Την τελευταία φορά παρατήρησα το συρματόπλεγμα που έχει τοποθετηθεί στην Θ. 13. Όχι αυτό που τοποθετημένο κάθετα υποτίθεται ότι προστατεύει τον αγωνιστικό χώρο από ρίψεις αντικειμένων, αλλά αυτό που είναι τοποθετημένο πάνω από την θύρα και τα κεφάλια των θεατών. Κάθησα και το φωτογράφησα σαν αξιοθέατο μόνο και μόνο επειδή μου φάνηκε παράταιρο (αταίριαστο) και ήθενα να το έχω ενθύμιο πρίν χαθεί με την ανακαίνηση του γηπέδου.
Το συρματόπλεγμα είναι μια μορφή περίφραξης και μάλιστα φτηνής, τις περισσότερες φορές αναποτελεσματική αφού εύκολα καταστρέφεται από κάποιον αποφασισμένο να μπεί μέσα στην ιδιοκτησία που προστατεύει. Αποτελεί μια προσωρινή και ήπια παρέμβαση η οποία αν και αλλοιώνει αισθητικά το τοπίο μπορεί γρήγορα και εύκολα ν’ αφαιρεθεί. Ο σκοπός της περίφραξης είναι διττός. Από τη μια (καθ)ορίζει τα όρια μιας ιδιοκτησίας. Από την άλλη αποτρέπει την είσοδο. Αναλόγως της ποιότητας της επιτυγχάνει ή όχι τον δεύτερο σκοπό της. Η περίφραξη μπροστά από την Θ. 13 προφανώς έχει σαν σκοπό την αποτροπή της εισόδου στον αγωνιστικό χώρο των θεατών αλλά και την αποτροπή ρίψης αντικειμένων. Αν κρίνουμε από τα επεισόδια που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στο γήπεδο αυτό προφανώς το μέτρο αυτό έχει αποτύχει και μάλιστα παταγωδώς.
Το συρματόπλεγμα στη Λεωφόρο (αλλά και στα υπόλοιπα γήπεδα) προφανώς επιτελεί την ίδια λειτουργία με το συρματόπλεγμα των φυλακών. Αποτρέπει την έξοδο. Σ’ αυτόν που είναι από τη μέσα πλευρά (αλήθεια ποιά είναι στ’ αλήθεια η «μέσα» πλευρά;) δημιουργεί ένα αίσθημα καταπίεσης το οποίο ακόμα και αν δεν το αντιλαμβάνεται υφίσταται υποσυνείδητα και περιμένει την «σωστή» στιγμή (το λάθος σφύριγμα) για να βγεί στην επιφάνεια.
Πιθανόν τώρα κάποιοι να νομίζουν ότι οι φανατικοί οπαδοί (για τον φόβο των οποίων μπήκε το συρματόπλεγμα) αντιστοιχούν στους φυλακισμένους (τους οποίους από τον «έξω κόσμο» χωρίζει πάλι συρματόπλεγμα). Μια τέτοια διαπίστωση όμως είναι λάθος κυρίως γιατί η «φυλακή» ως έννοια είναι μόνο μέσα στο κεφάλι μας και στην πραγματικότητα του «έξω κόσμου» είναι πανταχού παρούσα (από τους τρόπους συμπεριφοράς ως τις εργασιακές σχέσεις). Εκτός αν προστατεύουν τους «από μέσα» από «τους απέξω» με την ίδια έννοια όπως τα συρματοπλέγματα στους ζωολογικούς κήπους. Μπορεί οι διοικούντες το ποδόσφαιρο να θεωρούν τους φανατικούς (tifosiκατά τους Ιταλούς) ως «εξωτικό είδος» και γι’ αυτό τους μαντρώνουν σε συρμάτινα κλουβιά.
Ούτε όμως αυτή η ερμηνεία μου φαίνεται πιθανή. Κατά την γνώμη μου ο λόγος ύπαρξης των συρματοπλεγμάτων στα πέταλα είναι άλλος και θα τον λόγο αυτόν θα παρουσιάσω ευθύς αμέσως. Έχει λεχθεί και γραφτεί κατά κόρον και για τα πάντα ότι «δεν είναι όπως (ήταν) παληά». Με την έκφραση αυτή θέλουμε να δείξουμε ότι έχει επέλθει μια σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με το παρελθόν με ότι και να σηματοδοτεί αυτό. Όλοι συμφωνούν ότι το σημείο καμπής (τότε που άρχισε η διαφοροποίηση) χρονικά προσδιορίζεται στις αρχές της δεκαετίας του ’70, μια δεκαετία στην οποία όχι μόνο συνέβησαν δύο πετρελαϊκές κρίσεις (το 1973 και το 1979), αλλά και διαφοροποιήθηκε (και εξαιτίας των πετρελαϊκών κρίσεων) η διανομή του παγκόσμιου εισοδήματος. Εκίνη την δεκαετία παρατηρείται στατιστικά για πρώτη φορά η άνιση αύξηση του εισοδήματος που οδηγεί στην αύξηση του χάσματος μεταξύ των πλουσιότερων και των μεσσαίων και κατώτερων οικονομικά στρωμμάτων. Από την δεκαετία αυτή και μετά και παρά τις οικονομικές κρίσεις που ξεσπούσαν τοπικά κάθε τόσο οι πλούσιοι της δεκαετίας του ’60 αύξαναν το εισόδημα τους με γρηγορότερο ρυθμό σε σχέση με τους υπόλοιπους που δούλευαν για λογαριασμό τους και οι οποίοι με τις αγορές τους δημιουργούσαν τα κέρδη από τα οποία αντλούσαν το εισόδημα τους οι πλούσιοι.
Παρατηρείται λοιπόν μια μεταφορά εισοδήματος από τα μεσσαία και τα κατώτερα στρώμματα πρός τους πλούσιους (όποιο κριτήριο και αν θέσει κανείς) η οποία δεν είναι καθόλου άσχετη με την απελευθέρωση της παγκόσμιας τραπεζικής αγοράς και την αυξανόμενη σημασία των Χρηματιστηριακών Αγορών στην διαμόρφωση αυτού που αποκαλείται «Οικονομική Ανάπτυξη». Σαν αποτέλεσμα οι επιχειρηματίες που γεννιούνται ή ανδρώνονται επιχειρηματικά μέσα ή και μετά από την δεκαετία του ’70 γνωρίζουν ένα τελείως διαφορετικό επιχειρηματικό κόσμο σε σχέση μ’ αυτό των πατεράδων τους.
Οι μέχρι την δεκαετία του ’70 επιχειρηματίες και ειδικά οι Έλληνες, δεν επιδεικνύουν με κάθε τρόπο τον πλούτο τους. Στην καθημερινή τους συμπεριφορά δεν φαίνονται πολύ διαφορετικοί από τους «κοινούς θνητούς» αν και πολλοί απ’ αυτούς έχουν «λαδώσει» ή έχουν «πατήσει επί πτωμάτων» για να φτιαχτούν. Αυτό συμβαίνει γιατί οι επιχειρηματίες εκείνοι όντας αυτοδημιούργητοι (εκτός από αυτούς που προέρχονταν απο τα λεγόμενα «τζάκια», δηλαδή τις παραδοσιακά πλούσιες οικογένειες) είχαν συμμεριστεί την ίδια μοίρα (την οικονομική κρίση του ’32, τον πόλεμο) με αυτούς που δούλευαν για αυτούς. Μπορεί να είχαν περισσότερα λεφτά από τους υπόλοιπους αλλά δεν ξεχωριζαν τους εαυτούς τους ως σημαντικότερους, ενώ θεωρούσαν ως «καθήκον» τους να βοηθούν οικονομικά συμπολίτες τους χωρίς να το διαφημίζουν (ίσως ως «εξιλέωση» για τις οικονομικές τους «αμαρτίες»).
Τέτοιοι επιχειρηματίες αναλάμβαναν στο παρελθόν τις ομάδες (πριν γίνουν Π.Α.Ε.). Δεν είναι τυχαίο ότι όταν θέλουμε να επικαλεστούμε όσους προσέφεραν χωρίς να σκοπεύουν στο κέρδος μιλάμε για Μπάρλο, Γουλανδρήδες. Τότε ακόμη δεν υπήρχε ανάγκη για συρματόπλεγμα και μάντρωμα των «φανατικών» κάθε ομάδας (οι οποίοι ως «φανατικοί» κατέστησαν στη συνέχεια αξιοπερίεργο θέαμα για το οποίο θ’ άξιζε να πληρώνει κανείς εισιτήριο όπως λέμε «ατραξιόν»).
Η νέα γενιά επιχειρηματιών την οποία χρονικά σηματοδοτούν οι Βαρδινογιάννηδες βλέπει την ομάδα περισσότερο ως επιχείρηση και ξοδεύει συνετά. Έτσι κι αλλιώς η ποδοσφαιρική αγορά δεν έχει ακόμη «ανοίξει» (απελευθερωθεί) και το εγχώριο κανονιστικό πλαίσιο (3ετίες, 5ετίες, 8ετίες, 12ετίες) ευνοεί τις ομάδες έναντι των παικτών. Με την πάροδο του χρόνου οι επιχειρηματίες εμφανίζονται όλο και περισσότερο ανεύθυνοι (ασύδοτοι) ταυτίζοντας την οικονομική δραστηριότητα ενός κλάδου (ή και όλης της Χώρας) με τον εαυτό τους όπως ο Λουδοβίκος ο ΙΔ’ ταύτιζε το Κράτος μ’ αυτόν. Ωστόσο οι «νεόπλουτοι» δεν τυγχάνουν ως κάτοχοι πλούτου της αποδοχής από τους ομοίους τους που κρατάνε από «επιχειρηματικά τζάκια». Το πρόβλημα αυτό (της μη αποδοχής τους) είναι τόσο παληό όσο και ο κόσμος και μας έρχεται από την Αρχαιότητα. Έτσι ο Δημητράκης από την Νίκαια που κατάφερε από μόνος του (αυτοδημιούργητος) να κάνει περιουσία (κάνοντας και μερικές ματσακουλιές) δεν είναι αποδεκτός από τους πλούσιους από τζάκι ΑΕΚΤζήδες, με τους τελευταίους να μην χάνουν ευκαιρία να του το δείξουν.
Η νέα γενιά επιχειρηματιών χρειάζεται μόνιμα δίπλα της δύο στρατούς:
- έναν μικρό στρατό «μπράβων» (δορυφόρους τους έλεγαν στην Αρχαιότητα) για να κυκλοφορεί με ασφάλεια και
- έναν (μικρό ή μεγάλο) στρατό «γλυφτών» και yesmen. Τους μεν να τους αποθεώνουν και τους δεύτερους να εκτελούν χωρίς ερωτήσεις και κυρίως χωρίς αντιρρήσεις τις επιθυμίες τους.
Επιδεικνύει με κάθε τρόπο τον πλούτο της και την ανωτερότητα της προκειμένου να ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους (για κάποιους από τους οποίους αποτελεί παράδειγμα πρός μίμηση). Κάνοντας το όμως αυτό στην ουσία περιχαρακώνεται αυτοαποκλειόμενη από την υπόλοιπη κοινωνία την οποία βλέπει ενδεχομένως και εχθρικά («με ζηλεύουν, με φθονούν, θέλουν να μου φάνε τα λεφτά»). Έτσι η «εξέδρα των επισήμων» αλλάζει μορφή και γίνεται πιο χλιδάτη, σουίτες ξεφυτρώνουν τριγύρω της και η τιμή του εισιτηρίου σ’ αυτήν ανεβαίνει σε δυσθεώρητα ύψη για τον «κοινό θνητό» (στο κάτω-κάτω το ίδιο παιχνίδι παρακολουθούν όλοι στο γήπεδο).
Με τον τρόπο αυτόν και καθώς με την είσοδο της δεκαετίας του ’80 οι ομάδες έγιναν Α.Ε. οι ιδιοκτήτες έρχονται στο προσκήνιο επισκιάζοντας παίκτες, προπονητές και θεατές. Οι μεν παίκτες και οι προπονητές υποτίθεται ότι είναι οι πρωταγωνιστές, αφού αυτοί παράγουν το ποδοσφαιρικό προϊόν (το θέαμα), ενώ από την στιγμή που μιλάμε για θέαμα (και όχι για άθλημα/άσκηση) όλη η φασαρία γίνεται για λογαριασμό των θεατών (οι οποίοι με την παρουσία τους «νομιμοποιούν» τα όσα συμβαίνουν). Για τους νέου τύπου επιχειρηματίες που είναι ιδιοκτήτες των ιστορικών ομάδων κάτι τέτοια δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Καθώς τα έσοδα από τα εισιτήρια είναι κατώτερα αυτών από τα δικαιώματα τηλεοπτικής μετάδοσης και καθώς το ποδοσφαιρικό πρόγραμμα σαλαμοποιείται κατά πως συμφέρει την τηλεοπτική κάλυψη και τους διαφημιστές, οι ιδιοκτήτες αποφασίζουν ότι μπορούν να κάνουν και με λιγότερους θεατές περιμένοντας τα ντέρμπι και τα Ευρωπαϊκά παιχνίδια για να γεμίσει το γήπεδο.
Δεν καταλαβαίνουν (είτε γιατί δεν μπορούν, είτε γιατί δεν θέλουν) ότι μπαίνουν σ’ ένα επικίνδυνο και χωρίς επιστροφή μονοπάτι, το οποίο μπορεί να φαίνεται εύκολο και ανοιχτό αλλά με την αλλαγή της οικονομική συγκυρίας στενεύει επικίνδυνα. Όσοι απομακρύνονται από το γήπεδο μετά δύσκολα επανέρχονται. Η βία που παρατηρείται στα γήπεδα την δεκαετία του ’80 και η οποία εισάγεται από την Μεγάλη Βρεττανία*, οδηγεί σταδιακά στην απομάκρυνση του κόσμου από τα γήπεδα στα οποία παραμένουν οι πιό φανατικοί, οι οποίοι ταυτίζουν την ύπαρξη τους με την ομάδα και σε πολλές περιπτώσεις και με τον επιχειρηματία-ιδιοκτήτη της.
Φτάσαμε λοπόν στη σημερινή κατάσταση όπου το ποδόσφαιρο αποτελεί τον χώρο προσωπικής προβολής των επιχειρηματιών-ιδιοκτητών, των μανατζαραίων και των ποδοσφαιριστών ινδαλμάτων, αυτών για χάρη των οποίων συνωστίζονται οι πολυεθνικές για να τις διαφημίσουν. Το ποδόσφαιρο δεν παίζεται πια από τους παίκτες και τους προπονητές για τους θεατές που πάνε στο γήπεδο, αλλά για τους θεατές του καναπέ (αυτούς που έδιωξαν από το γήπεδο) οι οποίοι ως παθητικοί καταναλωτές ενός ακόμη προϊόντος έχουν ανταλλάξει το γήπεδο με το πρακτορείο και τους αγώνες με το στοίχημα.
Ίσως αναρωτηθεί κάποιος μετά απ’ όλα αυτά τι στην ευχή μένει στο τέλος της ημέρας προκειμένου να κρίνει αν όλα όσα περιγράφηκαν παραπάνω άξιζαν τον κόπο. Κατά την γνώμη μας όχι. Βέβαια αυτή την γνώμη την έχουν οι άνω των 40 οι οποίοι έχουν μνήμες από το ποδόσφαιρο όπως ήταν πριν την λαίλαπα. Όσοι γεννήθηκαν από την δεκετία του ’80 και μετά έχουν μάθει να θεωρούν δεδομένη και «φυσική» την σημερινή κατάσταση. Ο αρπακολατζίδικος τρόπος με τον οποίο έβγαλαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα περιουσίες κάποιοι δεν τους έκανε και καλύτερους ανθρώπους. Το γεγονός ότι μπορούσαν πλέον να συμμετέχουν σε κοινωνικές εκδηλώσεις που αποτελούν θεσμούς για την «καλή κοινωνία» (π.χ. Ιπποδρομίες του Άσκοτ) τους έκανε πιο ξιπασμένους. Νοιώθωντας «δικαιωμένοι» τώρα που αποτελούν μέρος του «τζετ σετ» και θέλοντας να ξεφτιλίσουν τους απο «τζάκι» αριστοκράτες οι οποίοι ακόμη και τώρα με μεγάλη δυσκολία τους αποδέχονται κάνουν ότι μαλακία μπορούν να σκεφτούν. Σήμερα πλέον το ενδιαφέρον από το φωτογραφικό ρεπορτάζ των Ιπποδρομιών του Άσκοτ δεν είναι ο άτυπος ενδυματολογικός διαγωνισμός των προσερχομένων (ειδικά των γυναικών), αλλά το ποιά συνοδός πλουσίου κυρίου θα εμφανιστεί λιγότερο ξέκωλο από τις υπόλοιπες καθώς και ποιός νεόπλουτος θα είναι ο πιό σοβαρός (θα ξευτιλιστεί λιγότερο).
Τελικά όπως φαίνεται μάλλον το συρματόπλεγμα στην Θ.13 (αλλά και στα υπόλοιπα γήπεδα) προστατεύει τους «απο μέσα» από τους «απέξω». Φαίνεται πως οι «ματσό» θέλουν να προστατευθούν από την ρομαντική σχέση της πλειοψηφίας των φανατικών οπαδών με την ομάδα τους και γι’ αυτό τους μαντρώνουν (όπως τα λυσασμένα σκυλιά ο μπόγιας) γιατί φοβούνται μήπως κάποια στιγμή τους δαγκώσουν και προσβληθούν μετά και αυτοί. Ίσως να φοβούνται ότι μετά το δάγκωμα μπορεί να σταματήσουν να βλέπουν τις ομάδες σαν επιχειρήσεις.
------------------------------------------------------------------------------------------------------------
*Τα φαινόμενα βίας της δεκαετίας του ’80 στην Μεγάλη Βρεττανία δεν θα πρέπει να ξεκόβονται από την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής της Θάτσερ η οποία οδήγησε μεγάλο αριθμό των μεσσαίων και χαμηλών στρωμμάτων σε ημιμόνιμη και μόνιμη ανεργία. Τότε ακόμη το εισιτήριο ήταν προσιτό στα λαϊκά αυτά στρώμματα και γι’ αυτό μέσω των γηπέδων διοχετεύτηκε η αγανάκτηση των στρωμμάτων αυτών στα γνωστά μας ξεσπάσματα βίας.
30 Μάρτη 2016
παρατηρητής 1.






















































































