηριότητα) με κάποιο από τα «σκληρά» (ισχυρά) Ευρωπαϊκά νομίσματα (συνηθέστερα την Λίρα Αγγλίας και μάλιστα την χρυσή). Γιατί δεν έχει μόνο σημασία να πουλάς πολλά και (σχετικά) φθηνά (τουλάχιστον φθηνότερα από τους ανταγωνιστές σου) αλλά θα πρέπει κιόλας να εισπράττεις και κάτι που θα έχει σαφώς μεγαλύτερη αξία από το νόμισμα σου, από το οποίο θα πρέπει να μένει και κάτι μετά την αποπληρωμή των δανεικών (για να πούμε ότι κάνουμε κάτι) που θα χρησιμοποιηθεί για το «καλό της Χώρας». Έτσι κι’ αλλιώς τα χρήματα που «κόβονται» (η ποσότητα νέων χρημάτων που τίθενται σε κυκλοφορία) πρέπει ν’ αντιστοιχούν στην ποσότητα που προκύπτει από την ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων (Δραχμής και Δολλαρίου).
Το ύψος του χρέους μιάς Χώρας εκφράζεται σε σχέση (ως ποσοστό) με τον συνολικό της τζίρο (Α.Ε.Π.) μόνο και μόνο ως ένδειξη της δυνατότητας (άρα και της πιθανότητας αποπληρωμής του). Ωστόσο αυτό που ενδιαφέρει (ή θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει) σε σχέση με το Α.Ε.Π. δεν είναι το ύψος του αλλά η διάρθρωση του. Τι ποσοστό προέρχεται από τον πρωτογενή, δευτερογενή ή τριτογενή τομέα της οικονομίας. Πόσο από αυτό προέρχεται από εισαγόμενα είδη και πόσο από την εγχώρια παραγωγή. Το ύψος του χρέους θεωρητικά είναι ο κυρίαρχος παράγοντας με βάση τον οποίο οι αγορές αποφασίζουν το αξιόχρεο (αν είναι ασφαλές να δανείσουν) μιάς εταιρείας ή μιας Χώρας. Ωστόσο τελικά για την απόφαση λαμβάνονται και άλλοι παράγοντες υπ’ όψη όπως το μέγεθος της οικονομίας της Χώρας, ο ρυθμός «ανάπτυξης» της καθώς και οι οικονομικές προοπτικές της (μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες). Σε κάποιες περιπτώσεις δημιουργείται η εντύπωση πως η επίκληση αυτών των παραμέτρων είναι απλά προσχηματική και χρησιμοποιούνται με τρόπο κατάλληλο μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουν την τελική απόφαση (η οποία είχε ληφθεί από την αρχή) ειδικά όταν αυτή δεν τεκμηριώνεται από τα οικονομικά και μόνο δεδομένα.
Το ερώτημα που γεννάται μετά (αλλά και με βάση) όλα τα παραπάνω είναι:
- Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση η οποία από τη μια επιθυμεί να μειώσει την εξάρτηση της Χώρας της από τον δανεισμό και από την άλλη αυτό να μην γίνει με την αύξηση της φορολογίας σε πολίτες και εταιρείες (η οποία θα οδηγούσε σε μείωση της οικονομικής δραστηριότητας);
Η μόνη λειτουργική από οικονομικής άποψης απάντηση είναι μία:
- Μπορεί και πρέπει να υπάρξει εκ νέου σχεδιασμός (και προσανατολισμός) της «παραγωγικής βάσης της Χώρας», η οποία όμως για να επιτύχει θα πρέπει να γίνει ταυτόχρονα με την αποκατάσταση στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό της ομαλής οικονομικής δραστηριότητας (η οποία αποκατάσταση περιλαμβάνει και την ομαλή και απρόσκοπτη χρηματοδότηση και αναχρηματοδότηση των επιχειρήσεων και του Κράτους).
Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να διαταράσσεται (ή ακόμη χειρότερα να σαμποτάρεται) το οικονομικό κλίμα από κανέναν από τους συντελεστές του και ειδικότερα από την κυβέρνηση. Δεν θα έχει καμία σημασία η συζήτηση για νέο Μνημόνιο ή Συμφωνία (τ’ όνομα είναι εν τέλει αδιάφορο), για «κούρεμα», επιμήκυνση ή σύνδεση της αποπληρωμής του χρέους με τον ρυθμό «ανάπτυξης» (ρήτρα ανάπτυξης) αν μέχρι τότε έχουν καταρρεύσει και οι λίγες επιχειρήσεις που στέκονται ακόμη στα πόδια τους. Δεν έχει καμία πρακτική σημασία η «κόκκινη γραμμή» για τις ομαδικές απολύσεις αν πρόκειται τα πράγματα να καλυτερεύσουν (γιατί τότε δεν θα έχουν νόημα) αλλά και ακόμα και αν χειροτερεύσουν (γιατί όπως μπορεί να καταλάβει όποιος έχει διαβάσει την νομοθεσία η προστασία που προσφέρει το νομικό πλαίσιο είναι ελάχιστη ως μηδαμινή). Η επιμονή σε «κόκκινες γραμμές» τη σημασία των οποίων αδυνατεί να κατανοήσει η «αγορά» έγκειται σε πολιτικές και μόνο σκοπιμότητες. Σε μερικές στάσεις/αποφάσεις/θέσεις της σημερινής κυβέρνησης βλέπουμε τον παληό Αριστερό (διάβαζε Κομμουνιστή) ο οποίος θεωρούσε πως όλα είναι ζήτημα «πολιτικής διαπραγμάτευσης». Αδυνατούν (κάποιοι δεν θέλουν κιόλας) να καταλάβουν ότι ο πολιτικός έλεγχος έχει πλέον χαθεί και έχει περάσει σε χέρια τεχνοκρατών (τραπεζιτών) οι οποίοι για να κάνουν καριέρα δεν έχουν ανάγκη από τις ψήφους (και άρα την αποδοχή ακόμα και με «κρύα καρδιά») του εκλογικού σώματος. Παληότερα κάποιοι θεωρούσαν τους τεχνοκράτες σαν υπαλλήλους (όπως τουλάχιστον εμφανίζονταν στις ταινίες) με μανσέτες στα μανίκια, η ζωή των οποίων ήταν μονότονη και βαρετή και τους πολιτικούς σαν τ’ αφεντικά τους. Αν αυτό ίσχυε τότε, σήμερα ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Οι όροι έχουν μεταστραφεί και δυστυχώς αυτό η πλειοψηφία των ΣΥ.ΡΙΖ.Αίων δείχνει να μην το έχει καταλάβει ακόμα.
Η «αγορά» είτε η εγχώρια είτε η διεθνής αντιδρά αυτόματα (ενστικτωδώς) όχι μόνο στις επίσημες (φανερές) δηλώσεις αλλά κυρίως στην αίσθηση που αυτές δημιουργούν. Προεξοφλούν μέσα σε λίγες ώρες (ή μέρες) τις θετικές (ή αρνητικές) οικονομικές προσδοκίες για τους επόμενους 6 μήνες (τουλάχιστον). Έτσι οι «αγορές» έχουν διαμορφώσει το «κλίμα» (τις απαιτήσεις τους) προτού ακόμη να πάρουν μορφή τ’ αποτελέσματα των οικονομικών επιλογών της κυβέρνησης. Συνεπώς δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι λειτουργώντας με τον τρόπο αυτόν είναι σαν τις «αυτοεκπληρούμενες προφητείες» (δηλαδή καθορίζουν στην πράξη τις οικονομικές εξελίξεις αφού με την στάση τους επηρεάζουν την ψυχολογία όσων συμμετέχουν στην οικονομία). Βέβαια κάποιοι άλλοι διατείνονται ότι οι αγορές είναι σε θέση να το κάνουν αυτό γιατί έχουν πολλή μεγάλη εμπειρία από αντίστοιχες καταστάσεις. Σε κάθε περίπτωση το μόνο που πρέπει να γνωρίζει κάποιος για να πορεύεται με (σχετική) ασφάλεια είναι ότι το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας σχετίζεται με την «ψυχολογία των μαζών» (κοινωνική ψυχολογία) από την οποία δημιουργήθηκε ως δήθεν ξεχωριστός κλάδος η «οικονομική ψυχολογία».
Πρακτικά όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι δεν θα κερδίσει κανείς τίποτα (ούτε και η κυβέρνηση) αν μέχρι να υπάρξει συμφωνία με τους δανειστές της Χώρας (Ε.Ε. – Δ.Ν.Τ.) συνεχίσει να υπάρχει το ίδιο νοσηρό κλίμα. Το κλίμα αυτό οδηγεί από την μια σε εκκροή/απόσυρση καταθέσεων, κάτι που είναι απόλυτα κατανοητό και δικαιολογημένο αφού όσοι καταθέτες/αποταμιευτές μπορούν προτιμούν να μη ρισκάρουν να «εγκλωβίσουν» τα χρήματα τους αφήνοντας τα σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα. Η απόσυρση των χρημάτων τα οποία καταλήγουν είτε σε σεντούκια (κάποια θάβονται και στους κήπους) είτε σε ξένες τράπεζες είναι δικαίωμα (αναφαίρετο μάλιστα) του καθενός. Με μόνη την προϋπόθεση τα χρήματα αυτά να μην αποτελούν προϊόν παράνομης δραστηριότητας και ταυτόχρονα να έχουν δηλωθεί στην Εφορία κανείς δεν δικαιούται να ελένξει (ούτε καν ηθικά) όσους τα «βγάζουν στο εξωτερικό». Αν το θέμα ήταν μόνο ποιοί έβγαζαν λαθραία χρήματα στο εξωτερικό κατά το παρελθόν (όταν και θεωρητικά υπήρχε έλεγχος στην εξαγωγή συναλλάγματος για την προστασία του «εθνικού νομίσματος») η απάντηση θα ήταν εύκολη και απλή. Θ’ αρκούσε τότε μια απλή αναδρομή σε δημοσιεύματα (για όσους έχουν ασθενή μνήμη ή μικρή ηλικία) από την οποία θα ξεχώριζε η δικαστική υπόθεση του εκδότη της «Ελεύθερης Ώρας» Γρ. Μιχαλόπουλου (βλέπε εδώ). Ο Μιχαλόπουλος καταδικάστηκε για εκβιασμό των Θ. Αγγελόπουλου και Γ. Λάτση. Τους ζητούσε -σύμφωνα με το ρεπορτάζ- λεφτά για να τους «διαγράψει» από την λίστα στόχων της «17 Νοέμβρη». Αν κάποιος ψάξει λίγο παραπάνω κάτω από όσα γράφονταν τότε θα δεί πως ο Μιχαλόπουλος εκβίαζε τους δυο επιχειρηματίες για να μην αποκαλύψει ότι σε κάθε τους ταξίδι στο εξωτερικό έβγαζαν βαλίτσες με λεφτά (όπως στην ταινία «Κρίμα το μπόϊ σου») όταν αυτό ήταν ποινικό αδίκημα. Απλά κάποια στιγμή θεώρησαν ότι του είχαν δώσει πολλά και τον κατήγγειλαν για εκβιασμό, οπότε και απαλλάχθηκαν από αυτόν στέλνοντας τον στη φυλακή.
Απόρροια του νοσηρού αυτού κλίματος (αβεβαιότητα για το αν η Ελλάδα θα είναι εντός της Ευρωζώνης ή όχι) είναι ότι οι ξένες επιχειρήσεις οι οποίες συνεργάζονται (τροφοδοτούν με πρώτες ύλες και εμπορεύματα) τις δικές μας δεν τις εμπιστεύονται (ή τις εμπιστεύονται όλο και λιγότερο) για να τους πουλήσουν με πίστωση (βερεσέ). Απαιτούν λοιπόν προκαταβολή του συνόλου του τιμήματος, ακόμη και αν στο παρελθόν δεν αντιμετώπισαν ποτέ πρόβλημα αθέτησης των υποχρεώσεων τους από τις Ελληνικές επιχειρήσεις. Φυσικά με τον τρόπο αυτόν δυσκολεύει η λειτουργία των επιχειρήσεων μας οι οποίες για να μην κλείσουν πρέπει να επιλέξουν ποιά από τις υποχρεώσεις τους (και με ποιά σειρά) θα πρέπει να εκπληρώσουν (όπως άλλωστε και οι πολίτες επιλέγουν να μην πληρώσουν την Εφορία αν είναι να πεινάσουν οι οικογένειες τους). Το νοσηρό όμως κλίμα (ανεξάρτητα του ποιός έχει τη ευθύνη για την δημιουργία του αρχικά) ήταν και είναι πάντα ευθύνη της εκάστοτε κυβέρνησης, η οποία και πρέπει και μπορεί (αν θέλει) να το αντιστρέψει. Αλλιώς η όποια συμφωνία με τους δανειστές μας δεν θα έχει ουσιαστικό αντίκρυσμα αφού η «πραγματική οικονομία» θα μας «έχει αφήσει χρόνους». Εκτός και αν η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης στοχεύει στην λεγόμενη «κινεζοποίηση» ή «βουλγαροποίηση» της Χώρας οπότε και βρίσκεται στην σωστή κατεύθυνση (μέσω της οποίας θα δημιουργηθούν χιλιάδες νέες θέσιες φθηνής εργασίας).
Στο επόμενο κείμενο της σειράς θα σχολιάσουμε όσα συνέβησαν στην επαρχία κατά την περίοδο του Πάσχα, καθώς και την οικονομική αξία των προσφύγων από περιοχές που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση και οι οποίοι στην πορεία μετεξελίσσονται σε «οικονομικούς μετανάστες». Επίσης θ’ αναφερθούμε στην εκδικητική οικονομική πολιτική η οποία με λαϊκίστικα προσχήματα και περίσσευμα κόμπλεξ αποδίδει δήθεν δικαιοσύνη. Ελπίζουμε μόνο μέχρι τότε ο φαφλατάς όπως αποδεικνύεται Υπουργός Οικονομικών να μην έχει «σκοτώσει» την Εθνική μας Οικονομία (την οποία και υποτίθεται ότι αγαπάει). Και για όσους ενδεχομένως πειράξει ο χαρακτηρισμός του «φαφλατά» έχουμε ν’ απαντήσουμε ότι δεν έχει υπάρξει Υπουργός Οικονομικών ο οποίος πατάει μια στη χάση και μια στη φέξη στο Υπουργείο του και ο οποίος να μην έχει ασχοληθεί με τα σοβαρά και τρέχοντα ζητήματα (όπως π.χ. ο συντονισμός των αρμοδίων υπηρεσιών για την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων από τις οποίες η κυβέρνηση περιμένει «ζεστό χρήμα»). Αν τέλος ο Τσίπρας τον ήθελε για την διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας και το Δ.Ν.Τ. μπορούσε να τον χρίσει «ειδικό απεσταλμένο/συντονιστή» ή διαπραγματευτή και να τελειώνει εκεί το ζήτημα.
Στην περίπτωση που κάποιοι στην κυβέρνηση έχουν ξεχάσει τον ορισμό της λέξης απεσταλμένος αντιγράφουμε από το «Αλφαβητάρι του Διαβόλου» στη σελίδα 44 της Ελληνικής έκδοσης.
Απεσταλμένος: Πράκτορας ανώτερης δύναμης με κατώτερες ευθύνες. Στη διπλωματία, αξιωματούχος που αποστέλλεται σε ξένη Χώρα ως ορατή ενσάρκωση της εχθρότητας του ηγεμόνα της. το βασικό του προσόν είναι ένα πτυχίο πιστευτής αναλήθειας μιας βαθμίδας κάτω από αυτό του πρέσβη.
21 Απρίλη 2015
παρατηρητήριο.






















































































