Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

«MEGA», «ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ» & «JETOIL» (ΟΤΑΝ ΕΠΙΧΑΙΡΟΥΝ ΟΙ ΚΟΜΠΛΕΞΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΟΥΝ ΟΙ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΙ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

«MEGA», «ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ» & «JETOIL»
(ΟΤΑΝ ΕΠΙΧΑΙΡΟΥΝ ΟΙ ΚΟΜΠΛΕΞΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΟΥΝ ΟΙ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΙ)

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε με αφορμή μια ανάρτηση με τον πιασάρικο τίτλο: «Ο Μαρινόπουλος και η νοσηρότητα της μεταπρατικής οικονομίας» το οποίο αναδημοσιεύτηκε και στην ιστοσελίδα του «απολογητή» της Κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Β. Τριανταφυλλίδη (κατά κόσμον Χάρρυ Κλυνν) απ’ όπου και ο σύνδεσμος. Το κείμενο που αποτέλεσε την αφορμή για όσα ακολουθούν θα μπορούσε εξίσου καλά να έχει γραφτεί τόσο από κάποιον «Αριστερό» όσο και από κάποιον «Φιλελεύθερο».

Τα προβλήματα με το κείμενο ξεκινούν ήδη από τον τίτλο, σύμφωνα με τον οποίο ο Μαρινόπουλος (ως επιχείρηση) αποτελεί έμπρακτη απόδειξη της νοσηρότητας της «μεταπρατικής οικονομίας». Συνεπώς εφ’ όσον ο Μαρινόπουλος αποτελεί έμπρακτη απόδειξη της νοσηρότητας της «μεταπρατικής οικονομίας», αυτό σημαίνει πως είτε η «μεταπρατική οικονομία» έχει και υγιή πλευρά, είτε πως συνολικά η «μεταπρατική οικονομία» είναι νοσηρή σε αντιδιαστολή με μια «άλλη» οικονομία όπως π.χ. την παραγωγική (αυτών που παράγουν).

Γνωρίζετε πλέον οι παλαιότεροι από την σειρά «ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ» ότι αν και υπάρχουν πολλοί τομείς οικονομικής δραστηριότητας ωστόσο δεν υπάρχουν πολλές «οικονομίες» παρά μόνο μία (η αποκαλούμενη και «πραγματική»). Αυτό συμβαίνει γιατί με τον όρο «οικονομία» αναφερόμαστε στις αποφάσεις που λαμβάνουμε καθημερινά οι οποίες και αντανακλούν στην οικονομική δραστηριότητα. Η οικονομική δραστηριότητα και άρα η «οικονομία» είναι διαχρονική έννοια, η οποία εμφανίστηκε από την αυγή της Ανθρώπινης Ιστορίας. Το γεγονός ότι εκ των υστέρων και υποτίθεται για την καλύτερη κατανόηση της κατατμήθηκε σε κλάδους δεν σημαίνει ότι υπάρχουν πολλές «οικονομίες». Συνεπώς κάθε γενικός χαρακτηρισμός (μεταπρατική) εκτός από πιασάρικος το μόνο που κάνει είναι να συσκοτίζει το ζήτημα.

Ο όρος «μεταπρατική» στο άρθρο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει σε αντιδιαστολή με την παραγωγή ενός προϊόντος την τυποποίηση του (όταν δεν γίνεται από το παραγωγό) και την διάθεση/εμπορία του. Είναι μια δραστηριότητα στην οποία τα τελευταία χρόνια (από την δεκαετία του ’90) έχουν επεκταθεί οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Είτε τυποποιώντας οι ίδιες προϊόντα που αγοράζουν από τους παραγωγούς, είτε παραγγέλλοντας σ’ αυτούς ή σ’ άλλους τυποποιητές τα «προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας».

Ο μεταπράτης καλύπτει με την δραστηριότητα του το κενό που αφήνει ηθελημένα ή όχι ο παραγωγός του αρχικού προϊόντος. Το κενό αυτό μπορεί να οφείλεται είτε σε δεδομένη αδυναμία του παραγωγού να επεξεργαστεί πλήρως το αρχικό προϊόν, είτε στην απροθυμία του να το κάνει. Σε κάθε περίπτωση καθοριστικός παράγοντας για την ύπαρξη της ανάγκης του μεταπράτη είναι ο «καταμερισμός της εργασίας». Έτσι ο κτηνοτρόφος που έχει ένα κοπάδι πρόβατα προμηθεύει ακατέργαστη την πρώτη ύλη σε μια σειρά μεταπρατών ή πωλητών χωρίς να διαθέσει παραπάνω χρόνο και χρήματα για να το επεξεργαστεί ή/και να το πουλήσει. Πουλά το μαλλί των προβάτων για επεξεργασία και τελικά κατασκευή ρούχων και κουβερτών. Πουλά το κρέας είτε για κατανάλωση είτε για περαιτέρω επεξεργασία (π.χ. τεμαχισμό), ενώ τέλος πουλά το γάλα είτε όπως είναι είτε επεξεργασμένο ως τυρί και βούτυρο.      

Ο μεταπράτης ως επαγγελματίας οφείλει αν θέλει να είναι επιτυχημένος να διαθέτει προϊόντα καλύτερης ποιότητας και σε καλύτερη τιμή από τον ανταγωνισμό του. Επίσης πρέπει να διαθέτει και πρωτοτυπία δημιουργώντας καμιά φορά νέα προϊόντα τα οποία αν και εφ’ όσον καθιερωθούν θ’ αποτελέσουν πρότυπα αντιγραφής από τους ανταγωνιστές του. Συνεπώς ο μεταπράτης πρέπει να διαθέτει: εγκαταστάσεις, κεφάλαια, μέσα διακίνησης και πελατολόγιο. Όλα τα προηγούμενα δεν είναι εύκολα πράγματα για τον «μέσο παραγωγό» (με την προϋπόθεση πάντα ότι έχει την όρεξη να το κάνει). Αυτή την ανάγκη υποτίθεται ότι καλύπτουν οι γεωργικοί συνεταιρισμοί, η επιτυχία των οποίων δεν είναι πάντα δεδομένη.

Ο αρθρογράφος (Αντρέας Ζαμπούκας) θεωρεί εκ προοιμίου και χωρίς να φέρει καμία απόδειξη τον μεταπράτη ως παράσιτο και τη δραστηριότητα του ως νοσηρή και τον αντιδιαστέλει με τον υγιή παραγωγό από του οποίου τον κόπο και θησαυρίζει. Για να τεκμηριώσει τα γραφόμενα του βάζει στην εξίσωση και τις τράπεζες οι οποίες δανείζουν αφειδώς τους «Μαρινόπουλους» με λεφτά που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να δίνουν στους παραγωγούς. Η συλλογιστική αυτή εκ πρώτης όψεως φαίνεται σωστή και σταθερή όμως κάθε άλλο παρά έτσι είναι. Ο συλλογισμός είναι τόσο απλοϊκός που δεν μπορεί (όσο και αν θα το ήθελε ο Ζαμπούκας) να είναι σωστός. Αυτό συμβαίνει γιατί δομήθηκε μόνο και μόνο για να βγεί χολή (δικαιολογημένη ως ένα βαθμό αλλά για άλλους τελείως λόγους) εναντίον του Μαρινόπουλου.

Προκειμένου να «βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους» και χρησιμοποιώντας την βασική αρχή της Εξέλιξης πρέπει να πούμε ότι: «εξελισσόμαστε καθημερινά εξ’ αιτίας των πιέσεων που μας ασκούν οι ανταγωνιστές μας και το περιβάλλον μας». Αυτό στην περίπτωση μας σημαίνει ότι ο κάθε «Μαρινόπουλος» που λειτουργεί τόσο ως λιανοπωλητής (σούπερ μάρκετ) όσο και ως μεταπράτης (τυποποιητής) φέρνει έναντι αμοιβής (γιατί κανείς δεν δουλεύει για την ψυχή των γονιών του) τον κάθε παραγωγό και συγκεκριμένα τα προϊόντα του σ’ επαφή με το αγοραστικό κοινό. Με την επιλογή ενός συγκεκριμένου παραγωγού αντί κάποιου άλλου ο μεταπράτης θέτει άμεσα ή έμμεσα όρους και προϋποθέσεις συνεργασίας οι οποίοι μελλοντικά τυποποιούνται δημιουργώντας Πρωτόκολλα τα οποία δεσμεύουν τους παραγωγούς ως προς την ποιότητα των προϊόντων τους. Έτσι από ένα σημείο και μετά για να μπεί κάποιος στον «Μαρινόπουλο» ως παραγωγός-προμηθευτής θα πρέπει να τηρεί συγκεκριμένες ποιοτικές προδιαγραφές. Από την στιγμή που θα τον εγκρίνει ο «Μαρινόπουλος» για προμηθευτή του η είσοδος του και μόνο στην αλυσίδα θα λειτουργεί ως ταυτόχρονη πιστοποίηση της ποιότητας των προϊόντων του, η οποία θα του ανοίξει ενδεχομένως και άλλες πόρτες.  

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι «Μαρινόπουλοι», «Βερόπουλοι», «Σκλαβενίτες» και όλοι οι υπόλοιποι «πιέζουν» τους παραγωγούς να γίνουν καλύτεροι αν θέλουν να συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση μέσω αυτών στον καταναλωτή. Ο μεταπράτης με την δραστηριότητα του δημιουργεί θέσεις εργασίας οι οποίες αρκετές φορές είναι δύσκολο να υπολογιστούν και δεν θα υπήρχαν αν τα πράγματα είχαν αφεθεί να εξελιχθούν όπως πρίν. Στο κάτω-κάτω γνωρίζουμε όλοι μας την φυσική τάση που καθένας μας έχει ν’ αντιστέκεται αρχικά στην αλλαγή, την οποία όταν έχει επιβληθεί σπεύδει ν’ αποθεώσει («πως ζούσαμε τόσο καιρό χωρίς…»). Αυτό που θέλω να πώ είναι ότι πολλά πράγματα που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα συνέβησαν εξ’ αιτίας της πίεσης των μεταπρατών.

Εκτός όμως από τις πιέσεις που ασκούν οι μεταπράτες στους παραγωγούς, υπάρχουν και οι πιέσεις που ασκούνται μεταξύ τους (όπως επίσης και μεταξύ των παραγωγών). Για παράδειγμα η τακτική του «Σκλαβενίτη» να μην ανοίγει μέχρι σχετικά πρόσφατα πολλά νέα καταστήματα και να μην εξαγοράζει μικρές αλυσίδες σούπερ μάρκετ οδήγησε σε μεγάλη ρευστότητα και χαμηλό δανεισμό. Έτσι ο «Σκλαβενίτης» ήταν σε θέση να προπληρώνει τις παραγγελίες του (πριν να πουλήσει τα προϊόντα) επιτυγχάνοντας καλύτερες τιμές στο ράφι. Με τον τρόπο αυτόν άσκησε πίεση στους ανταγωνιστές του οι οποίοι έπρεπε να βρούν τρόπους να κρατήσουν το μερίδιο τους στην αγορά.

Προφανώς όμως σε μια επιχείρηση που δραστηριοποιείται για δεκαετίες υπάρχουν αναταράξεις ειδικά όταν αποσύρεται από το προσκήνιο η γενιά των ιδρυτών της και αναλαμβάνει η επόμενη. Επιπλέον με το πέρασμα του χρόνου αλλάζουν και οι συνθήκες (το περιβάλλον) κάθε κλάδου. Ακόμα και μια πετυχημένη επιχείρηση είναι δυνατόν να βρεθεί σε δύσκολη θέση αν αλλάξουν δραματικά οι οικονομικές συνθήκες ή αν αργήσει να προσαρμοστεί στις αλλαγές της αγοράς. Αν για παράδειγμα υπάρξει η συνεργασία ενός ανταγωνιστή της με ξένο οίκο ή ξεσπάσει Οικονομική Κρίση η οποία εξελιχθεί σε Ύφεση, πολύ εύκολα οι κόποι μιας ζωής μπορεί να πάνε στράφι.    

Φυσικά δεν μπορούμε και δεν πρέπει ν’ αποκλείσουμε και την περίπτωση του δόλου (όλα αυτά να τα κάνει κάποιος σκόπιμα) ή της κακοδιοίκησης. Ωστόσο στην περίπτωση του Μαρινόπουλου θα πρέπει μάλλον ν’ αποκλειστεί ο δόλος, καθώς για οικογένειες με τέτοια ιστορία στον χώρο η φήμη τους είναι ότι σπουδαιότερο. Αν θα θέλαμε να πούμε κάτι για την συγκεκριμένη αλυσίδα αυτό θα ήταν ότι η αποχώρηση της Γαλλικής CARREFOUR ήταν μεγάλο πλήγμα για την επιχείρηση και πως στην ουσία από εκείνη τη στιγμή δεν μπόρεσε ν’ ανακάμψει ξανά. Από την άλλη η κακοδιοίκηση είναι όντως ένα πάντα υπαρκτό ενδεχόμενο, ενώ εφ’ όσον το κρίνουμε εκ των υστέρων αποτελεί ουσιαστικά μια αυτοεπιβεβαιούμενη προφητεία.

Υπάρχει τέλος και μια άλλη παράμετρος η οποία μπορεί να «ρίξει έξω» μια επιχείρηση. Η παράμετρος αυτή είναι τα παιχνίδια που κάνουν οι εταιρείες με την ακίνητη περιουσία τους. Αγοράζουν στ’ όνομα της εταιρείας με δανεικά από μια εταιρεία συμμετοχών (που ανήκει στον όμιλο) και η οποία έχει δανειστεί από τις τράπεζες. Στην πορεία μεταβιβάζουν τ’ ακίνητα σε μια εξωχώρια (off shore) εταιρεία και από ‘δω παν’ κι οι άλλοι. Όσο η οικονομική δραστηριότητα κινείται προβλέψιμα (δηλαδή δεν πιθανολογείται η εκδήλωση κάποιου είδους κρίσης) το σύστημα μπορεί να λειτουργεί και να παράγει και λογιστικά κέρδη. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η οικονομική δραστηριότητα εκτροχιαστεί (όταν αλλάξει δραματικά το οικονομικό περιβάλλον). Τότε οι δανειστές κόβουν την πίστωση και σπεύδουν ν’ απαιτήσουν «εδώ και τώρα» όλα τα χρωστούμενα.

Οι οποίοι δανειστές (τράπεζες) δανείζουν μόνον όταν είναι γι’ αυτούς απολύτως ασφαλές να το κάνουν και μόνον τέτοιους πελάτες οι οποίοι να έχουν κάποια επιφάνεια. Πελάτες όπως ο «Μαρινόπουλος» που έχουν και «όνομα» (brandname) και επίζηλο δίκτυο καταστημάτων. Το δίκτυο καταστημάτων είναι το πιο μεγάλο ατού των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, οι οποίες στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν άνοιγαν καταστήματα σε όποιον χώρο μπορούσε να στηθεί ακόμα και ένα μικρό σούπερ μάρκετ (Μαρινόπουλος 5’) μόνο και μόνο για να μην ανοίξει εκεί κάποιος ανταγωνιστής τους.

Στο άρθρο του ο Ζαμπούκας σημειώνει το οριστικό εκείνη τη στιγμή «ναυάγιο» της εξαγοράς του «Μαρινόπουλου» από τον «Σκλαβενίτη» εκφράζοντας παράλληλα την απορία πως μια σοβαρή εταιρεία πήγε να μπλέξει με τον «Μαρινόπουλο». Προφανώς αγνοεί την σημασία για το παρόν και το μέλλον στο λιανεμπόριο της αλυσίδας καταστημάτων του «Μαρινόπουλου». Οι πιο εξοικειωμένοι με τα οικονομικά γνωρίζουν ότι όλα είναι ζήτημα τιμής. Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι ο «Σκλαβενίτης» μ’ επιστολή του στο δικαστήριο επανήλθε δριμύτερος.

Επειδή εμείς θέλουμε να μην είσαστε «στο σκοτάδι» μοιραζόμαστε σήμερα μαζί σας το παρακάτω πιθανό «σενάριο» πίσω από αυτή την υπόθεση. Ο «Σκλαβενίτης» εδώ και κάμποσο καιρό εκμεταλλευόμενος την οικονομική συγκυρία ψαχνόταν να εξαγοράσει (φθηνότερα απ’ ότι πριν την κρίση) κάποια από τις μεγάλες (και παραδοσιακές) αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Οι επιλογές ήταν 3:

  • Ο «Βασιλόπουλος» (ο οποίος δεν ήταν προς πώληση).
  • Ο «Βερόπουλος» με τον οποίο η συμφωνία χάλασε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή και ο οποίος κατέληξε στην «MY MARKET» (το δίκτυο λιανικής της γνωστή μας «METRO».
  • Ο «Μαρινόπουλος» στον οποίο στράφηκε τελικά.

Προσωπικά δεν θα μου προξενούσε έκπληξη αν συνέφερε οικονομικά τον «Σκλαβενίτη» η εξαγορά του «Μαρινόπουλου» μετά την υπαγωγή του στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα παρά πριν από αυτή. Στο κάτω-κάτω η επιστολή με την οποία ο «Σκλαβενίτης» εκδηλώνει εκ νέου στο δικαστήριο το ενδιαφέρον του είναι και ο μόνος λόγος για τον οποίο έγινε δεκτή η αίτηση της «Μαρινόπουλος» (αφού για να γίνει δεκτή μια αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 99 πρέπει να υπάρχει ελπίδα σωτηρίας της επιχείρησης την οποία στη περίπτωση μας προσφέρει ο «Σκλαβενίτης»). Στο κάτω-κάτω όλοι οι προμηθευτές του «Μαρινόπουλου» είναι προμηθευτές και του «Σκλαβενίτη» και μετά την εκδήλωση του ενδιαφέροντος του δεύτερου να εξαγοράσει τον πρώτο θεωρώ ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην συμφωνήσουν σ’ όσα τους προτείνει στην ουσία ο «Σκλαβενίτης», αν φυσικά θα επιθυμούσαν να συνεχίσουν να δουλεύουν μαζί του.

Λίγες μέρες μετά τον «Μαρινόπουλο» αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα υπέβαλε και η «JETOIL» της οικογένειας Μαμιδάκη. Προφανώς και γι’ αυτή την οικογένεια θα βρεθεί κάποιος αρθρογράφος να την «περάσει γενεές 14». Άλλωστε ο τομέας των πετρελαιοειδών στον οποίο δραστηριοποιείται η «JETOIL» είναι εξ’ αιτίας των σκανδάλων του ένας από τους πλέον αγαπημένους των αρθρογράφων. Βέβαια στην περίπτωση της «JETOIL» θα είναι δύσκολο να γραφτούν ακριβώς τα ίδια. Ίσως θα έπρεπε να γίνει αναφορά και στις κυβερνητικές ευθύνες (επιβολή φόρων στα καύσιμα και φορολογία ειδικά τα τελευταία 5-6 χρόνια) που οδήγησαν στην περαιτέρω μείωση της κατανάλωσης και πάρα πολλούς πρατηριούχους να κλείσουν τα πρατήρια τους και την «JETOIL» στην απώλεια πελατών και άρα στην χειροτέρευση των οικονομικών της. Επιπρόσθετα η αυτοκτονία του Προέδρου της Κυριάκου Μαμιδάκη κάνει δύσκολο αν όχι αδύνατο το έργο των «ηθικολόγων».     

Η αναφορά του «MEGA» στον τίτλο κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Έχουν γραφτεί τόσα κομπλεξικά σχόλια για τα «MEGA» ως επιχείρηση μόνο και μόνο για να ξεκαβλώσουν μερικοί σε βάρος των μετόχων του. Δεν διστάζουν κάποιοι να εύχονται το κλείσιμο μιας επιχείρησης μόνο και μόνο για λόγους εκδίκησης των μετόχων, οι οποίοι είναι αυτοί που θα χάσουν τα λιγότερα σε σχέση με τους προμηθευτές-πιστωτές, τους εργαζόμενους και το Δημόσιο.

Ωστόσο το «MEGA» ακόμη δεν έχει κλείσει. Οι μέτοχοι του με κάθε λογής τερτίπια προσπαθούν να εξαγοράσουν χρόνο προκειμένου να δούν που θα κάτσει η μπίλια στο ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών, ειδικά τώρα που ενεπλάκη και η Ε.Ε. Έτσι κι αλλιώς αν το καλοσκεφτεί κανείς η περίπτωση του «MEGA» μοιάζει εκπληκτικά με αυτή της Χώρας μας. Από την άποψη αυτή αν χρεοκοπήσει το «MEGA» θα χρεοκοπήσει και η Ελλάδα.

Για να μην μένουν όμως αναπάντητα ερωτήματα καλό είναι να εξετάσουμε την πιθανότητα να υπάρχουν κάπου «οικονομίες παραγωγών» οι κοινωνίες και οι χώρες των οποίων να περνάνε καλύτερα από την δική μας. Ας υποθέσουμε ότι όντως υπάρχει μια τέτοια. Το κύριο χαρακτηριστικό της θα ήταν ότι η εσωτερική της κατανάλωση θα έπρεπε αν όχι αποκλειστικά τουλάχιστον στον μεγαλύτερο βαθμό να καλύπτεται από την εγχώρια παραγωγή. Θα έπρεπε σε όλη την έκταση της χώρας να παράγονται (και να καταναλώνονται) τα ίδια προϊόντα προκειμένου να αποφύγουμε την ύπαρξη των μεταπρατών. Η οικονομία αυτή θα προωθούσε το περίσσευμα της παραγωγής της στις εξαγωγές, ενώ αν παρήγαγε προϊόντα μόνο για εξαγωγή θα έπρεπε να μεριμνά για την εισαγωγή των προϊόντων την παραγωγή των οποίων θα «θυσίαζε» για να καλύψει τις ανάγκες της.

Ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι στην πράξη μιας τέτοιας οικονομίας, τον κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα είναι το βιοτικό επίπεδο που απολαμβάνουν τα μέλη του Κράτους. Δυστυχώς ή ευτυχώς τόσο οι «Αριστεροί» όσο και οι «Φιλελεύθεροι» μετρούν το βιοτικό επίπεδο με όρους χρηματικούς οπότε αναγκαστικά το ίδιο θα πρέπει να κάνουμε και εμείς στην υπόθεση εργασίας μας. Τίθεται έτσι το εύλογο ερώτημα: «Ποιο θα ήταν το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων μιας τέτοιας χώρας;».

Για να το απαντήσουμε πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι για να προτιμηθούν τα προϊόντα μιας χώρας έναντι αυτών μιας άλλης θα πρέπει είτε να είναι πολύ φθηνότερα, είτε πολύ καλύτερα, είτε μοναδικά (π.χ. σπάνιες γαίες) και φυσικά να χρειάζονται είτε στην κατανάλωση είτε στην βιομηχανία του αγοραστή. Με εξαίρεση την περίπτωση των μοναδικών/σπάνιων προϊόντων και αυτών τα οποία υπερέχουν τόσο ώστε να προτιμώνται ακόμα και αν είναι πολύ ακριβότερα (π.χ. Αγγλικά κασμίρια). Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι μισθοί είναι χαμηλοί έως πολύ χαμηλοί. Χαμηλοί μισθοί σημαίνουν χαμηλό εισόδημα και αναλόγως της εσωτερικής οικονομικής πολιτικής ενδέχεται να έχουν είτε μεγάλη είτε μικρή αγοραστική δύναμη.    

Στην υπόθεση εργασίας μας δεχτήκαμε ότι η εγχώρια παραγωγή θα πρέπει οπωσδήποτε να επαρκεί για τις ανάγκες της εγχώριας κατανάλωσης. Αυτό ισχύει τόσο για την παραγωγή τροφίμων όσο και για την παραγωγή άλλων προϊόντων όπως τα αυτοκίνητα. Προσοχή όμως! Βασική αρχή της Πολιτικής Οικονομίας είναι ότι οι συντελεστές παραγωγής όπως η εργασία και οι πρώτες ύλες είναι πεπερασμένοι, δηλαδή έχουν ένα όριο. Έτσι ένας εργάτης μπορεί στις ίδιες ώρες είτε να παράξει τροφή (μέρος της οποίας θα καταναλώσει) είτε μέρος ενός αυτοκινήτου. Αν επιλέξουμε να κάνει το δεύτερο αυτό σημαίνει ότι κάποιος άλλος θα παράξει την αναγκαία για λογαριασμό του τροφή είτε εντός είτε εκτός της Χώρας. Στην δεύτερη περίπτωση η τροφή θα πρέπει ν’ αγοραστεί/ανταλλαχθεί είτε με λεφτά είτε με κάτι που χρειάζεται η χώρα παραγωγής. Όμως τότε μπαίνει στην εξίσωση ο εξαγωγικός προσανατολισμός της Χώρας οπότε η συζήτηση πάει αλλού δημιουργώντας νέα δεδομένα και νέα ζητήματα.

Κοντολογίς όσο και να φαίνεται δελεαστική η ιδέα ότι υπάρχει μια καθαρή «οικονομία της παραγωγής» σε αντιδιαστολή με μια «μεταπρατική» ή/και «καταναλωτική» οικονομία, κάτι τέτοιο υφίσταται (αν υφίσταται) μόνο στην θεωρία και όχι στην πράξη.  

 

Υ.Γ. Αναφέρθηκε επιγραμματικά παραπάνω η αργοπορία στην προσαρμογή στις αλλαγές ενός κλάδου ως λόγος/αιτία που θα οδηγούσε μια επιχείρηση «στα βράχια». Για τους λάτρεις της εγχώριας παραγωγής (και ειδικά της βιομηχανικής) παραθέτω την ιστορία της εν Κερκύρα εδρευούσης εκτυπωτικής εταιρείας «Ασπιώτη-Έλκα». Η εταιρεία αυτή τύπωνε για δεκαετίες τα γραμματόσημα και τα χαρτόσημα. Λειτουργούσε σαν μια μεγάλη (αλλά αγαπημένη) οικογένεια και ήταν σε θέση να προικοδοτεί τις κόρες των εργαζομένων της. Η εταιρεία άρχισε να έχει προβλήματα επειδή μετά το τέλος του Β’ Π.Π. η διοίκηση της απέτυχε να προσαρμοστεί εγκαίρως στα νέα δεδομένα της εκτυπωτικής βιομηχανίας, χάνοντας έτσι πελάτες, δουλειές και τελικά μερίδιο αγοράς. Θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να βλέπαμε τι θα έλεγαν σήμερα «Αριστεροί» και «Φιλελεύθεροι» για την «Ασπιώτη-Έλκα» αν κατέθετε αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.

 

4 Ιούλη 2016
παρατηρητήριο.

Διαβάστηκε 8949 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο «MEGA», «ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ» & «JETOIL» (ΟΤΑΝ ΕΠΙΧΑΙΡΟΥΝ ΟΙ ΚΟΜΠΛΕΞΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΟΥΝ ΟΙ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΙ)