Με την είδηση αυτή τίθεται εν προκειμένω το ζήτημα των «ορίων» της «επιχειρηματικής δραστηριότητας» ή της «επιχειρηματικότητας» όπως είναι αλλιώς γνωστή. Το ζήτημα αυτό αφορά την λειτουργία της Κοινωνίας μας στο πυρήνα της καθώς εκτός της «επιχειρηματικότητας» και των «ορίων» της αφορά και την «ηθική» σε αντιδιαστολή με την «νομιμότητα» (θέματα που είχαν τεθεί με την «υπόθεση του ζεύγους Βουλγαράκη». Εκ προοιμίου και πριν ασχοληθούμε με την χαρτογράφηση των ορίων της επιχειρηματικότητας μπορούμε τηλεγραφικά να πούμε πως:
Ότι είναι ηθικό είναι και νόμιμο. Το ανάποδο όμως δεν ισχύει πάντα, δηλαδή ότι είναι νόμιμο δεν είναι αναγκαστικά ηθικό.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά στο παρελθόν τέτοιου είδους «επιχειρηματική» δραστηριότητα. Στην Αρχαιότητα η συγκέντρωση της γής στα χέρια λίγων εξαιτίας της τοκογλυφίας προκάλεσε πολλές κοινωνικές κρίσεις κάποιες από τις οποίες ξεπέρασαν τα όρια της αναταραχής και μετεξελίχθηκαν σε επαναστάσεις. Κάθε φορά για το ξεπέρασμα της κρίσης απαιτούνταν είτε η λήψη μέτρων (αποικισμός, αναδασμός της γής κ.α.) είτε η πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων.
Στα νεότερα χρόνια και μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους η Ελλάδα πλήρωσε ακόμα μια φορά τα διεθνή αρπακτικά τα οποία λειτουργώντας στα όρια της νομιμότητας έπρατταν ανήθικα (αήθη) πράγματα. Λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα εμφανίστηκαν Ολλανδοί κεφαλαιούχοι (καλή ώρα σαν τους δικούς μας) οι οποίοι εξαγόρασαν σε εξευτελιστική τιμή τα Ελληνικά ομόλογα τα οποία κατείχαν Άγγλοι (από τα Δάνεια του 1825 & 1826) τα οποία και δεν πληρώνονταν και με τα ομόλογα αυτά στα χέρια πήγαν στο Ελληνικό Κράτος και απαίτησαν την πληρωμή τους. Έχοντας αγοράσει στις 5 πέννες ανά Λίρα Αγγλίας όσο περισσότερα έπαιρναν από το Ελληνικό δημόσιο τόσο περισσότερο κερδισμένοι θα ήταν.
Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (που επιβλήθηκε στην Χώρα μας σαν αποτέλεσμα του Ελληνο-Τουρκικού Πολέμου του 1897) επιβλήθηκε από τα Κράτη των οποίων οι πολίτες είχαν αγοράσει τα Ελληνικά Χρεόγραφα, τα οποία μετά την χρεοκοπία του 1893 είχαν σταματήσει να πληρώνονται. Στην τελευταία περίπτωση τον ρόλο του αρπακτικού τον έπαιξαν όχι αδηφάγοι ιδιώτες αλλά οι «Μεγάλες Δυνάμεις» της εποχής (Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία).
Τώρα θα ρωτήσει κανείς:
«Και που είναι το κακό σ’ αυτό που θα κάνουν οι Μελισσανίδης, Πατέρας και Αλαφούζος ρε φίλε; Αφού στο τέλος κάποιος θα την κάνει αυτή την δουλειά τι σε πειράζει να την κάνουν αυτοί;».
Η απάντηση στις παραπάνω ερωτήσεις είναι διπλή. Από τη μια οφείλω ν’ απαντήσω σχετικά με το τι με πειράζει (ενοχλεί) σε προσωπικό επίπεδο σε σχέση με την «επιχειρηματική δραστηριότητα» του Μελισσανίδη. Από την άλλη και όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της απάντησης πρέπει ν’ απαντήσω αν υπάρχει κάτι που με ενοχλεί σε σχέση με την άσκηση αυτής της «επιχειρηματικής δραστηριότητας» από ιδιώτες είτε αυτοί είναι ξένοι είτε ιθαγενείς.
Η πρώτη απάντηση είναι εύκολη.
Δεν γουστάρω (όπως και δεν θα έπρεπε να γουστάρει κανένας οπαδός ομάδας) ο πραγματικός ιδιοκτήτης της ομάδας (που κρύβεται πίσω από την Ε.Φ. ΑΕΚ) να έχει ανήθικες «επιχειρηματικές δραστηριότητες» (στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η τοκογλυφία και το λαθρεμπόριο). Όποιος το γουστάρει (ή δεν ενοχλείται από αυτές) δεν είναι ΑΕΚτζής αλλά Γαύρος.
Η δεύτερη απάντηση είναι το ίδιο εύκολη, αν και είναι λίγο εκτενέστερη (μεγαλύτερη).
Υπάρχουν δραστηριότητες οι οποίες απαγορεύεται ν’ ασκούνται από οποιονδήποτε ιδιώτη. Μια από αυτές είναι η απονομή της Δικαιοσύνης. Αν η απονομή της Δικαιοσύνης εκχωρούνταν σε κάποιον ιδιώτη θα υπήρχε ακόμη μεγαλύτερη καχυποψία για τις αποφάσεις της, ειδικά αυτές που θ’ αφορούσαν άμεσα ή έμμεσα τα συμφέροντα του.
Το ξεκαθάρισμα των μη εξυπηρετούμενων «κόκκινων» δανείων είναι μια από τις δραστηριότητες που θα πρέπει να συντελεστούν αν όχι από το Κράτος τουλάχιστον υπό την άμεση εποπτεία του. Αν και τα δάνεια έχουν δοθεί από ιδιωτικά τραπεζικά ιδρύματα των οποίων η λειτουργία εποπτεύεται από Ρυθμιστικές Αρχές, οι επιπτώσεις από την εκκαθάριση τους θα είναι γενικότερες και θα έχουν αντίκτυπο σ’ όλη την Κοινωνία. Αν το δούμε από καθαρά επιχειρηματική σκοπιά η εκκαθάριση των «κόκκινων» δανείων (διαγραφή μέρους ή του συνόλου κάθε οφειλής) εντάσσεται στο ρίσκο που αναλαμβάνει ο επιχειρηματίας παίρνοντας μια «επιχειρηματική» απόφαση.
Η ιδιαιτερότητα με τις τράπεζες είναι ότι η κατάρρευση ακόμα και της μικρότερης από αυτές μπορεί να προκαλέσει κλυδωνισμούς στην τοπική και αναλόγως του μεγέθους τους στην Διεθνή Οικονομία. Εξαιτίας της σημασίας τους άλλωστε αποφασίστηκε η ανακεφαλαιοποίηση τους με κεφάλαια τα οποία χρεώθηκαν οι πολίτες των κρατών (αφού αυτά προσμετρήθηκαν στο Δημόσιο Χρέος τους).
Συνεπώς οι ιδιώτες δεν έχουν καμία δουλειά να εμπλακούν σ’ αυτή την δραστηριότητα, η οποία πρέπει να παραμείνει υπό κρατική εποπτεία και να πραγματοποιηθεί από τα ίδια τα τραπεζικά ιδρύματα. Τα μεν εργαλεία για να πραγματοποιηθεί αυτή η διαδικασία είναι δεδομένα από καιρό, τα δε κριτήρια μπορούν εύκολα να τεθούν λαμβάνοντας υπ’ όψη τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα. Η ζημιά από την διαγραφή κάποιων «κόκκινων» δανείων θα είναι για τις τράπεζες στην πράξη πολύ μικρότερη απ’ αυτή που εκτιμάται, αφού οι μ’ αυτό τον τρόπο ελαφρυμένοι δανειολήπτες θα είναι σε θέση να δανειστούν ξανά γρηγορότερα παράγοντας νέα κέρδη γα το τραπεζικό σύστημα που θα τους δανείσει. Επιπρόσθετα η ήδη υπάρχουσα ρύθμιση με την οποία δίνεται στις τράπεζες χρονικό διάστημα άνω της 5ετίας για να συμψηφίσουν τις Ζημιές τους με Κέρδη βοηθά στην απορρόφηση των Ζημιών που θα καταγράψουν μέσω της διαγραφής μέρους των «κόκκινων» δανείων.
Τέλος υπάρχει και μια «ηθικού» τύπου υποχρέωση των τραπεζών. Η υποχρέωση αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι η ανακεφαλαιοποίηση τους προσμετρήθηκε στο Δημόσιο Χρέος και ως τέτοιο επιμερίστηκε ήδη στις πλάτες όλων μας.
9 Μάη 2016
παρατηρητήριο.






















































































