Ο Σάχτ ήταν ο οικονομολόγος που κατά την «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» κατάφερε να σταματήσει τον υπερ-πληθωρισμό εκδίδοντας νέο Μάρκο βασισμένο-συνδεδεμένο με την αξία της γης. Μετά την άνοδο στην εξουσία του Χίτλερ ο Σάχτ διορίστηκε Διοικητής της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας και το 1934 ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών. Το πρόβλημα που κλήθηκε να επιλύσει ήταν πως οι πληρωμές για τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας θα παρέμεναν κρυφές από τους νικητές του Α’ Π.Π.
Για να το πετύχει αυτό ίδρυσε μια εταιρεία-βιτρίνα με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ Ε.Π.Ε.» η οποία αποτελούσε κοινοπραξία των Ραϊμένταλ, Ζήμενς, Κρούπ & Γκούντεντορφερ και Μ.Κ. 1 εκ. Μάρκα. Η εν λόγω εταιρεία πλήρωνε τους κατασκευαστές πολεμικού υλικού με δικές της υποσχετικές-γραμμάτια εξοφλητέα σε 5 χρόνια και όχι με πραγματικά λεφτά. Στη συνέχεια οι κατασκευαστές (κάποιοι από τους οποίους ήταν μέτοχοι της) έδιναν τις υποσχετικές στις τράπεζες τους παίρνοντας Μάρκα. Οι τράπεζες δέχονταν τις υποσχετικές-γραμμάτια και τις αντάλλασσαν με Μάρκα επειδή γνώριζαν ότι πίσω από την εταιρεία-βιτρίνα βρισκόταν η Γερμανική Κεντρική Τράπεζα. Θα κρατούσαν μέχρι τη λήξη τους τις υποσχετικές-γραμμάτια όταν και θ’ απαιτούσαν την πληρωμή τους με Μάρκα. Με την αλχημεία αυτή όλο το κόστος του επανεξοπλισμού παρέμενε κρυφό αφού δεν εμφανίζονταν στα Βιβλία της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία είχε και το αποκλειστικό προνόμιο εκτύπωσης χρήματος.
Φυσικά μια τέτοια αλχημεία οδηγεί τελικά στον υπερ-πληθωρισμό και στην περίπτωση της Γερμανίας στην οικονομική κατάρρευση. Έτσι, τον Γενάρη του 1939 ο Σάχτ βρισκόταν μπροστά στο ηθικό δίλημμα: είτε να διατυπώσει σαφώς τους φόβους του, είτε να σιωπήσει και ν’ αφήσει τα πράγματα να εξελιχθούν. Την περίοδο 1934-1938 η αξία των υποσχετικών-γραμματίων έφτασε τα 12 δις. Μάρκα όταν το συνολικό Χρέος της Γερμανίας το 1932 ήταν 10 δις. Μάρκα.
Δεδομένου ότι το 1939 θα έπρεπε να πληρωθούν οι υποσχετικές-γραμμάτια του 1934 και αφού τα έσοδα από την οικονομική δραστηριότητα δεν επαρκούσαν η Γερμανία δεν είχε άλλη (οικονομική) επιλογή από το να ξεκινήσει τον Β’ Π.Π. Η πρώτη μη (τυπικά) πολεμική ενέργεια που της πρόσφερε μια προσωρινή (οικονομική) ανάσα ήταν το «Άνσλους» (η ενσωμάτωση της Αυστρίας) αρπάζοντας τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα και τον χρυσό της όπως επίσης και τις πρώτες ύλες με την βιομηχανική υποδομή της. Ακολουθεί η κατοχή της Τσεχοσλοβακίας και η αρπαγή του χρυσού της όπως επίσης και της Βιομηχανίας Όπλων «ΣΚΟΝΤΑ». Τέλος η εισβολή στην Πολωνία της προσέφερε πολυάριθμο εργατικό δυναμικό, την γεωργική της παραγωγή και τους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους.
Από το 1937 ο Σάχτ βλέποντας πως το κόστος του επανεξοπλισμού υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες της Γερμανικής Οικονομίας προειδοποιεί τον Χίτλερ ο οποίος τον αγνοεί. Στις 7 Γενάρη του 1939 ο Σάχτ υποβάλλει υπόμνημα από τους Διευθυντές της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας με το οποίο εισηγείται μεγάλη μείωση των δαπανών επανεξοπλισμού και ισοσκελισμένο Προϋπολογισμό για ν’ αποφευχθεί η οικονομική κατάρρευση. Στις 20 Γενάρη ο Χίτλερ απολύει τον Σάχτ από την Προεδρία της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας.
Έτσι, η οικονομική επιβίωση της Γερμανίας έκανε αναπόδραστη χρονικά την επίθεση στην Γαλλία και την Σοβιετική Ένωση με την οποία είχε μοιράσει την Ευρώπη (Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ). Μια τέτοια οικονομική αναγκαιότητα οδήγησε και στην καταλήστευση των Γερμανών. Όταν παρουσιάστηκε το «λαϊκό αυτοκίνητο» (Βολκσβάγκεν) δημιουργήθηκε ένα ταμείο στο οποίο οι Γερμανοί μπορούσαν να καταθέτουν ένα ποσό κάθε μήνα προκειμένου ν’ αποκτήσουν ένα. Συγκεντρώθηκαν 275 εκ. Μάρκα τα οποία μετά την μετατροπή της εταιρείας σε κατασκευαστή πολεμικού υλικού χάθηκαν για τους καταθέτες αφού δεν κατασκευάστηκε ούτε ένα αυτοκίνητο. Η όποια αποζημίωση των Γερμανών πολιτών δόθηκε μόνο την δεκαετία του ’60 (βλέπε εδώ).
Υπό το πρίσμα της οικονομικής αναγκαιότητας εξηγούνται τόσο η οικειοποίηση των δανείων που πήρε η Γερμανία από Αγγλία και Γαλλία προκειμένου να πληρώσει τις αποζημιώσεις του Α’ Π.Π. (τις οποίες δεν πλήρωσε ποτέ) όσο και οι διώξεις των Εβραίων και η κατάσχεση των περιουσιών τους.
Η οικονομική διάσταση της χρηματοδότησης της αποπληρωμής του Χρέους μιας χώρας μας δίνει την εξήγηση των πολεμικών περιπετειών τόσο των Η.Π.Α. όσο και της Σ. Ένωσης ανά την υφήλιο. Όπως, επίσης, εξηγεί και τις πολεμικές περιπέτειες της Ρωσίας με τις πρώην υποταγμένες-δορυφόρους χώρες που συνέθεταν την Α. Ένωση. Η Ρωσία του Πούτιν δεν έχει άλλη διέξοδο από τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία μέχρι να καταλάβει όλη την ακτογραμμή της στην Μαύρη Θάλασσα (στερώντας της το εξαγωγικό εμπόριο δια θαλάσσης και την υφαλοκρηπίδα, άρα και τα δικαιώματα στο υποθαλάσσιο πετρέλαιο) και την Ανατολική Ουκρανία με τα πλούσια κοιτάσματα ορυκτών. Χωρίς αυτά η υπό κατάρρευση λόγω των οικονομικών κυρώσεων Ρωσική Οικονομία θα καταρρεύσει σύντομα.
Τελικά, όπως πάντα καταλήγουμε στον Α’ Ολυνθιακό του Δημοσθένη και στην περίφημη φράση του: «Δει δη χρημάτων, ω άνδρες Αθηναίοι, και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων.».
06 Δεκέμβρη 2025
«πουθενάδες».






















































































